Σε είδα στον ύπνο μου.
Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024
Ενύπνιο
Τετάρτη 4 Οκτωβρίου 2017
Να μάθεις να φεύγεις
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν.
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας.
Να φεύγεις !
Αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς.
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο.
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι.
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο.
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ.
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας).
Αποδέξου το.
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες.
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις.
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι.
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη.
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι.
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου.
Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει.
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει.
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς
-οι τρίτες για τους γελοίους.
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία κοροϊδία.
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει
-σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο.
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα
- όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου.
Και να μάθεις να φεύγεις από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες.
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα.
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.
Κυριακή 8 Μαρτίου 2015
Per sempre
Ci sarò per sempre
nei tuoi occhi ovunque
ci sarò con te per sempre
nel dolore anche più grande
ascolterò discreto
tuo complice segreto
ascolterò nel vento
ogni dolce tuo rimpianto
non importa se poi
sarà un destino amaro
non importa perchè tu sei per me
il bene più caro
non importa se poi
mi cercherai lontano
allungando una mano nel cuore
vicino mi troverai
ci sarò per sempre
in ogni parte ovunque
ci sarò con te per sempre
se qualcuno non ti sente
non importa se poi
sarà un destino amaro
non importa perchè tu sei per me
il bene più caro
non importa se poi
mi cercherai lontano
allungando una mano
nel cuore vicino mi troverai
Ci sarò per sempre
in ogni parte ovunque
ci sarò con te per sempre
se qualcuno non ti sente
non importa se poi
sarà un destino amaro
non importa perchè tu sei per me
il bene più caro
non importa se poi
mi cercherai lontano
allungando una mano
nel cuore vicino mi troverai
Per sempre
http://www.parolesmania.com/
Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010
Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010
μικρότητες
Πάνε κάτι μήνες που ο ένας κοινός μας φίλος ήρθε να σε δει. Του είχα ζητήσει να μου φέρει τα βιβλία που σου είχα δώσει. Πέραν τούτου ουδέν - θέλω να πω, ο φίλος δεν ήξερε τίποτα για την όλη ιστορία, ήξερε μόνο για την παλιά φιλία μας.
Τις προάλλες λοιπόν που βγήκαμε για μπύρες, μου μίλησε για σένα και για κείνη, τελείως ανυποψίαστος. Ανεπηρέαστος όπως ήταν, υπήρξε για μένα η ιδανική πηγή πληροφόρησης. Μου μιλούσε για σένα, τον παλιό μας φίλο, γνωρίζοντας μονάχα τη φιλία μας. Δεν φανταζόταν ότι υπήρχε λόγος να μου κρύψει ή να παραποιήσει τίποτε. Δεν του ζήτησα εγώ να μιλήσει, το έκανε μόνος του.
Ήταν η πρώτη αντικειμενική περιγραφή της που άκουσα. Και ταίριαζε με όσα είχα υποθέσει. Φτηνή, ρηχή, με μια επίφαση κουλτούρας, ένα λούστρο που μόλις και καλύπτει την ένδεια από κάτω του. Αφέντρα, αρχηγός, σε σέρνει από το λουρί - από το ίδιο λουρί που σέρνονται όλοι οι άντρες. Κι εσύ είσαι ευτυχισμένος, ικανοποιημένος να υπακούς και να θαυμάζεις. "Περίμενα κάτι καλύτερο από κείνον", μου είπε ο φίλος μας με ύφος πικραμένο και αηδιασμένο.
Ποτέ μου θαρρώ δεν υπήρξα πιο μικρόψυχη. Χαιρέκακη, ναι, κι εκδικητική, απάντησα όσο μπορούσα πιο ευγενικά και ουδέτερα. Κανέναν δεν κατηγόρησα, κανέναν δεν έθιξα. Θα είχες τους λόγους σου, είπα, ίσως κατά βάθος να ταιριάζατε, σίγουρα κάτι θα είχε να σου δώσει.
Ναι, σίγουρα, ένα ζεστό κώλο καβαντζωμένο μονίμως στο κρεβάτι.
Άγρια χαρά.
Και θλίψη για την κατάντια μου, για τη δική σου κατάντια, για όσα θα μπορούσαμε να ήμασταν, για όσα αφήσαμε να χαθούν.
Για τη μικρότητα, δική σου και δική μου.
.
εντάξει, υπερβάλλω...
Δεν σε σκέφτομαι πλέον όλη μέρα, αλλά δεν περνά μέρα που να μην σε σκεφτώ, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο.
Δεν σε αγαπώ πια, ούτε σε ποθώ ερωτικά, αλλά σε περιφρονώ ακόμη. Ο πόνος υποχώρησε, αλλά η οργή παρέμεινε.
Προχωρώ με αραιά άλματα. Περνώ μήνες σε μια κατάσταση, τελματωμένη θαρρείς, φαίνεται όμως πως μέσα μου κάτι ζυμώνεται, και ξαφνικά μέσα σε μια μέρα περνώ σε μια νέα κατάσταση.
Δεν υποφέρω πια, μα ούτε και χαίρομαι. Δεν είμαι δυστυχής, μα ούτε κι ευτυχής.
Πριν λίγους μήνες ξαναβρήκα τη χαρά της ζωής, μόνον όμως σε πολύ θεμελιώδες επίπεδο, σε επίπεδο ζωικών απολαύσεων: φαγητό, ζεστασιά, ένας καλός ύπνος. Μην το γελάς, δεν είναι λίγο: τα είχα χάσει όλα, και τώρα πάλι ξανάβρισκα τη γεύση, την αφή, την όσφρηση.
Εκεί έχω μείνει - δεν πάω παρακάτω.
Μου φαίνεται πως πλησιάζει η στιγμή για άλλο ένα άλμα, δεν ξέρω κατά πού, θα δείξει. Ίσως και να είναι η ιδέα μου. Ωστόσο δυο χρόνια είναι πολύς καιρός: κάτι πρέπει να γίνει πια.
Η ζωή μου είναι ήρεμη και τακτική, κι έτσι τη θέλω. Κάθε τόσο κάνω σκέψεις απόδρασης, σκέψεις επανάστασης - μα σύντομα επανέρχομαι στην τάξη: θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, και μένα τώρα μου λείπουν και τα δυο.
Προχωρώ και μένω στο ίδιο μέρος.
Αλλάζω απαράλλακτη.
Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.
Τετάρτη 28 Ιουλίου 2010
Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010
μια ακόμη τελεία
Καλημέρα.
Θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη. Όπως ξέρεις, ένας κοινός μας φίλος βρίσκεται στην πόλη σου αυτές τις μέρες. Σε παρακαλώ πολύ, δώσε του τα τρία βιβλία που σου είχα δώσει πριν δυο χρόνια να μου τα φέρει. Είναι παλιές εκδόσεις, εξαντλημένες, δεν έχω τρόπο να τα ξαναβρώ. Είναι πολύ αγαπημένα βιβλία μου και είναι σημαντικό για μένα να τα έχω.
Σε ευχαριστώ.
Δεν ήξερα αν έκανα καλά ή άσχημα, αν έπρεπε να γράψω ή όχι, αν θα μου έκανε περισσότερο καλό να διεκδικήσω το χαμένο μου κομμάτι ή να βρω τη δύναμη να το αποχαιρετήσω για πάντα. Τέλος αποφάσισα ότι ήθελα να το ζητήσω, και ότι οποιαδήποτε απάντησή σου θα χρησίμευε σαν τελεία. Είτε θα δεχόσουν, και τότε θα είχα πίσω το κομμάτι μου, είτε θα αρνιόσουν, και τότε θα αποφάσιζα ότι δεν το χρειάζομαι, ότι και να μου το δώσεις κάποια στιγμή εγώ θα το πετάξω στα σκουπίδια.
Επίτηδες άφησα τον υπολογιστή κλειστό εικοσιτέσσερις ώρες. Διάβασα την απάντησή σου την άλλη μέρα.
Εντάξει για τα βιβλία.
Πολλές φορές κάθησα στον υπολογιστή για να σου ξαναγράψω, δεν ήξερα όμως αν έπρεπε ή τι. Συχνά φαντασιώνομαι ότι συναντιόμαστε ξανά μετά από χρόνια, κάνουμε μια μεγάλη συζήτηση και είμαστε καλά μεταξύ μας. Εγώ και τώρα είμαι καλά μεταξύ σου, εσύ δεν ξέρω πώς είσαι μεταξύ μου.
Να είσαι καλά.
Ευτυχώς είχα τη διαύγεια και την εγκράτεια να γράψω μονάχα:
Σε ευχαριστώ για τα βιβλία.
Θα προτιμούσα να μη μου ξαναγράψεις.
Φρόντιζε τον εαυτό σου, τον δικό μου εαυτό τον φροντίζω εγώ.
Ύστερα έσβησα όλα τα μηνύματα, και την διεύθυνσή σου από τον κατάλογο των επαφών.
Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως υποφέρεις, πως βασανίζεσαι φριχτά, και πως το απολαμβάνω. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως σου ξερνάω κατάμουτρα όλο το δηλητήριο που έκανες να κυλήσει στο μυαλό μου. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι εκδίκηση, φαντασιώνομαι πως σε πληγώνω με κάθε τρόπο που μπορώ, και πώς η αδυναμία να το κάνω πράξη με κάνει να λυσσάω από κακία και ανημπόρια. Θα ήθελα να σου πω ότι καθένας έχει τα δικά του φαντάσματα, και για τούτο τις δικές του φαντασιώσεις, που ποτέ δεν είναι ίδιες με του άλλου, ούτε μπορεί να τις μοιραστεί. Θα ήθελα να σου πω να βράσεις μόνος στο καζάνι με τις ενοχές σου, κι αν θέλεις άφεση να την δώσεις ο ίδιος στον εαυτό σου, εγώ δεν δύναμαι.
Αλλά δεν στο είπα, γιατί δεν θέλω να σου δώσω ούτε ένα τόσο δα κομμάτι μου ποτέ ξανά.
Θα ήθελα να σου πω ότι δεν είσαι καλά μαζί μου, αλλά με μια φαντασίωση δική σου, με μια ιδέα που έχεις φτιάξει μέσα στο κεφάλι σου για μένα και για σένα και για το πώς έγιναν τα πράματα. Δεν είσαι καλά μαζί μου, δεν είσαι καν μαζί μου, δεν είσαι. Δεν.
Δεν ξέρεις καν πώς είμαι, ποια είμαι, έκοψες τις γέφυρες εδώ κι ενάμιση χρόνο. Μη μου λες λοιπόν ότι είσαι καλά μαζί μου. Είσαι καλά με την αφεντομουτσουνάρα σου και αυτό είναι όλο.
Κι εγώ φυσικά και δεν είμαι καλά μαζί σου, γιατί δεν είμαι καν μαζί σου, και όσο για την εικόνα σου που κουβαλώ μέσα μου, νιώθω για κείνη τόσο μίσος, τέτοια ζήλια, τέτοιο φθόνο, όσο δεν με είχα ποτέ μου ικανή να νιώσω.
Κατάφερες να μου αποκαλύψεις νέες πτυχές του εαυτού μου, άγνωστες, αγνώριστες, άλλες μαγευτικές, άλλες αποκρουστικές - οι περισσότερες, αυτές που μου απόμειναν, αηδείς και απεχθείς.
Δεν μπορώ να πω, ήταν μια διδακτική εμπειρία.
Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009
μαγική εικόνα
"Ακυβέρνητες πολιτείες", μέρος πρώτο: "Η λέσχη", σελίδα 222.

Τόσο απλό και να μην έχω μπορέσει να το δω τόσον καιρό!
Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009
esprit d'escalier
Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009
ηλίθια φαντασίωση νο.2
Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;
Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.
- Τι κάνεις;
- Κουκιά σπέρνω.
Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.
- Και σεις;
- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.
Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.
Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.
- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.
Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.
Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.
Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.
Μια ζωή καρατερίστα.
.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
πιασμένη ανάσα
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
ηλίθια φαντασίωση νο.1
Σου στέλνω μήνυμα, θα έρθω στην πόλη σου, θέλω να συναντηθούμε. Πού; Στο σπίτι σου. Όχι, όχι έξω. Θέλω έναν χώρο άνετο, ιδιωτικό. Είναι εντάξει με σένα;
Χτυπώ το κουδούνι. Κανένα συναίσθημα. Ανοίγεις χαμογελαστός, σαν την καλή χαρά, πάντα έτσι ήουν εσύ, τίποτα δεν είναι ικανό να σε ταράξει.
- Καλώς ήρθες! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
Χαμογελώ αδιόρατα, δεν απαντώ. Περνάω μέσα, αποφεύγοντας να αγγιχτούμε. Προχωρώ ίσια μπροστά και κάθομαι στην πρώτη καρέκλα που βρίσκω.
- Να σου προσφέρω κάτι;
- Δύο μεγάλα ποτήρια νερό.
Γελάς.
- Γιατί δύο;
- Ο γιατρός μου είπε να πίνω πολύ νερό. Αν δεν έχεις μεγάλα ποτήρια, βάλε δυο κούπες του καφέ, μεγάλες.
Επιστρέφεις από την κουζίνα με δυο μεγάλα φλιτζάνια γεμάτα νερό. Τα ακουμπάς δίπλα μου.
- Μπορούμε να ανοίξουμε τον υπολογιστή;
- Ανοιχτός είναι.
- Τέλεια. Θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες.
Σε βλέπω επιφυλακτικό. Ναι, κατά βάθος είσαι μίζερος και καχύποπτος.
- Τρεις χάρες - επαναλαμβάνω - όπως στις νεράιδες.
Γελάς. Πάντα είχες το γέλιο στο τσεπάκι σου. Μου άρεσε αυτό, τότε. Μετά με πλήγωνε, γιατί βρισκόμουν από την άλλη όχθη του ανέκδοτου.
- Να τις ακούσω.
- Μπες στο gmail, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα παλιά μου γράμματα. Τα έχεις ακόμη;
Αργείς να απαντήσεις.
- Ναι, φαντάζομαι πως ναι. Δεν τα έσβησα ποτέ.
- Ωραία. Θέλω να τους ρίξω μια ματιά.
Είναι εκεί, καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά κατεβατά, όσα πρόλαβα να στείλω αφότου σου έσβησα τον παλιό σου λογαριασμό και πριν διακόψουμε οριστικά την αλληλογραφία. Εμέσματα μίσους, φθόνου και πόνου.
- Θέλω να σε παρακαλέσω να τα σβήσεις. Όλα αυτά τα αφήσαμε πίσω μας τώρα πια, Ας μην κρατήσουμε τίποτε απ' αυτά. Εκείνες οι μέρες ήταν οδυνηρές και για τους δυο μας. Θα ένιωθα πολύ πιο ήσυχη αν ήξερα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τις θυμίζει.
Διστάζεις ελαφρά.
- Είναι το μόνο που έχω από σένα...
- Είναι το χειρότερο που έχεις από μένα. Θέλεις να κρατήσεις μόνο τα χειρότερα;
Δεν θέλεις να το κάνεις, το ξέρω. Όχι επειδή αγαπάς αυτά τα γράμματα, όχι. Από γινάτι και μόνο, από πείσμα. Για να μην περάσει το δικό μου.
- Έχεις τη δυνατότητα να μου δώσεις μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη αν το κάνεις.
Χαμογελάς στεγνά, αδιάφορα.
- Αν αισθάνεσαι έτσι...
Select all, Delete, Are you sure you want to delete these messages? Yes to all.
Βαθιά ανάσα.
- Και η δεύτερη χάρη;
Φοράω το πιο γοηευτικό χαμόγελό μου, γέρνω το κεφάλι μου λοξά, μισοκλείνω τα μάτια.
- Οι φωτογραφίες εκείνες. Τις έχεις ακόμη;
Τσιτώνεις, το βλέπω καθαρά. Με κοιτάς στα μάτια.
- Ναι, φυσικά.
- Μπορώ να τις δω;
Θέλω να δείχνω άνετη και αδιάφορη, αλλά το τρέμουλο στα χέρια με προδίνει. Σφίγγω το ποτήρι με το νερό.
Κομπιάζεις.
- Δεν... δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.
- Έλα τώρα! στο κάτω κάτω μου ανήκουν. Εγώ σου ζήτησα να τις τραβήξεις, και τώρα δεν μπορώ να τις δω;
- Δεν είναι αυτό...
Τι σκέφτεσαι άραγε; Την κοπέλα σου, ίσως; Τι θα σκεφτόταν αν μας έβλεπε μαζί να κοιτάζουμε ερωτικές φωτογραφίες μας;
- Έχω δυο χρόνια να τις δω, κοντεύω να τις ξεχάσω πια! Εσύ τις έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι δίκαιο. Μια ματιά μόνο.
Ανοίγεις ένα directory, ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Open file, unzip, και να τες.
Μου έρχεται ζάλη, ναυτία, αηδία. Είμαι εγώ ή μήπως άλλη; Δεν ταυτίζομαι πια με τη γυναίκα της φωτογραφίας, είναι μια ξένη. Τι κάνω εγώ εδώ;
Ευτυχώς δεν με προσέχεις. Περνάς από τη μια φωτογραφία στην άλλη, τις χαζεύεις.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε θέλω να ξέρω.
Βαθιά ανάσα, βουτιά.
- Θα σου χρωστούσα μεγάλη χάρη αν τις έσβηνες.
Γελάς.
- Το φανταζόμουν ότι αυτό θα μου ζητούσες.
Μίσος. Το μίσος που νιώθουμε όταν η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας εξαρτάται από το καπρίτσιο ενός ξένου.
- Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη. Όσο υπάρχουν, με βασανίζει η σκέψη τους.
- Ρε συ, στο είπα και πριν, στο είχα πει και τότε. Είναι το μόνο που έχω από σένα. Θέλω να κρατήσω κάτι από σένα.
Ρουφάω τον αέρα μέσ' απ' τα δόντια μου.
- Αν δεν τις σβήσεις αμέσως, αδειάζω τα νερά πάνω στο κομπιούτερ.
Δεν το πιάνεις αμέσως. Ύστερα γελάς, εκείνο το λίγο τσιριχτό γελάκι σου.
- Έλα τώρα! Πλάκα κάνεις!
- Αμέσως.
Το βλέμμα μου δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζω. Νιώθω χλωμή, κρύα. Φαίνεσαι ανήσυχος. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε με νοιάζει.
- Είσαι τρελή.
- Τελείως.
Με κοιτάζεις για λίγη ώρα ερευνητικά. Ύστερα ανασηκώνεις τους ώμους. Κλικ, κλικ, κλικ. Και μετά empty recycle bin. Τέλος.
- Ευχαριστημένη;
Νιώθω ταχυπαλμία, λιποθυμία. Καθομαι στην καρέκλα, πίνω σιγά σιγά το ένα νερό. Με κοιτάζεις ανήσυχος. Γέρνεις προς το μέρος μου.
- Είσαι καλά;
Γνέφω καταφατικά και τεντώνω το χέρι μου με την παλάμη απλωμένη. Δεν θέλω να με πλησιάσεις. Δεν θέλω να με αγγίξεις. Οτιδήποτε εκτός απ' αυτό.
- Μην κάνεις έτσι, επιτέλους, δεν αξίζει τον κόπο...
- Μια τελευταία χάρη.
Ξεφυσάς μπουχτισμένος, λες και είμαι κακομαθημένο παιδί.
- Έλα, ακούω.
- Τα βιβλία που σου έδωσα... τα έχεις;
Κι αν τα έχεις, σκέφτομαι, θυμάσαι που βρίσκονται; Ή τα έχεις καταχωνιάσει σε κανένα υπόγειο, σε καμμιά κούτα; Ή μήπως τα έδωσες πουθενά δανεικά κι αγύριστα;
- Κάτσε να δεις, κάπου εδώ θα είναι...
Τρυπώνεις στο δωμάτιό σου και σκαλίζεις την βιβλιοθήκη. Δεν σε ακολουθώ. Περιμένω.
Αρκετά λεπτά αργότερα επιστρέφεις θριαμβευτής:
- Να τα!
Τα τείνεις προς το μέρος μου. Κοιτάζω. Τα ακουμπάς στο γραφείο, δίπλα μου.
- Όμορφα βιβλιάκια, άρεσαν πολύ και στην κοπέλα μου.
Μαχαιριά.
Μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβες πόσο με πόνεσες;
Μα πόσο απίστευτα μαλάκας είσαι!
Απλώνω διστακτικά το χέρι μου, πιάνω το πρώτο.
"Το άσπρο ελάφι", James Thurber. Παλιά έκδοση. Μετάφραση, Σωτήρης Κακίσης. Με σκίτσα του ίδιου του Thurber.
Νιώθω ένα τσίμπημα στα βλέφαρα. Συγκρατούμαι με κόπο. Όχι τώρα, όχι μπροστά του.
Πιάνω το δεύτερο βιβλίο.
"Μύθοι για την εποχή μας", πάλι του Thurber, παλιά έκδοση κι αυτή. Χαϊδεύω το εξώφυλλο και πιάνω το τρίτο.
"Τα δεκατρία ρολόγια", του ίδιου συγγραφέα. Εξαντλημένο.
Πίνω μια γουλιά νερό από το δεύτερο ποτήρι. Παίρνω τα βιβλία και τα βάζω στο σακίδιό μου.
- Τι κάνεις εκεί; Έλα ρε! Έλα τώρα! Αυτά μου τα χάρισες, είναι δικά μου!
Σηκώνω το βλέμμα μου. Δεν ξέρω τι έκφραση έχω, αλλά μόλις με βλέπεις παγώνεις.
- Τα χάρισα στον άντρα που αγαπούσα και με αγαπούσε. Στον άντρα που εμπιστευόμουν. Στον άντρα που θα ήταν πάντα δίπλα μου.
Φτύνω τις φράσεις σαν χαστούκια, αλλά δεν σε βλέπω εντυπωσιασμένο. Πάντα ήσουν αναίσθητος φαίνεται, απλώς δεν το είχα καταλάβει.
- Μου τα χάρισες. Και σ' αγαπούσα, και μ' αγαπούσες. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω.
Σφίγγω πάνω μου το σακίδιο.
- Σου έδωσα την ψυχή μου. Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μου είπες ότι θα την φροντίσεις. Την τσαλαπάτησες και την πέταξες στα σκουπίδια.
Έχω ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μιλώ. Δεν μιλάς.
Μια φράση σαν λυγμός.
- Θέλω την ψυχή μου πίσω.
Κάνεις να απλώσεις το χέρι σου κι αποτραβιέμαι. Καλύτερα να με τσιμπήσει φίδι.
- Λυπάμαι...
- Χέστηκα άμα λυπάσαι. Άσε με να φύγω τώρα.
Κάνω μεταβολή και τρέχω, τρέχω. Κουτρουβαλάω τις σκάλες, ούτε βλέπω πού πηγαίνω. Για πότε βρέθηκα έξω, δεν το κατάλαβα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα κλαίω, πότε πρόλαβαν να μαζευτούν τόσα δάκρυα;
Τρέχω όσο φτάνει η ανάσα μου και σωριάζομαι λίγα τετράγωνα παρακάτω σ' ένα παγκάκι.
Ρίχνω πίσω το κεφάλι. Έχω νυχτώσει.
Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.
.
Ποτέ δεν θα το κάνω, φυσικά. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ούτε θα σου ζητήσω ποτέ να μου δώσεις πίσω αυτά που μου πήρες. Δεν θέλω να με θυμηθείς, σίγουρα με έχεις ξεχάσει. Δεν θέλω να βρεθώ στο έλεός σου, δεν θέλω να με οικτίρεις.
Αλλά κάποιες νύχτες που δεν με πιάνει ο ύπνος, στριφογυρίζω στο κρεβάτι και φτιάχνω τέτοιες ηλίθιες φαντασιώσεις.
.
καθήλωση
Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος.
Παράξενο αλήθεια.
Σε σκέφτομαι ακόμη, κάθε μέρα, πολλές ώρες τη μέρα. Η σκέψη σου έχει γίνει κάτι σαν καρκίνωμα μέσα στο μυαλό μου, κάπως σαν τον κάλλο στις φτέρνες, που όλο τον κόβεις και όλο ξαναγίνεται. Καμμιά φορά τυχαίνει να συγκεντρωθώ πολύ στη δουλειά μου και να μην σε σκεφτώ καθόλου για δυο ή τρεις ώρες. Ύστερα η σκέψη σου εισβάλει ξανά στο μυαλό μου απότομα, σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και να μπαίνει εκτυφλωτικό το φως του ήλιου, ή μήπως το σκοτάδι; Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ μου δεν σε ειχα ξεχάσει, απλώς είχα ξεχάσει να σε σκέφτομαι.
Τι σκέφτομαι; Πολλά και τίποτα. Σε θέλω ακόμη; Ούτε με σφαίρες. Σε αγαπώ; Αστείο πράγμα. Καλά καλά δεν θυμάμαι την όψη σου, δεν θυμάμαι πια πώς ήσουν, δεν θυμάμαι πια πώς ένιωθα. Δεν θυμάμαι τίποτα σχεδόν, ούτε αισθάνομαι. Έχω κλείσει το μπαούλο κι έχω κάτσει πάνω στο καπάκι με όλο μου το βάρος. Αν τυχόν ανοίξει κατά λάθος μια χαραμάδα, από αφηρημάδα ή από αδυναμία, το πρώτο πράγμα που ξεχύνεται από μέσα είναι πόνος. Υγρός, ψυχρός πόνος που καίει, κάπως σαν υγρό άζωτο ή σαν χυτό πυρακτωμένο μέταλλο.
Καλύτερα λοιπόν να μην αισθάνομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι, αλλά κάνω σκέψεις. Αυτές δεν μπορώ να τις φυλακίσω, είναι σαν τον σκώρο ή σαν τα ασημόψαρα, ξεγλιστρούν από τις χαραμάδες. Τι σκέψεις; Ούτε και ξέρω. Ξαναπαίζω τα γνωστά παλιά σενάρια, τα τελειοποιώ, τα παραλάσσω, φτιάχνω καινούρια. Σενάρια εκδίκησης, σενάρια γεμάτα καυστικές ειρωνικές ατάκες που εξαντλούνται από τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί σκοντάφτουν πάνω στο αξεπέραστο: κέρδισες κι έχασα. Τι θα μπορούσα ποτέ να πω ή να κάνω που να με κάνει εμένα κερδισμένη;
Ξαναμασώ λοιπόν τις παλές γνωστές τσίχλες, καλύτερα έτσι, απαλλάχτηκα από σένα, έτσι κι αλλιώς δεν οδηγούσε πουθενά, αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε.
Και ξαναγράφω το σενάριο, μαζεύω το καπέλο μου, το φοράω στραβά στο κεφάλι μου και απομακρύνομαι κόντρα στον ήλιο, για να μη φανούν τα αυλάκια στα μάγουλά μου.
.
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
σύζυγος και ερωμένη
Η Φορτουνάτα είναι μια νέα πανέμορφη, αμόρφωτη και απολίτιστη. Γνωρίζει τον αριστοκράτη Χουάν ντε Σάντα Κρουθ, τον ερωτεύεται με τρελό πάθος, συνδέονται ερωτικά, εκείνος της υπόσχεται γάμο, αλλά σύντομα την παρατάει για να παντρευτεί μια γοητευτική κοπέλα της δικής του κοινωνικής τάξης, την όμορφη και ενάρετη Χαθίντα.
Η Φορτουνάτα, έγκυος, υποκύπτει στις προτάσεις ενός άλλου άντρα, για να εξασφαλίσει την συντήρησή της. Ο μικρός γιος της σύντομα αρρωσταίνει και πεθαίνει. Εκείνη, μετά από πολλούς καταστροφικούς δεσμούς, παντρεύεται έναν καλόκαρδο αλλά ασθενικό και άσχημο νεαρό φαρμακοποιό, τον Μαξιμιλιάνο. Εκείνος την λατρεύει, εκείνη όμως τον δέχεται μόνο και μόνο για να αποκατασταθεί, πιστεύοντας ότι με τον καιρό ίσως μπορέσει να τον αγαπήσει.
Εξακολουθεί όμως να είναι ερωτευμένη με τον Σάντα Κρουθ, και μόλις εκείνος την πλησιάζει πάλι, βαριεστημένος από την ρουτίνα της οικογενειακής ζωής, εκείνη πέφτει αμέσως στην αγκαλιά του. Εγκαταλείπει τον άντρα της και εγκαθίσταται σε ένα σπίτι που της εξασφαλίζει ο εραστής της.
Ζουν έναν φλογερό αλλά λαθραίο έρωτα. Η Φορτουνάτα ζηλεύει με πάθος την Χαθίντα, την οποία όλοι εκθειάζουν: όμορφη, καλλιεργημένη, αριστοκρατική, καλόψυχη, γενναιόδωρη, ενάρετη. Λαχταράει όσο κάθε τι άλλο να βρεθεί στην θέση της, ενώ γνωρίζει πως αυτό είναι αδύνατον. Ο Χουάν ντε Σάντα Κρουθ έχει αδυναμία στην ερωμένη του, αλλά κατά βάθος λατρεύει την γυναίκα του και δεν σκοπεύει να την αφήσει.
Μια μέρα συμβαίνει το αναπόφευκτο: ο Χουάν την εγκαταλείπει και πάλι, γιατί η γυναίκα του πληροφορήθηκε την κρυφή ζωή του, και δεν θέλει να ριψοκινδυνέψει τον γάμο του. Η Φορτουνάτα, απελπισμένη, αποφασίζει να επιστρέψει στον σύζυγό της, μετά από πιέσεις φίλων και γνωστών. Ο καιρός περνά, το παρελθόν μοιάζει να ξεχάστηκε, φαινομενικά ζει μια ήρεμη συντηρητική ζωή, μέσα της όμως τα αισθήματα εξακολουθούν να χοχλάζουν.
Ο άντρας της την ζηλεύει παθολογικά, μέχρις τρέλας. Φτάνει στο σημείο να αρρωστήσει, κι εκείνη του παραστέκεται με αυταπάρνηση, αλλά χωρίς στοργή.
"Πλάγιασε και κείνη, και κουβέντιαζε μαζί του μέχρι που εκείνος νύσταξε. Τον καημένο! Ο οίκτος που ένιωθε η Φορτουνάτα, έσβηνε την αποστροφή στην ψυχή της, ή τουλάχιστον την κάλυπτε, σαν ένα πέπλο, δεν της επέτρεπε να εκδηλωθεί. Και η συμπόνια έκανε να ξεπηδούν μέσα της εκείνη η λαχτάρα για ηθική αρετή που ανθούσε κάθε τόσο σαν εφήμερο λουλούδι, θρεμμένο από την αντιζηλία."
Πόσο καλά γνωρίζω αυτόν τον οίκτο, αυτήν την συμπόνια!
Πώς μοιάζουν τόσο πολύ με την αγάπη!
Μια μέρα η Φορτουνάτα συναντά τυχαία την Χαθίντα ενώ επισκέπτεται ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα.
"Συναντήθηκαν στη μέση του στενού διαδρόμου. Η Φορτουνάτα κάρφωσε τα χέρια της στα μπράτσα της άλλης, και η Χαθίντα την κοίταξε έντρομη, σάμπως να έβλεπε μπροστά της ένα θεριό... Τότε είδε το σκληρό ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη της άγνωστης, και άκουσε τη φονική φωνή της να προφέρει καθαρά:
- Είμαι η Φορτουνάτα.
Η Χαθίντα έμεινε άφωνη... ύστερα άφησε ένα στριγγό Αχ!, σαν κάποιος που νιώθει το τσίμπημα της όχεντρας. Στο αναμεταξύ η Φορτουνάτα έγνεφε καταφατικά με θράσος, και ξανάλεγε:
- Είμαι... είμαι η... η...
Μα τόσο πολύ πνιγότανε, ώστε δεν άρθρωσε τις τελευταίες λέξεις. Η Χαθίντα χαμήλωσε το βλέμμα, και μ' ένα τράβηγμα λευτέρωσε το χέρι της. Θέλησα να πει κάτι, μα δεν μπόρεσε. Η άλλη μέριασε, πετώντας σπίθες απ' τα μάτια και φλόγες απ' το στήθος, και πισωπατώντας συνέχισε να λέει, με λέξεις που πάγωναν στα χείλη:
- Δεν αξίζεις τίποτα... γιατί αν εγώ ήμουνα στη θέση σου, θα ήμουνα...
Τότε ξαναβρήκε την ανάσα της, και μπόρεσε να πει:
- Καλύτερή σου, καλύτερή σου!
Η κυρία Σάντα Κρουθ ξαναβρήκε πρώτη την αυτοκυριαρχία της, και μπαίνοντας στη σάλα, κάθησε και πάλι στον σοφά. Η στάση της έδειχνε τόσο αξιοπρέπεια όσο και αθωότητα. Ήταν το θύμα της επίθεσης, κι έτσι όχι μόνο μπορούσε να ηρεμήσει πιο γρήγορα, αλλά και να αποκριθεί στην επίθεση με περιφρόνηση και ανωτερότητα, ακόμη και με συγγνώμη. Η άλλη, αντίθετα, ένιωσε τεράστιο βάρος μέσα της."
Πόσο καλά γνωρίζω αυτήν την ζήλια και τον θαυμασμό! Πόσο καλά γνωρίζω αυτό το βάρος, αυτήν την τυφλή οργή, αυτήν την ντροπή! Πόσο καλά γνωρίζω πώς ζεματάει αυτή η ανωτερότητα!
Σε ό,τι αφορά εμένα, η ανάρτηση τελειώνει εδώ.
Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος: η Φορτουνάτα εγκαταλείπει ξανά τον άντρα της για χάρη του Χουάν, αυτή τη φορά όμως μένει έγκυος. Όταν λοιπόν ο εραστής της την προδίνει για τρίτη φορά, εκείνη νιώθει ευτυχισμένη γιατί έχει το παιδί της. Μια μέρα όμως την επισκέπτεται ο άντρας της και την πληροφορεί ότι ο πρώην εραστής της έχει άλλη ερωμένη, την καλύτερη φίλη της. Ξετρελαμένη από ζήλια επιτίθεται στην νέα αντίζηλό της, με παρ' ολόγον τραγικά αποτελέσματα. Επιστρέφει σπίτι, όμως μια επιπλοκή της λοχείας, σε συνδυασμό με την αναστάτωση από τον καυγά, τής προκαλεί αιμορραγία και πεθαίνει πριν προλάβουν να την βοηθήσουν.
Πριν ξεψυχήσει, αναθέτει σε έναν έμπιστο φίλο της να παραδώσει το μωρό στην Χαθίντα. Εκείνη, συγκινημένη από την τραγωδία της αντιζήλου της και αηδιασμένη με την συμπεριφορά του συζύγου της, υιοθετεί το παιδί και εγκαταλείπει τον άπιστο και εγωιστή Χουάν.
Τέλος.
Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009
παραλειπόμενα
Εξαιρετική ταινία, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Μια πορνογραφική σχέση (Une liaison pornographique), σενάριο Philippe Blasband (Φιλίπ Μπλαμπάν), σκηνοθεσία Frederic Fonteyne (Φρεντερίκ Φοντέν), παίζουν Nathalie Baye (Ναταλί Μπάιγ), Sergi López (Σερζί Λοπέζ γαλλιστί, Σέρχι Λόπεθ ισπανιστί).
Μια γυναίκα βάζει αγγελία στην εφημερίδα ζητώντας παρτεναίρ για την πραγμάτωση μιας σεξουαλικής φαντασίωσης που δεν κατονομάζεται. Ένας άντρας ανταποκρίνεται και ξεκινούν μια σχέση καθαρά σεξουαλική, χωρίς ονόματα, χωρίς υποχρεώσεις. Ερωτεύονται ο ένας τον άλλον ανεπαίσθητα. Όταν εκείνος θέλει να προχωρήσει σε μια σχέση ανοιχτή, "φυσιολογική", εκείνη διστάζει και τελικά υπαναχωρεί. Στον εαυτό της λέει ότι εκείνος κατά βάθος δεν θα ήθελε: ήταν μικρότερός της, αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα θα κουραζόταν, θα ήθελε οικογένεια, παιδιά.
Γλυκόπικρη γεύση, τέλος χωρίς τέλος, μα μήπως η ζωή έχει ποτέ τέλος;
Une liaison pornographique
(Δεν μπόρεσα να βρω κάποιο trailer με ελληνικούς υπότιτλους, το αγγλόφωνο trailer μου φάνηκε πολύ αμερικανιά, ξεσκονίστε λοιπόν τα γαλλικά του σχολείου και χαλαρώστε).
Σάββατο 4 Ιουλίου 2009
κατακλείδα
Η ιστορία μου έφτασε στο τέλος της. Το ιστολόγιο αυτό εκπλήρωσε το σκοπό του.
Πολλά λόγια για να διηγηθώ κάτι τόσο απλό και κοινότυπο όσο μια ερωτική ιστορία.
Ευχαριστώ όλους εσάς που με συντροφέψατε σε τούτη την πορεία. Όλους εσάς που με διαβάζατε τακτικά, όλους εσάς που με διαβάσατε έστω και μία φορά. Χωρίς τη συντροφιά σας δεν θα μπορούσα να είχα συνεχίσει ως το τέλος.
Δεν θέλω να σας αναφέρω ονομαστικά, μην τυχόν ξεχάσω ή αδικήσω κάποιον. Σας ξέρω και με ξέρετε, κι αυτό φτάνει. Αν κάποιος θέλει κάτι να μου πει, μπορεί να το κάνει εδώ στα σχόλια, ή να μου γράψει στην ηλεκτρονική διεύθυνση που πρόσθεσα στο προφίλ μου. Τώρα είμαι εδώ κι ακούω.
Να είστε όλοι καλά.
.
Τετάρτη 1 Ιουλίου 2009
ψυχή απενδυόμενη
Πόσο δύσκολο είναι να ξεγυμνωθείς μπροστά στους άλλους;
Ξεγυμνώνουμε το κορμί μας καθημερινά. Αλλάζουμε ρούχα, κάνουμε μπάνιο, κάνουμε σεξ. Εκθέτουμε το σώμα μας γυμνό, πολλές φορές μπροστά σε αγνώστους, κάποτε ακόμη και μπροστά στον καθρέφτη.
Πόσο εύκολα κάνουμε το ίδιο και με την ψυχή;
Βγάζουμε την ψυχή μας βόλτα, την στολίζουμε για να εντυπωσιάσουμε και για να την προστατέψουμε. Της φοράμε ρούχα, εσώρουχα, κοσμήματα, κορσέδες. Την περιφέρουμε και την επιδεικνύουμε μεταμφιεσμένη, σαν γκέισα ή σαν άρμα του καρνάβαλου.
Κάποτε όμως θέλει κι εκείνη να ξεγυμνωθεί, να πετάξει τα ενδύματα των ρόλων, κι ελεύθερη να τεντωθεί, να χορέψει, να νιώσει πάνω της το καλοκαιρινό αεράκι. Κάποτε θέλει να εκτεθεί σε μάτια άλλων χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.
Όμως και τότε ακόμη, πάντα κρατά ένα κομμάτι της κρυφό.
. . .
Τρίτη 30 Ιουνίου 2009
απολογισμός
.
Ήρθε η ώρα του απολογισμού.
Αμύθητα κέρδη, ανυπολόγιστες ζημίες. Ισολογισμός αρνητικός. Λάθος επένδυση. Μηδέν εις το πηλίκον.
Μόνη ξεκίνησα, μόνη κατέληξα.
Μα πώς κατάφερα να είμαι τώρα περισσότερο μόνη παρά πρώτα;
.
Μόνος ήσουν πάντα
Λευτέρης Παπαδόπουλος-Τάσος Καρακατσάνης
τραγουδά η Χαρούλα Αλεξίου
Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
σαν κρυφή πηγή.
Μόνος είσαι πάλι
στ' άδειο προσκεφάλι
μοναχός στη ζωή.
Γείρε και κοιμήσου
όσο κι αν πονείς.
Χάνεσαι, σκορπιέσαι
μα για σένα κανείς.
Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
σαν κρυφή, σαν κρυφή πηγή.
Χάραξε κι ακόμα
τριγυρνάς στο στρώμα
για να ξεχαστείς.
Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
μόνος όπως κι εμείς.
Γείρε και κοιμήσου
όσο κι αν πονείς.
Χάνεσαι, σκορπιέσαι
μα για σένα κανείς.
Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
μόνος, μόνος όπως κι εμείς.
.
Κυριακή 28 Ιουνίου 2009
νικητές και ηττημένοι
.
Νόμιζα πως ο έρωτας ήταν ένα παιχνίδι που παίζουν δύο άνθρωποι μαζί. Ένα παιχνίδι που διασκεδάζουνε μαζί, ένα παιχνίδι που η νίκη του ενός είναι και νίκη του άλλου.
Τόσο αφελής ήμουν.
Δεν φανταζόμουν πως είναι το πιο σκληρό και ανταγωνιστικό παιχνίδι που υπάρχει.
Άκουγα εκείνες τις ατάκες, πως ο έρωτας είναι σαν τον πόλεμο, και δεν τις καταλάβαινα. Νόμιζα πως για να κερδίσεις πρέπει να δοθείς ολόψυχα, να παραδοθείς άνευ όρων.
Τέτοια ασχετοσύνη.
Άνοιξα όλα τα χαρτιά μου και στα έδειξα. Έπαιξα όλους μου τους άσσους στον πρώτο γύρο. Ποντάρισα όλες μου τις μάρκες, νομίζοντας πως έκανες κι εσύ το ίδιο.
Τέτοιος μαλάκας είμαι.
Για να βρεθώ στο τέλος όχι απλώς χαμένη, αλλά μαδημένη.
Κι εσύ, ο κερδισμένος, τα παίρνεις όλα.
Δε λέω, ήξερα πως γίνονται και τέτοια. Αλλά νόμιζα πως συμβαίνουν μόνο στους άλλους. Νόμιζα πως στον αληθινό έρωτα είναι διαφορετικά.
Άκου να δεις τώρα!
Σαράντα χρονών γυναίκα!
Να νομίζω πως ο δικός μας έρωτας είναι αλλιώτικος από τους άλλους!
Αφέλεια και αλαζονεία μαζί!
Να πεις ότι δεν είχα διαβάσει ούτ' ένα φωτορομάντζο, ότι δεν είχα ακούσει ούτ' ένα τραγουδάκι; Είχα, πώς δεν είχα, αλλά νόμιζα ότι αφορούσαν τους άλλους.
Καβάλα στο καλάμι.
Έπαιξα με λάθος κανόνες.
Κι έχασα.
Κι εσύ, ο κερδισμένος, τα πήρες όλα και ζητούσες κι άλλα. Ζητούσες και δεύτερο βραβείο, ζητούσες και άφεση, ζητούσες και δικαίωση. Λες και δεν ήταν αρκετό που κέρδισες.
Η αλαζονεία του νικητή.
...
Δε βαριέσαι, αγόρι μου. Τελικά, στο ίδιο καζάνι βράζουμε όλοι.
Νικητές και ηττημένοι.
.
