Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

παιχνίδι

.


Σήμερα θα παίξουμε ένα καινούριο παιχνίδι. Είναι πολύ απλό και ευχάριστο. Αρκεί ένα κλικ με το ποντίκι.


Πρώτα όμως πρέπει να ντυθούμε κατάλληλα.


Έχω διαλέξει για σένα κάτι όμορφο εδώ.


Για μένα διάλεξα δύο, δεν μπορώ να αποφασίσω ποιο μου αρέσει περισσότερο, θέλεις να ρίξεις μια ματιά; Το ένα θα το βρεις εδώ και το άλλο εδώ.


Πάρε το χρόνο σου, κοίταξέ τα με την ησυχία σου.


Θέλω να με φανταστείς να τα φοράω, πρώτα το ένα και μετά το άλλο.


Θέλω να φανταστείς ότι πηγαίνουμε μαζί για ψώνια. Κοιτάζουμε βιτρίνες, μου δείχνεις τι σου αρέσει, τι θα ήθελες να δεις πάνω μου. Μπαίνουμε στο μαγαζί, η πωλήτρια ξεκρεμάει από την κρεμάστρα αυτά που της ζητήσαμε, μας γυρίζει στιγμιαία την πλάτη, έχει καλίγραμμο σώμα, λεπτή μέση, μακριά πόδια, η στενή φούστα της χαϊδεύει τη στρογγυλάδα της. Κοιταζόμαστε συνένοχα και χαμογελάμε, ξέρω τι σκέφτεσαι, μου αρέσει που το σκέφτεσαι.


Μπαίνουμε μαζί στο δοκιμαστήριο, βγάζω τα ρούχα, βγάζω τα εσώρουχα, με βοηθάς να δοκιμάσω τα καινούρια, καθυστερώντας ίσως λίγο παραπάνω καθώς ανεβάζεις το κορμάκι, αφήνοντας τα δάχτυλά σου να ξεστρατίσουν λίγο, χαϊδεύοντας τον ώμο μου καθώς στρώνεις την τιράντα. Κοιταζόμαστε στον καθρέφτη, βλέπω τον πόθο στα μάτια σου, σε νιώθω πάνω μου καθώς με αγκαλιάζεις από πίσω, γελάω καθώς τραβιέμαι και σου πιάνω τα χέρια, έχουμε όλο το χρόνο γι’ αυτό.


Δοκιμάζουμε και δεύτερο, και τρίτο, μπαίνουμε και σε άλλα μαγαζιά, μεσημέριασε, πεινάω πολύ, κι εσύ το ίδιο, όμως προτρέχει μια άλλη πείνα, πολύ πιο επιτακτική. Δύσκολα πια μπορούμε να συγκρατήσουμε τον ερεθισμό μας, αυτό όμως είναι το πιο ηδονικό κομμάτι του παιχνιδιού, η αναμονή, η αναβολή, τόσο πιο απολαυστική όσο πιο σίγουρη είναι η κατάληξη.


Διαλέγεις ένα κορμάκι με δαντέλα, με χαμηλό σουτιέν που αφήνει το στήθος έξω και πίσω σταματά χαμηλά στην πλάτη, αφήνοντας χώρο για άλλα παιχνίδια. Η ανυπομονησία κάνει την καρδιά μου να χτυπά τόσο δυνατά ώστε σβήνει όλους τους ήχους του έξω κόσμου.


Μόλις κλείσει η πόρτα πίσω μας με σφίγγεις πάνω σου.

- Πρέπει να περιμένεις, αγοράκι.

Με αρπάζεις ανυπόμονα αλλά σου ξεγλιστρώ, σου γνέφω όχι, όχι ακόμα, και με ένα κοροϊδευτικό χαμόγελο τρυπώνω στο μπάνιο και γυρνώ το κλειδί.


Όταν βγαίνω με περιμένεις όρθιος έξω από την πόρτα. Δεν βλέπεις τίποτα πια, ούτε καν εμένα, μόνο το όνειρο που μαζί παίξαμε, μόνο τον πόθο που μαζί θεριέψαμε. Με σπρώχνεις απότομα στον τοίχο, χάνεσαι μέσα μου, νιώθω το σώμα μου ένα με το δικό σου, κι εγώ δεν ξέρω πια ποιος είναι ποιος, ούτε αν τελειώνει ποτέ αυτό το παιχνίδι.


Όμως ακόμα και η αιωνιότητα έχει τέλος.


Πρέπει να χωριστούμε.


Όταν φτάσεις σπίτι σου, αφού ξεκουραστείς, θέλω να ανοίξεις πάλι τον υπολογιστή σου και να μου διαλέξεις ένα δώρο, κάτι να μου κάνει συντροφιά όταν είσαι μακριά μου, ένα παιχνίδι μόνο για μένα.


Θα βρεις πολλά όμορφα παιχνίδια εδώ.


.

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

ο έρως είναι μύθος

...

η απομυθοποίηση είναι για loosers

...

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2009

τύψεις

.

Εχτές κάναμε έρωτα με τον άντρα μου.

Δεν μπορούσα να το διανοηθώ ούτε μπορούσα να το αποφύγω άλλο. Πόσες μέρες μπορείς να είσαι κουρασμένη, να νυστάζεις, να έχεις πονοκέφαλο ή περίοδο;

Όχι πως δεν είχε ξαναγίνει από τότε που με άφησες. Όσο κι αν κοίταζα να πέσω για ύπνο με τις κότες και να σηκωθώ με τα κοκόρια, όσο κι αν του γύριζα την πλάτη σβήνοντας το φως, όσο κι αν κυκλοφορούσα στο σπίτι σα φάντασμα με τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, κάποιες φορές γινότανε κι αυτό. Το άφηνα απλώς να συμβεί, στο σκοτάδι, με κλειστά τα μάτια, με σφιγμένο σώμα, δαγκώνοντας τα χείλη για να μην κλάψω και μουσκεύοντας μετά το μαξιλάρι στο δάκρυ.

Εχτές όμως, δεν ξέρω για ποιο λόγο, ήταν διαφορετικά.

Είχε περάσει κάμποσος καιρός. Ένιωθα ότι δεν μπορώ πια να του το αρνηθώ. Και είχα βαρεθεί να κλαίω. Άφησα το φως αναμμένο και έστρεψα το πρόσωπό μου προς το μέρος του, με ανοιχτά τα μάτια. Τον χάιδεψα στο πρόσωπο, στην πλάτη, στην κοιλιά. Τον άφησα να με αγγίξει παντού, άφησα το σώμα μου να δεχτεί τα χάδια του.

Κάτι μέσα μου αντιδρούσε. Η εικόνα σου δεν έφευγε από το μυαλό μου. Πώς θα μπορούσε; Έχεις διαποτίσει τη σκέψη μου, έχεις γίνει κομμάτι της, με συντροφεύεις όλη μέρα κι όλη νύχτα όπου κι αν πάω, ό,τι κι αν κάνω. Κι αυτήν την ώρα, την ώρα που θέλω να δοθώ ερωτικά, δεν μπορώ να δοθώ παρά μόνο σε σένα.

Τον άφησα να με γδύσει, να με κοιτάξει, να με αγγίξει, τον άφησα να με φιλήσει ανάμεσα στα πόδια, για πρώτη φορά μετά από τόσους μήνες. Άφησα το σώμα μου να ξεχαστεί, να χαλαρώσει. Του χάιδεψα το κεφάλι και τον τράβηξα πάνω μου.

Σκόρπιες σκέψεις ανάκατες, δικές σου θύμησες, άγνωστα σώματα, λάγνες φαντασιώσεις. Και πάντα η εικόνα σου να επανέρχεται σαν θλίψη και σαν τύψη.

-Ξάπλωσε λίγο να ξεκουραστείς.
Μ' ένα χαμόγελο.

Τώρα είμαι εγώ πάνω του, δεν αφήνομαι πια παθητικά, έχω εγώ τα ηνία. Αυτό είναι το πιο δύσκολο. Για μια στιγμή βουλιάζω στη νοσταλγία, ένας λυγμός συνταράζει το κορμί μου.

Αμέσως μετά όμως έρχεται η σκέψη σου και με αγκαλιάζει.


Μου λές ότι σου αρέσει αυτό που κάνω, ότι θέλεις να το κάνω, ότι θέλεις να νιώσω όμορφα, να νιώσω ηδονή, να νιώσω πόθο για έναν άλλον άντρα, γιατί αυτό είναι που θέλεις από μένα, πάνω απ' όλα, να είμαι πλάσμα ερωτικό, ελεύθερο και δυνατό.

Γιατί πάντα η σχέση μας ήταν ελεύθερη, ανοιχτή, ποτέ δεν περιόρισε ο ένας τον άλλον, ποτέ δεν βάλαμε κανόνες ούτε απαγορεύσεις. Είμασταν μαζί μόνον επειδή το επιθυμούσαμε και για όσο το επιθυμούσαμε.

Και τώρα είμαστε πάλι μαζί, είσαι μαζί μου, πάνω μου, γύρω μου, μέσα μου, διαποτίζεις το σώμα και τη σκέψη μου, με αγκαλιάζεις και με οδηγείς στην ηδονή, με ελευθερώνεις.

Ένα πολύχρωμο πυροτέχνημα και μετά σιωπή.

Κι ύστερα αναβλύζουν δάκρυα.

Κράτα με αγκαλιά.

Μη μ' αφήνεις.

Πονάω.

.

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2009

μαγική τελετή

.

Ξεκίνησε κάπως σαν παιχνίδι, θυμάσαι;

Σου έγραψα πως θα μου άρεσε να παίξουμε το γαμπρό και τη νύφη. Να έρθω στη συνάντησή μας ντυμένη στα λευκά, με τούλια και δαντέλες, με άσπρα ρόδα στα μαλλιά και άσπρα μεταξωτά εσώρουχα, κι εσύ να με πάρεις αγκαλιά, να με περάσεις το κατώφλι της πόρτας, να με ακουμπήσεις μαλακά στο κρεβάτι και να μου βγάλεις ένα ένα τα ρούχα, ένα ένα τα ρόδα από τα μαλλιά, κάθε άγγιγμα κι ένα φιλί, και να με πάρεις σαν να με έκανες επιτέλους δική σου, σαν να ήταν η πρώτη φορά και για πάντα.

Ανόητα κοριτσίστικα όνειρα.

Μπήκες στο παιχνίδι με ενθουσιασμό απρόσμενο. Δεν ήθελες να κάνουμε κάτι τέτοιο στα ψέματα, παραήταν σοβαρό για να το πάρουμε αψήφιστα. Πόσο θα ήθελες να μπορούσε να γίνει στ' αλήθεια, είπες. Τρόμαξα, αναστατώθηκα. Ήταν δυνατόν; Στα ψέματα, ναι, αλλά... στ' αλήθεια;

Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα μπορούσαμε. Ήσουν εσύ που με έκανες να το πιστέψω. Ήσουν εσύ που μου έβαλες την ιδέα στο μυαλό μου. Ότι κάποια μέρα, κάποτε, ίσως να ήταν δυνατόν.

Σχεδιάσαμε την τελετή με επίμονη βραδύτητα.

Θα ύφαινα μοναχή το νυφικό μου, από μεταξωτές κλωστές βαμμένες με βελανίδια, ρόδια και καρύδια - μακροζωία, αφθονία και γονιμότητα.
Θα έφτιαχνα γλυκίσματα, από μέλι, σουσάμι και σταφίδες. Εσύ θα έφερνες ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί.
Θα λούζαμε ο ένας τον άλλον με αρωματικά βότανα και θα ξεπλενόμασταν με ανθόνερο.
Θα φορούσαμε τα νυφικά μας ρούχα και θα βάζαμε σε ένα σοφραδάκι μια κούπα κρασί κι ένα πιάτο γλυκίσματα.
Στο τζάκι θα έκαιγε φωτιά από ξύλα ελιάς και σανταλόξυλο. Θα κόβαμε ο ένας μια τούφα από τα μαλλιά του άλλου και θα τις ρίχναμε στη φωτιά μαζί, με μια κίνηση.
Θα σχηματίζαμε στο πάτωμα έναν κύκλο με ένα λεπτό σχοινί από μαλακό καννάβι. Θα μπαίναμε στον κύκλο οι δυο μας πιασμένοι από το χέρι. θα δίναμε ο ένας στον άλλον από ένα γλύκισμα και θα πίναμε κρασί από την ίδια κούπα.

Ύστερα θα παίρναμε το σχοινί και θα δέναμε τα χέρια μας μεταξύ τους.


Και έτσι δεμένοι θα κάναμε έρωτα, για πρώτη φορά και για πάντα.


Και ύστερα θα πλέκαμε με το σχοινί εκείνο δυο φυλαχτά να μας συντροφεύουν.





Θα μπορούσε να γίνει. Μα δεν έγινε. Δεν θέλησα να το κάνω παιχνίδι, όπως όλα τα άλλα. Ήταν για μένα, όπως και για σένα, ένα παιχνίδι πάρα πολύ αληθινό. Και θέλησα να περιμένω, να περιμένουμε, με την ευχή και την ελπίδα να γίνει κάποτε στ' αλήθεια.

Και ύφαινα μαγικά ξόρκια στο σκοτάδι.

Λάθος ξόρκια με λάθος υλικά.

Και τώρα μόνη κλώθω τα ξέφτια της μαγείας που εξανεμίστηκε.


.

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2009

κούραση

Όσο περνά ο καιρός, τόσο δυσκολεύομαι να συνεχίσω να γράφω.

Η πληγή κρυώνει και ο πόνος δυναμώνει. Περίμενα ότι θα απαλύνει με τον καιρό αλλά συμβάινει ακριβώς το αντίθετο, είναι από κείνες τις πληγές που ανοίγουν περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου. Σποραδικά φτάνουν ως εμένα πληροφορίες για τους δυο σας: πήγατε για σαββατοκύριακο στο σπίτι του θείου σου, και όλοι βρήκαν την καινούρια σου κοπέλα πολύ γλυκιά και συμπαθητική. Η αδελφή σου ήρθε για πρωτοχρονιά σε σας και την γνώρισε, τη βρήκε πολύ ενδιαφέροντα άνθρωπο, της φανήκατε πολύ ταιριαστό ζευγάρι.

Είναι τόσο κουραστικό να ζηλεύεις συνέχεια, να φθονείς συνέχεια, να μισείς συνέχεια. Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω. Είναι ένα είδος ζήλειας που πάντα περιφρονούσα και που ποτέ δεν περίμενα να νιώσω μέσα μου. Μου ανακατεύει τα σπλάχνα.

Ζηλεύω και μισώ μια κοπέλα που δεν με έχει βλάψει σε τίποτα, που δεν είχε ποτέ της καμμιά κακή πρόθεση απέναντί μου, που ίσως να την έβρισκα κι εγώ γλυκιά και συμπαθητική και ενδιαφέρουσα αν τη γνώριζα. Καμμιά φορά σκέφτομαι, φαντάσου να τη γνωρίσω τυχαία, φαντάσου να τη συναντήσω δίχως να ξέρω ποια είναι και να γίνουμε φίλες!

Και τότε κοιτάζω καχύποπτα όλες τις άγνωστες γυναίκες.

Δεν ζηλεύω την ίδια. Ζηλεύω τη θέση της. Ζηλεύω τη σχέση σας. Ζηλεύω τη θέση που έχει στη ζωή σου. Μπροστά της αισθάνομαι μικρή, αδύναμη, άσχημη, ανίκανη. Από το θρόνο της εκείνη μπορεί να με κοιτάζει με συγκατάβαση, με συμπάθεια, ακόμη και με κατανόηση. Εγώ όμως μπορώ να τη δω μόνο με μίσος.

Γιατί έχει αυτό που επιθυμούσα, αυτό που ένιωθα ότι μου ανήκε, αυτό που είχα και έχασα.

Ταξικός εχθρός.

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

σιωπή

.

Πάνε κιόλας τέσσερις μήνες που μ' άφησες.


Ζω, αναπνέω, τρώω, κοιμάμαι, ξυπνώ. Αναρωτιέμαι καμμιά φορά, πώς είναι δυνατόν; Τι με κινεί; Το νήμα της συνήθειας. Γλιστρώ πάνω σε καλολαδωμένες ράγες, άβουλο βαγόνι. Η τροχιά μου δεν οδηγεί πουθενά, η γραμμή είναι κυκλική, περνώ ξανά και ξανά από τα ίδια μέρη.

Κλαίω ακόμη, λιγότερο όμως. Οι γύρω μου έχουν συνηθίσει. Ο άντρας μου δεν με ρωτάει πια τι έχω. Η κόρη μου συνεχίζει αμέριμνη το παιχνίδι της. Η μαμά κλαίει, σε λίγο θα σταματήσει και θα γυρίσει κοντά μου.

Στον άντρα μου δεν μιλώ πια. Άραγε το έχει καταλάβει; Μιλάμε για τον καιρό, για τους λογαριασμούς, για το τι θα φάμε αύριο. Τα άλλα βουλιάζουν στη σιωπή. Το βράδυ, στο κρεβάτι, χώνομαι από νωρίς στις κουβέρτες και σβήνω το φως. Το πρωί σηκώνομαι αξημέρωτα. Όλη νύχτα πλέουμε σε μια συνένοχη σιωπή.

Καμμιά φορά σκέφτομαι, δεν θα αντέξω άλλο. Πρέπει να μιλήσω. Πώς να μιλήσεις όμως σε κάποιον που δεν θέλει να ακούσει; Τι να πεις σε κάποιον που ξέρεις ότι προτιμά να μην ξέρει;

Να φύγω, θεέ μου, να φύγω. Μα πώς να τον αφήσω όταν ξέρω ότι θα τον τσακίσει η απουσία μου; Πώς να τον πληγώσω όταν ξέρω ότι δεν θα το αντέξει;

Σκουπίζω τα πρησμένα μου μάτια, φυσάω τη μύτη μου, ρίχνω νερό στο πρόσωπο.
- Πάω να κάνω καφε, θέλεις;
- Ένα καφεδάκι θα το έπινα.
Οι φουσκάλες ανεβαίνουν χορεύοντας ως το χείλος του μπρικιού.

- Να είσαι καλά.

Ρίχνω πάνω μου την κουβέρτα της σιωπής.

Κάνει κρύο.

.

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2009

μυσταγωγία

.

Θυμάσαι την πρώτη μας εκδρομή;

Πόσον καιρό λαχταρούσα κάτι τέτοιο! Πόσον καιρό ονειρευόμουν να έχουμε λίγο χρόνο μαζί, λίγο παραπάνω από δυο τρεις κλεμμένες ώρες, αιχμάλωτοι των ξενοδοχείων! Πόσον καιρό ονειρευόμουν να κοιμηθώ ένα βράδυ στην αγκαλιά σου, να σε τυλίξω με τα πόδια μου, να κουρνιάσω στο στήθος σου, να ξυπνήσω το πρωί και να αντικρίσω το αγαπημένο σου πρόσωπο πλάι μου στο μαξιλάρι.

Μου το είχες ξεκαθαρίσει από την αρχή πως ήταν αδύνατον. Όσο και να προσπάθησα δεν κατάφερα να μηχανευτώ κανέναν τρόπο. Μέχρι εκείνη τη μέρα. Όταν μου είπες ότι θα πας σαββατοκύριακο στο χωριό μόνος σου να φτιάξεις τη σκεπή, γιατί η γυναίκα σου με το παιδί δεν ήθελαν να έρθουν, άδραξα την ευκαιρία. Έμοιαζε φυσικό να έρθω μαζί σου: ήμασταν παιδικοί φίλοι, είχα πεθυμήσει να ξαναδώ τις παραλίες που έπαιζα παιδί, τύχαινε να κατεβαίνεις κι εσύ τις ίδιες μέρες, θα ερχόμουν μαζί σου.

Το σπίτι δεν ήταν άδειο: έμεναν οι γονείς σου. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε μια νύχτα μαζί. Θα μπορούσαμε όμως τουλάχιστον να έχουμε τη διαδρομή. Εγώ θα έμενα στη σκηνούλα μου, και θα ξαναβρισκόμασταν στην επιστροφή. Θα μπορούσαμε να πιούμε κι έναν καφέ έξω, με την παρέα. Θα μπορούσα να έρθω και για φαγητό στο σπίτι σας, να πιούμε ένα ουζάκι στη βεράντα, μπροστά στη θάλασσα, μαζί, σαν ζευγάρι, κι ας ήμασταν μονάχα οι δυο μας που θα ξέραμε. Δώσαμε ραντεβού στο ξενοδοχείο. Θυμάμαι ελάχιστα εκείνη τη συνεύρεση. Πιο πολύ λαχταρούσα το ταξίδι, την κουβέντα, τη μουσικούλα στη διαδρομή. Λαχταρούσα να βρεθώ μαζί σου επιτέλους έξω, στον αληθινό κόσμο, να αφεθώ να νιώσω έστω για λίγο, έστω στα ψέματα, πως είμαι το κορίτσι σου.

Λατρεύω τα μεγάλα ταξίδια με αυτοκίνητο. Μου αρέσει να ταξιδεύω μόνη, ακούγοντας τις κασέτες που έχω γράψει για τέτοιες στιγμές. Μου αρέσει να συνταξιδεύω με τους φίλους της καρδιάς μου, με ανθρώπους που όταν είσαι μαζί τους είναι σαν να είσαι μόνος αλλά πιο πλούσιος. Μου αρέσει να οδηγώ, να νιώθω τη δύναμη του ελέγχου και την ηδονή της ταχύτητας. Ζαλίζομαι όταν οδηγεί άλλος, θέλω να κρατώ εγώ το τιμόνι. Μαζί σου όμως ήταν τελείως διαφορετικά. Παρά την ελαφριά ανησυχία μου, δεν ζαλίστηκα καθόλου. Οδηγούσες το αμάξι τόσο γλυκά, τόσο ομαλά, τόσο ήρεμα, χωρίς περιττούς χειρισμούς και επιταχύνσεις, χωρίς καθυστερήσεις και χωρίς βιασύνες, ώστε χαλάρωσα και αφέθηκα να με ταξιδέψεις.

Ήμουν εγώ που πρόσεξα το χωματόδρομο.
- Πού βγάζει άραγε;
Αντί γι' απάντηση, έστριψες το τιμόνι.

Προχωρήσαμε λίγα λεπτά σε ένα δρόμο ανηφορικό, ένα μικρό λόφο με χαμηλά δέντρα και θάμνους. Σταμάτησες στη σκιά μιας βελανιδιάς. Ρίξαμε μια πετσέτα στο πίσω κάθισμα και ανοίξαμε μια πόρτα. Έκανε ζέστη. Ούτε τα τζιτζίκια δεν ακούγονταν.





Στήριξα την αριστερή μου γάμπα πάνω στο κάθισμα του συνοδηγού και τη δεξιά στο ραφάκι. Το κεφάλι μου έγερνε πίσω, έξω από το αυτοκίνητο. Πάνω μου έβλεπα το πρόσωπό σου πλαισιωμένο από το γαλάζιο ουρανό. Μισόκλεισα τα μάτια. Ένα πουλί πετάρισε δίπλα μου.

- Σ' αγαπώ.

Πόσο αγαπώ να βλέπω το πρόσωπό σου τη στιγμή του οργασμού.

Σηκώθηκα και τύλιξα τη μέση μου με το γαλάζιο μου μαντήλι. Πλησίασα τους θάμνους. Ήρθες πίσω μου. Έπιασα τις χούφτες σου και τις οδήγησα στο στήθος μου.
- Δρυς του Διός, δάφνη του Απόλλωνα, μυρτιά της Αφροδίτης. Οι θεοί είναι μαζί μας.

Γέλασες.
- Είσαι μάγισσα.

- Ναι.

Σε τράβηξα πάνω μου.

Χοές από ιδρώτα και σπέρμα.

- Είναι ώρα να πηγαίνουμε.




Αποχαιρέτησα τον ιερό τόπο.

Στα επόμενα.

.