Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

ένα τσαμπί σταφύλια

.

Το πρωί πήγαμε για ψώνια.


Διάλεξα δυο μεγάλα, ζουμερά ροδάκινα κι ένα μικρό πεπόνι. Έχωσες σε μια χαρτοσακούλα ένα μεγάλο τσαμπί κόκκινα σταφύλια. Τα πλύναμε στη βρύση, κοντά στη σκηνή μας.

Κρέμασα την αιώρα ανάμεσα σε δυο μεγάλα πεύκα. Μπροστά, σε αρκετή απόσταση, η θάλασσα. Κάθε τόσο μια συστάδα πεύκων και σκηνούλες διάσπαρτες. Σε αποστάσεις τέτοιες ώστε να μην ενοχλείς και να μην σε ενοχλούνε.



Μου άρεσε ο τρόπος που φορούσες τη γύμνια σου. Με μια φυσικότητα καθημερινή, σαν να μην ήταν και τίποτε σπουδαίο. Τα τελευταία χρόνια ασφυκτιούσα μέσα στις διακοπές κονσέρβα των ενοικιαζόμενων δωματίων και των ξενοδοχείων. Λαχταρούσα να βρεθώ σε μια απόμερη, ανοιχτή παραλία όπου η γύμνια είναι τόσο δεδομένη όσο η αναπνοή.

Τύλιξα γύρω μου το παρεό και άραξα στην αιώρα. Κάθησες δίπλα μου πάνω σε μια ψάθα, με τα πλυμένα σταφύλια σ' ένα πιάτο.


- Θέλεις;
- Μμμ, δε μ' αρέσουν τα σταφύλια με κουκούτσια.
- Αυτό θα σ' αρέσει, δοκίμασε.

Είναι ιδέα μου, ή μήπως το δάχτυλό σου κοντοστάθηκε στα χείλη μου για μια στιγμή παραπάνω;

- Άλλο ένα;

Αυτή τη φορά περιμένεις λίγο πριν μου το δώσεις, αφήνεις το χέρι μετέωρο πάνω από το στήθος μου για ένα δύο δευτερόλεπτα. Τα χείλη μου μισάνοιχτα δέχονται την πρόκληση.


- Είναι γλυκό.

Η επόμενη ρώγα σμίγει με τη δική μου, τη δροσίζει απρόσμενα, καθώς ξυπνά από το λήθαργο του μεσημεριού. Καθώς βάζεις τη ρώγα στο στόμα σου, αναρριγώ.

- Και τραγανό.


Γελάμε. Άλλη μια ρώγα βρίσκει το δρόμο της. Αυτή τη φορά το χέρι σου κοντοστέκεται πάνω από τον αφαλό μου. Σε κοιτάζω. Το βλέμμα σου αιχμαλωτίζει το δικό μου και το κρατά ακίνητο ενώ το χέρι σου οδηγεί τη ρώγα στην υγρή σπηλιά που την περιμένει.

Ανασαίνω βαθιά.



Καθώς γεύεσαι το γλυκό φρούτο, αφήνω τον αέρα να βγει, σε παρακολουθώ, παρακολουθώ την έκφραση του προσώπου σου, τις κινήσεις των χεριών σου. Το σώμα μου χαλαρώνει στην αιώρα, αφήνεται, άλλη μια ρώγα σταφυλιού κατρακυλάει ανάμεσα στα πόδια μου, τυλίγεται με το άρωμά μου, ύστερα τη φέρνεις στα χείλη μου, γεύομαι την αλμύρα μου, κλείνω τα μάτια, όλη μου η ύπαρξη συγκεντρώνεται στη γλώσσα.

Συνεχίζεις να μου προσφέρεις μια μια τις ρώγες, μια για σένα, μια για μένα, ποτισμένες τη γεύση του κορμιού μου. Ο μεσημεριάτικος ήλιος με μαργώνει, ανάμεσα από τις μισόκλειστες βλεφαρίδες οι αντανακλάσεις των κυμάτων χορεύουν στις πευκοβελόνες.


Περιμένω την κάθε ρώγα ακίνητη, με αδημονία, αφήνω το άγγιγμά της να με πλημμυρίσει, η γεύση της μου φέρνει δάκρυα, πνίγω ένα λυγμό καθώς το κύμα φουσκώνει και ξεσπάει.

Σφίξε με στην αγκαλιά σου, κράτα με σφιχτά, έτσι, μη μ' αφήνεις...


Τα χείλη σου είναι σαν γλυκά σταφύλια.


.

Πέμπτη 12 Μαρτίου 2009

Από προχτές δεν μπορώ να γράψω.

Δεν ζω πια μέσα στις αναμνήσεις, όπως πριν. Δεν είναι πια πολύχρωμες, τρισδιάστατες, πανταχού παρούσες, αλλά έχουν γίνει ασπρόμαυρες, χάρτινες, με ξεφτισμένες άκρες.

Κάπως σαν αφίσα παλιάς ελληνικής ταινίας.

Δεν αντέχω πια τις ερωτικές πριγραφές. Όταν πάω να ξαναπαίξω μια σκηνή μέσα στο κεφάλι μου, η εικόνα σκοντάφτει, ο ήχος κολλάει, και μέσα μου αναδεύεται κάτι σαν ναυτία.

Οι λέξεις δεν ρέουν πια αβίαστα από μόνες τους. Τις κυνηγώ με την απόχη, σκαλίζω ανάμεσα σε πέτρες και αγριόχορτα, ανασκαλεύω.

Όσο πλησιάζω στο τέλος της αφήγησης, τόσο αυτό απομακρύνεται, σαν αντικατοπτρισμός. Κι εγώ ασθμαίνοντας το κυνηγώ, διψασμένος ταξιδευτής χαμένος στην έρημο.

Ίσως και να μην φτάσω ποτέ.

Οι χαμένοι ταξιδιώτες δεν φτάνουν πάντοτε στην όαση.

Τα κόκαλα των άτυχων ασπρίζουν στην άμμο της ερήμου.

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

ονειροβασία

.

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου: ποτέ ξανά.


Ποτέ ξανά δεν θα πω ψέματα, ποτέ ξανά δεν θα τεντωθώ σαν ελατήριο, την επόμενη φορά που θα σε δω θα είμαι ελεύθερη.

Ονειρευόμασταν μια εκδρομή οι δυο μας, μια ολόκληρη εβδομάδα με τη σκηνούλα, μόνοι, ελεύθεροι. Είχαμε κάνει σχέδια, πρόγραμμα, όνειρα.

Και οι μέρες πλησίαζαν, και δεν ήμουν ελεύθερη.

Ανόητη, αδύναμη, άχρηστη, ανίκανη να πάρεις μια απόφαση και να την πραγματοποιήσεις, ανίκανη να πάρεις την ευθύνη της επιθυμίας σου!

Και οι μέρες πλησίαζαν, και ήμουν ακόμη αιχμάλωτη.

Δυο μέρες πριν, σε πήρα τηλέφωνο, κλαίγοντας, σπαράζοντας, δεν ήθελα να το κάνω, όχι έτσι, όχι πάλι έτσι, όχι άλλα ψέματα, αν είναι να σε δω να σε δω ελεύθερη, αλλιώς ας μη σε δω καθόλου.

Μια μέρα πριν, σε πήρα τηλέφωνο με χτυποκάρδι, δεν άντεχα να σε στερηθώ, μου ήταν αδύνατον, από τα δύο δεινά αυτό ήταν το μικρότερο, στο διάβολο η συνέπεια, η ειλικρίνεια, η εντιμότητα, στο διάβολο όλα, φτάνει να σε αγκαλιάσω πάλι.

Έδωσα αναβολή στον εαυτό μου.

Θα ξεκινούσαμε δευτέρα πρωί. Την κυριακή το βράδυ βγήκαμε οι δυο μας. Πήγαμε για ποτό και για χορό. Ήταν η πρώτη φορά που βγαίναμε βράδυ οι δυο μας.

Πόσο διαφορετικά είναι όλα όταν συντροφεύεσαι! Πόσο πιο έντονα τα χρώματα, πόσο πιο γλυκιές οι μελωδίες, πόσο πιο δυνατές οι γεύσεις!

Ήταν όμορφα να είμαι μαζί σου, να μπορώ να πω κάθε μου σκέψη, να μπορώ να ακούσω κάθε δική σου. Και ήταν πιο όμορφα επειδή ήξερα πως την άλλη μέρα θα ταξιδεύαμε μαζί.

Ξεκίνησα με το σακίδιο στην πλάτη, μ' ένα τζην παντελόνι κι ένα τριμμένο πάνινο καπέλο. Ανάλαφρη όπως πριν είκοσι χρόνια. Πήρα το τραίνο και κατέβηκα στο σταθμό που με περίμενες.

Φορτώσαμε τα πράματα στο πορτ μπαγκάζ, πήραμε καφέδες, έβαλες μπροστά τη μηχανή. Αυτοκινητάδα, μουσικούλα, και στο τιμόνι ένας άντρας που αγαπώ. Ποιος είπε ότι αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια;

Οδηγώ από δεκαοχτώ χρονών. Λατρεύω το τιμόνι, τους ήσυχους επαρχιακούς δρόμους, τις μεγάλες άδειες λεωφόρους, τα γκάζια στην εθνική. Γουστάρω να οδηγώ, γουστάρω να πηγαίνω κι όχι να με πηγαίνουν. Ήταν η πρώτη φορά που γούσταρα να κάθομαι και να αφήνω να με πηγαίνει άλλος. Η πρώτη φορά που εμπιστεύτικα άλλον στο τιμόνι. Η πρώτη φορά που ένιωσα ότι ήθελα να ξεκουραστώ.

Τα χιλιόμετρα περνούσαν τραγουδιστά, ψιθυριστά, αέρινα. Φτάσαμε με το σούρουπο. Στήσαμε τη σκηνή μέσα στο πευκοδάσος την ώρα που έπεφτε ο ήλιος. Ύστερα κατεβήκαμε στην παραλία. Δεκάδες μέτρα φάρδος, χιλιόμετρα άμμου δεξιά κι αριστερά, όσο έφτανε το μάτι. Στο βάθος τα φώτα μιας καντίνας με ομπρέλες από φοινικόφυλλα.

Καθήσαμε στην άμμο.

Ο ήχος των κυμάτων.

Τα δάχτυλά μας μπλεγμένα.

Ακροβάτες του ονείρου.

Ονειροβάτες.

.

ατέρμονας

ατέρμονας - ατέρμονη - ατέρμονο:

[ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ στερητικό α + τέρμονας ‹ τέρμα ]

  1. αυτός που δεν έχει τέρμα (τοπικό ή χρονικό), ο ατελείωτος, ο ατερμάτιστος: "ατέρμονες διαπραγματεύσεις"
  2. για αντικείμενα που είναι κυκλικά ή έχουν δεμένες τις άκρες τους, αυτός που δεν έχει αρχή και τέλος, που κινείται κυκλοτερά: "ατέρμονη αλυσίδα".
από την Live-Pedia

ατέρμονος κοχλίας:

Σύστημα που αποτελείται από έναν κοχλία που δεν τερματίζει ποτέ, ο οποίος συνεργάζεται με έναν οδοντωτό τροχό, που ονομάζεται κορώνα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η συνεργασία τους να μοιάζει με τον τρόπο εμπλοκής ενός κοχλία με το περικόχλιό του.

από το λεξικό όρων αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας





Και ήρθε η στιγμή.

Τελείωσαν τα μαθήματα, οι εξετάσεις, οι υποχρεώσεις. Οι δικαιολογίες εξαντλήθηκαν. Είχαν περάσει κοντά τέσσερις μήνες από την προηγούμενη φορά που του είπα ότι θέλω να χωρίσουμε. Και τώρα είχα ένα παραπάνω κίνητρο: ήσουν ελεύθερος και με περίμενες.

Είπα στον εαυτό μου, σήμερα.

Τώρα.

Ήταν σαββάτο, ή μήπως κυριακή;

Είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσω τι συνέβη.

Η κουβέντα έγινε, κι έγινε ήρεμα. Όλα ξεκαθαρίστηκαν, όλα ειπώθηκαν όταν και όπως έπρεπε. Συμφώνησα για άλλη μια φορά να φύγει εκείνος, συμφώνησα να περιμένω να βρει σπίτι.

Και πήγαμε για ύπνο.

Και την άλλη μέρα όλα ήταν σαν να μην είχε αλλάξει κάτι. Σαν να μην είχε ειπωθεί απολύτως τίποτε. Σαν η κουβέντα αυτή να είχε γίνει μόνο μέσα στη φαντασία μου.

Περίμενα κάποια κίνηση, κάποια ενέργεια από μέρους του. Τίποτα. Καλημέρα, ετοίμασα τσάι, τι θα φάμε το μεσημέρι; Θέλω να μελετήσω λίγο τώρα, εντάξει, εγώ θα παίξω με τη μικρή.

Είναι τόσο δύσκολο να το περιγράψω.

Δεκαπέντε χρόνια μαζί και άλλοι τόσοι χωρισμοί. Και κάθε φορά εκείνος γύριζε, και κάθε φορά του άνοιγα την πόρτα. Πάντα χωρίς να ξέρω το γιατί. Μου ήταν αδύνατον να κάνω κάτι άλλο.

Αγάπη, ενοχές, αβεβαιότητα, ντροπή, ανασφάλεια, τρυφερότητα, στοργή, συμπόνια, εξάρτηση;

Και κάθε φορά που συνέβαινε το ίδιο, έχανα λίγη από την πίστη στον εαυτό μου. Και κάθε φορά ταμπουρωνόμουνα μέσα μου και έλεγα, οκέι, την επόμενη φορά. Και κάθε φορά ξαφνιαζόμουν από τον ίδιο τον εαυτό μου. Ώσπου στο τέλος ούτε κι εγώ η ίδια δεν με πίστευα.

Άλλες φορές πάλι προσπαθούσα, έλεγα οκέι, είσαι εδώ, είσαι εδώ για κάποιο λόγο, κάτι σου δίνει, κάπου σε γεμίζει. Άνοιξε τις πόρτες, τα παράθυρα, άσε να τρυπώσει στην καρδιά σου, δέξου τον όπως είναι, πάρε αυτό που σου προσφέρει, μοιράσου όσα έχετε κοινά.

Και βρισκόμουνα πάλι αντιμέτωπη με χάσματα που έμοιαζαν αγεφυρωτα.

Και κάθε φορά έτρωγα τα μούτρα μου ξανά.

Και πάλι έλεγα, όχι.

Και ξανά.

Πόσο εύκολο είναι να ερμηνεύσεις τις πράξεις των άλλων, πόσο εύκολο να καταλάβεις τις ξένες ζωές, πόσο εύκολο να βγάζεις κρίσεις και να δίνεις συμβουλές!

Πόσο δύσκολο είναι να δεις τον εαυτό σου!

Και βράδιασε εκείνη η μέρα, και ξημέρωσε η επόμενη, και βράδιασε ξανά.

Και ξαναζούσα τα ίδια, ξανά, και πάλι, και ξανά.

Και γύριζα στα ίδια μου τα λόγια.

Ατέρμονα.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

απόκριση

.

απόκριση αντί σχολίου

γιατί η ποίηση είναι δώρο

και το δώρο θέλει αντίδωρο



Tus pies


Cuando no puedo mirar tu cara
miro tus pies.

Tus pies de hueso arqueado,
tus pequeños pies duros.

Yo se que te sostienen,
y que tu dulce peso
sobre ellos se levanta.

Tu cintura y tus pechos,
la duplicada púrpura
de tus pezones,
la caja de tus ojos
que recién han volado,
tu ancha boca de fruta,
tu cabellera roja,
pequeña torre mía.

Pero no amo tus pies
sino porque anduvieron
sobre la tierra y sobre
el viento y sobre el agua,
hasta que me encontraron.

Pablo Neruda, Los versos del capitán



Τα ποδια σου

Σαν δε μπορώ το πρόσωπό σου ν' αντικρίσω,
τα πόδια σου κοιτάζω.

Τα κοκάλινα τόξα των ποδιών σου,
τα μικρά σκληρά πόδια σου.

Ξέρω πως σε στηρίζουν,
πως πάνω τους σηκώνουν
το γλυκό σου το βάρος.

Η μέση και τα στήθη,
η διπλή πορφύρα
στις ρώγες σου,
η κοίτη των ματιών σου
που τώρα δα πετάξαν,
πλατύ φρουτένιο στόμα,
και κόκκινα μαλλιά,
μικρέ μου πύργε εσύ.

Μα αν αγαπώ τα πόδια σου
είναι επειδή περπάτησαν
πάνω στη γη πάνω στον άνεμο
και πάνω στο νερό
ως να με συναντήσουν.

Πάβλο Νερούδα, Οι στίχοι του καπετάνιου

μετάφραση δική μου

.

γλυκό του κουταλιού

.

...σταφύλι...




...κεράσι...



...μύρτιλλο...



...δειλά κρυφοκοιτάζει

μια στάλα σιρόπι στην άκρη της γλώσσας

.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

ιντερλούδιο

.

Εκείνο το σαββατοκύριακο θα έμενα μόνη.

Η κόρη μου θα πήγαινε κατασκήνωση με το σχολείο της. Ο άντρας μου σε έναν γάμο σε άλλη πόλη. Κι εγώ θα έμενα να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο χορού.

Είπα στον εαυτό μου ότι το καλύτερο θα ήταν να μείνω μόνη, να σκεφτώ, να ξεκαθαρίσω τα αισθήματά μου, να πάρω αποφάσεις. Και σου το είπα.

Αλλά ήμουν τόσο μόνη, τόσο πονεμένη, τόσο πολύ καιρό! Κι εσύ ήσουν ελεύθερος. Για πρώτη φορά από τότε που σε γνώρισα, ήσουν τελείως ελεύθερος. Ελεύθερος να έρθεις κοντά μου όποτε θέλεις και όποτε θέλω, για όσο θέλεις και για όσο θέλω.

Η παρόρμηση νίκησε τη λογική.

Τελευταία στιγμή σου τηλεφώνησα και ήρθες.

Και ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα.

Το καρδιοχτύπι της αναμονής στο σταθμό, η ζεστασιά των ματιών σου, η γλύκα των χαδιών σου, η ασφάλεια της αγκαλιάς σου.

Πώς μπόρεσα να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να τα στερηθώ ποτέ;

Ήρθαμε στο σπίτι. Στο σπίτι μου, μαζί σου. Και όλα ήταν τόσο απλά, τόσο φυσικά, τόσο σωστά, ώστε διαλύθηκε κάθε μου αμφιβολία.

Καθισμένοι στον καναπέ, ο ένας απέναντι στον άλλον, κρατώντας τα χέρια, κοιτώντας τα μάτια, ήξερα ότι ήσουν εσύ, εσύ και κανένας άλλος, ο αληθινός μου άντρας, ο σύντροφός μου, το άλλο μου μισό.

Μαζί σου ήταν τόσο φυσικό να αφήνω γυμνή την ψυχή και το σώμα, να σε αφήνω να με αγγίζεις έτσι όπως ποτέ κανείς δεν με είχε αγγίξει, να σου επιτρέπω να κρατήσεις στη χούφτα σου τα πιο μύχια φύλλα του εαυτού μου.

Γιατί ήσουν Εσύ.

Εσύ που με γνώριζες, εσύ που με δεχόσουν, εσύ που με αγαπούσες.

Αγαπούσες Εμένα.

Έτσι όπως είμαι.

Κι εγώ σ' αγαπούσα, σ' αγαπούσα χωρίς όρια και χωρίς επιφυλάξεις, κάθε σου τρίχα, κάθε ίνα του κορμιού σου. Αγαπούσα την κρεατοελιά στο μέτωπο, και εκείνο το στραβό σου δόντι, αγαπούσα το λεπτό κορμί σου, αγαπούσα τα ατίθασα μαλλιά σου, αγαπούσα όλο σου το σώμα απ' άκρη σ' άκρη, το κεφάλι, τα αυτιά, τα μάγουλα, τη μύτη, τα μάτια, τα φρύδια, τα βλέφαρα, το στόμα, το λαιμό, τα μπράτσα, τα χέρια, τα δάχτυλα, τους ώμους, το στήθος, την πλάτη, τη μέση, την κοιλιά, τον πούτσο, τον κώλο, τα αρχίδια, τα μπούτια, τις γάμπες, τα πόδια, τα ακροδάχτυλα. Αγαπούσα να αγκαλιάζω αυτό το σώμα, να του δίνω χαρά, να το νιώθω να μου παραδίνεται γεμάτο εμπιστοσύνη.

Και αγαπούσα τη σκέψη σου, τις ιδέες σου, τα ανέκδοτά σου, τους προβληματισμούς σου, τις εμμονές σου, τις ανησυχίες σου, τις ευαισθησίες σου, τις παραξενιές σου, τις αναμνήσεις σου, τα όνειρά σου.

Και πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελώ μαζί σου. Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο ελεύθερη να γελάσω κάθε στιγμή, γελούσαμε κουβεντιάζοντας, γελούσαμε τρώγοντας, γελούσαμε κάνοντας δουλειές, γελούσαμε κάνοντας έρωτα. Ποτέ μου δεν ένιωσα τοσο ανοιχτή, τόσο χαλαρή, τόσο άνετη με έναν άντρα.

Ποτέ μου δεν παραδόθηκα τόσο ολοκληρωτικά.

Είχαμε ο ένας τα κλειδιά της ψυχής του άλλου.

Δεν θυμάμαι καθόλου πια την ερωτική συνεύρεση εκείνης της μέρας. Έχω κρατήσει μονάχα μια αίσθηση πληρότητας και ασφάλειας, τη βεβαιότητα ότι ήσουν εσύ, μόνο εσύ και για πάντα.

Λίγο πριν φύγεις σε κατέβασα στο υπόγειο και έψαξα τις κούτες να βρω τα αγαπημένα μου βιβλία. Εκείνα που ποτέ δεν είχα δανείσει σε κανέναν, εκείνα που είχα αγοράσει και χαρίσει μόνο στους πολύ εκλεκτούς και αγαπημένους φίλους, για να μοιραστώ μαζί μου το πιο προσωπικό κομμάτι του εαυτού μου.

"Θα στα επιστρέψω", μου είπες.

Έπιασα τα χέρια σου και απάντησα, "Θέλω να τα έχεις εσύ."

Θέλω να έχεις εσύ το ερωτικό μου κομμάτι.

Θέλω να γίνεις εσύ θεματοφύλακας του έρωτα.

Θέλω να σου παραδώσω τα κλειδιά του ερωτισμού μου.

Και στα παρέδωσα.

Για πάντα.






Διαβάστε οπωσδήποτε:

Για ρομαντικές ψυχές, για κυνικούς, για αμφισβητίες, για απογοητευμένους, για ανένταχτους, για όλους: τα απόλυτα ανατρεπτικά ερωτικά παραμύθια για παιδιά κάθε ηλικίας. Σατιρικά και αλληγορικά, γιατί μονάχα έτσι μπορεί κανείς να μιλήσει για αυτή τη μεγάλη φάρσα, αυτή την τραγικωμωδία που συμμετέχουμε όλοι, έκοντες άκοντες - τον έρωτα.

Το άσπρο ελάφι, Τζέημς Θέρμπερ
(
The white deer, James Thurber)

Τα δεκατρία ρολόγια, Τζέημς Θέρμπερ
(
The thirteen clocks, James Thurber)


Και ένα ακόμη βιβλίο για να γελάσετε με τον παραλογισμό του ανθρώπινου είδους:

Μύθοι για την εποχή μας, Τζέημς Θέρμπερ
(
Fables for our time, James Thurber)


Διαβάστε κάθε βιβλίο του Θέρμπερ που μπορείτε να βρείτε, είναι αξιολάτρευτος. Αν ξέρετε αγγλικά, ανεπιφύλακτα συστήνω τα πρωτότυπα.

Επειδή δυστυχώς οι παλιές εκδόσεις των βιβλίων αυτών είναι εξαντλημένες, και μια που εγώ δεν έχω πια τα βιβλία και δεν μπορώ να τα σκανάρω και να τα ανεβάσω, όσοι δεν θέλετε να ψάχνετε σε δανειστικές βιβλιοθήκες και σκονισμένα ράφια βιβλιοπωλείων, το πιο πρακτικό είναι να καταφύγετε στις καινούριες:

Μύθοι για την εποχή μας & Το άσπρο ελάφι, Τζέημς Θέρμπερ,
μετάφραση Σωτήρης Κακίσης
- Αθήνα, Νεφέλη 1988
- Αθήνα, Ερατώ 2003

Τα δεκατρία ρολόγια
δεν κατάφερα να τα εντοπίσω σε καινούρια έκδοση.

.