.
Εκείνη τη μέρα πάλι ξύπνησα κλαίγοντας.
Πλύθηκα, συνήλθα λίγο, έφαγα πρωινό. Φίλησα την κόρη μου που έφευγε για το σχολείο. Ύστερα γύρισα στο κρεβάτι και συνέχισα να κλαίω.
Ο άντρας μου ήρθε δίπλα μου. Αιφνιδιάστηκα. Πάει πολύς καιρός που δεν μιλάμε πια. Κάθησε στην άλλη άκρη του κρεβατιού, με την πλάτη στραμμένη προς τα μένα.
- Ξέρω πως δεν είσαι ευτυχισμένη μαζί μου. Έχω καταλάβει πως δεν με αγαπάς. Δεν ήθελα να το πιστέψω, αλλά είναι φανερό πια. Θέλω να ξέρεις ότι το ξέρω. Δεν σκοπεύω να φύγω, θέλω να είμαι δίπλα στο παιδί μου. Αλλά θέλω να ξέρεις πώς αισθάνομαι.
Πνίγω το πρόσωπό μου στα χέρια μου.
- Θέλω να είσαι καλά, δεν θέλω να σε πληγώσω, θέλω να είσαι καλά...
- Είμαι καλά. Όσο καλά γίνεται τέλος πάντων. Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε αυτό, πιστεύω πως θα είμαι καλύτερα.
Θέλω να πω κάτι, μα η φωνή μου δεν βγαίνει.
Σηκώνεται και φεύγει απ' το δωμάτιο.
Μένω μόνη.
...
Κοιτάζω μέσα μου.
Πόσοι μήνες πέρασαν;
Πέντε, έξι, επτά, οκτώ;
Απούσα. Τόσον καιρό ήμουν απούσα. Γύρω μου η ζωή συνεχίζεται, η πραγματική ζωή, κι εγώ χαμένη σε παράλληλους κόσμους. Πόσους μήνες χάνω τη ζωή μου;
...
Βράδυ.
Σβήνω το φως.
Για πρώτη φορά εδώ και μήνες, γυρίζω και αγκαλιάζω τον άντρα μου. Βρίσκω τη γνώριμη ζεστασιά του παρήγορη. Νιώθω την καρδιά μου να κλαίει, τα δάκρυα με ζεσταίνουν. Αφήνομαι να βυθιστώ στον ύπνο, έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο, χωρίς όνειρα.
...
Πρωί.
Το σώμα μου τον αποζητάει. Χαϊδεύω τη μέση του, την πλάτη, την κοιλιά, τα πόδια. Αφήνεται. Με τα μάτια κλειστά, σαν κοιμισμένος. Όπως έκανα εγώ τόσες φορές.
Αυτή τη φορά είμαι εγώ που θέλω να προσφέρω.
Για κείνον, όχι για μένα.
...
Έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε.
Είμαι χαρούμενη.
Ζω.
.
Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009
spring cleaning
.
Ήρθε η άνοιξη.
Καιρός για ξεκαθάρισμα.
Να βγάλουμε τα καλοκαιρινά, να μαζέψουμε τα μάλλινα στη ναφθαλίνη.
Ανοίγω το κάτω συρτάρι της ντουλάπας μου, εκείνο με τα μαντίλια. Στο βάθος μια σακούλα χωμένη, ανέγγιχτη για μήνες. Το σουτιέν και το κυλοτάκι που μου χάρισες, ο κορσές με τις ζαρτιέρες που αγόρασα για χάρη σου, η μεταξωτή ρόμπα, το δαντελένιο κόκκινο κορμάκι. Σε μιαν άλλη σακούλα, το μπατίκ καλοκαιρινό φόρεμα που μου πήρες στην εκδρομή μας και που δεν πρόλαβα να βάλω ούτε μια φορά.
Μπαίνω στο μπάνιο. Σε μια γωνιά ένα μπουκάλι από σαμπουάν δύο σε ένα, προϊόν από προσφορά συγκευασίας, λέει η ετικέτα. Μ' αυτό λουζόσουν. Μάζεψα το άδειο μπουκάλι όταν το πέταξες και το φύλαξα ευλαβικά σαν ιερό κειμήλιο.
Ξεπλένω το μπουκάλι και το βάζω στην ανακύκλωση.
Παίρνω τη σακούλα με τα εσώρουχα και την αφήνω στο πεζοδρόμιο.
Το φόρεμα θα το στείλω σε μια ξαδέλφη που μένει εξωτερικό, δεν βλεπόμαστε ποτέ. Έχει γενέθλια τον άλλο μήνα. Θα χαρεί που την θυμήθηκα.
Βγάζω τα ρούχα έξω, να αεριστούν.
Πολλή κλεισούρα.
.
Ήρθε η άνοιξη.
Καιρός για ξεκαθάρισμα.
Να βγάλουμε τα καλοκαιρινά, να μαζέψουμε τα μάλλινα στη ναφθαλίνη.
Ανοίγω το κάτω συρτάρι της ντουλάπας μου, εκείνο με τα μαντίλια. Στο βάθος μια σακούλα χωμένη, ανέγγιχτη για μήνες. Το σουτιέν και το κυλοτάκι που μου χάρισες, ο κορσές με τις ζαρτιέρες που αγόρασα για χάρη σου, η μεταξωτή ρόμπα, το δαντελένιο κόκκινο κορμάκι. Σε μιαν άλλη σακούλα, το μπατίκ καλοκαιρινό φόρεμα που μου πήρες στην εκδρομή μας και που δεν πρόλαβα να βάλω ούτε μια φορά.
Μπαίνω στο μπάνιο. Σε μια γωνιά ένα μπουκάλι από σαμπουάν δύο σε ένα, προϊόν από προσφορά συγκευασίας, λέει η ετικέτα. Μ' αυτό λουζόσουν. Μάζεψα το άδειο μπουκάλι όταν το πέταξες και το φύλαξα ευλαβικά σαν ιερό κειμήλιο.
Ξεπλένω το μπουκάλι και το βάζω στην ανακύκλωση.
Παίρνω τη σακούλα με τα εσώρουχα και την αφήνω στο πεζοδρόμιο.
Το φόρεμα θα το στείλω σε μια ξαδέλφη που μένει εξωτερικό, δεν βλεπόμαστε ποτέ. Έχει γενέθλια τον άλλο μήνα. Θα χαρεί που την θυμήθηκα.
Βγάζω τα ρούχα έξω, να αεριστούν.
Πολλή κλεισούρα.
.
Τρίτη 9 Ιουνίου 2009
το παράθυρο
.
Ανάπηρη.
Ακρωτηριασμένη.
Λείπει ένα κομμάτι, το κομμάτι που σου είχα δώσει, το πήρες μαζί σου φεύγοντας και δεν επέστρεψε ποτέ.
Έχω μια μεγάλη τρύπα καταμεσίς στο σώμα μου, μια τρύπα διαμπερή. Όλα τα ζωτικά όργανα έχουν αφαιρεθεί. Συνεχίζω να ζω, δεν ξέρω πώς. Μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς χέρι, χωρίς πόδι, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, πώς όμως μπορεί να ζήσει χωρίς σπλάχνα;
Και όμως ζω.
Η τρύπα είναι εκεί.
Δεν πονάω πια, η πληγή έχει κλείσει, μόνο κάτι σαν τράβηγμα όταν αλλάζει ο καιρός.
Μέσα από την τρύπα βλέπεις πίσω μου, χωράφια, λιβάδια, τοπία.
Τώρα την φτιάχνω λιγάκι, την μερεμετίζω να μην χτυπάει τόσο άσχημα, μια τρύπα καταμεσίς στο σώμα.
Έβαλα ξύλινο κούφωμα και παραθυρόφυλλα, θα κρεμάσω και κουρτίνες, ένα απαλό γαλάζιο με ψιλά λουλουδάκια θα είναι ό,τι πρέπει.
Τέλος πάντων, μπορεί να είμαι ανάπηρη, αλλά έχω και την κοκεταρία μου.
.
Ανάπηρη.
Ακρωτηριασμένη.
Λείπει ένα κομμάτι, το κομμάτι που σου είχα δώσει, το πήρες μαζί σου φεύγοντας και δεν επέστρεψε ποτέ.
Έχω μια μεγάλη τρύπα καταμεσίς στο σώμα μου, μια τρύπα διαμπερή. Όλα τα ζωτικά όργανα έχουν αφαιρεθεί. Συνεχίζω να ζω, δεν ξέρω πώς. Μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς χέρι, χωρίς πόδι, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, πώς όμως μπορεί να ζήσει χωρίς σπλάχνα;
Και όμως ζω.
Η τρύπα είναι εκεί.
Δεν πονάω πια, η πληγή έχει κλείσει, μόνο κάτι σαν τράβηγμα όταν αλλάζει ο καιρός.
Μέσα από την τρύπα βλέπεις πίσω μου, χωράφια, λιβάδια, τοπία.
Τώρα την φτιάχνω λιγάκι, την μερεμετίζω να μην χτυπάει τόσο άσχημα, μια τρύπα καταμεσίς στο σώμα.
Έβαλα ξύλινο κούφωμα και παραθυρόφυλλα, θα κρεμάσω και κουρτίνες, ένα απαλό γαλάζιο με ψιλά λουλουδάκια θα είναι ό,τι πρέπει.
Τέλος πάντων, μπορεί να είμαι ανάπηρη, αλλά έχω και την κοκεταρία μου.
.
Κυριακή 7 Ιουνίου 2009
διχασμός
.
Δυο γυναίκες κατοικούν εντός μου.
Η μία είναι νέα, ίσαμε είκοσι χρονώ. Ψηλή, μελαχρινή, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Την πρωτοείδα χρόνια πριν. Ξυπόλητη, ρούχα κουρέλια, χέρια και πόδια γεμάτα γραντζουνιές. Ένα σκισμένο τζην κι ένα μακώ μπλουζάκι.
Δεν μιλούσε. Ποτέ της δεν μίλησε. Μόνο με κοίταζε με βλέμμα καυτό, σκοτεινό, πληγωμένο. Μου προκαλούσε τρόμο και συμπόνια, σαν λαβωμένος λύκος.
Θέλησα να την φροντίσω, να την αγκαλιάσω, να της πλύνω τις πληγές. Δεν μ' άφησε. Μονάχα μια φορά, στα όνειρά μου, την είδα λουσμένη, μ' ένα μπουρνούζι, να στάζει νερά. Αμίλητη πάντα.
Την λέω η Μελαχρινή.
Η άλλη είναι μεσόκοπη, πάντα ήταν. Μικροκαμωμένη, γκρίζα, με φούστα γεροντίστικη και καλοκουμπωμένο κολλαριστό πουκάμισο. Μαλλιά ξεπλυμένα ξανθά, άχρωμα, βλέμμα σβηστό.
Από την πρώτη μου στιγμή την αντιπάθησα. Τίποτε πάνω της δεν ξεχ ωρίζει, τίποτε δεν τραβά την προσοχή, δεν έλκει ούτε απωθεί. Αδιάφορη, απαρατήρητη, ζει τη μικρή ζωή της ανενόχλητη.
Ξέρω πως είναι κομμάτι μου, για τούτο προσπαθώ καμμιά φορά να της μιλήσω, μα δεν έχω τι να της πω. Θέλησα να την ξεφορτωθώ, μα γλιστρά σαν χέλι, δεν πιάνεται από πουθενά. Είναι πάντα εκεί, ήσυχη, βουβή.
Την λέω η Σταχτιά.
Τις προάλλες ξανάδα τη Μελαχρινή. Είχα χρόνια να την δω. Έπλεε στο νερό της μπανιέρας γυμνή με τα μάτια ορθάνοιχτα. Οι πληγές δεν αιμορραγούσαν πια. Δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια μέρα από τότε που την πρωτοείδα.
Δεν άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω.
Δεν ξέρω αν θα την ξαναδώ.
.
Δυο γυναίκες κατοικούν εντός μου.
Η μία είναι νέα, ίσαμε είκοσι χρονώ. Ψηλή, μελαχρινή, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Την πρωτοείδα χρόνια πριν. Ξυπόλητη, ρούχα κουρέλια, χέρια και πόδια γεμάτα γραντζουνιές. Ένα σκισμένο τζην κι ένα μακώ μπλουζάκι.
Δεν μιλούσε. Ποτέ της δεν μίλησε. Μόνο με κοίταζε με βλέμμα καυτό, σκοτεινό, πληγωμένο. Μου προκαλούσε τρόμο και συμπόνια, σαν λαβωμένος λύκος.
Θέλησα να την φροντίσω, να την αγκαλιάσω, να της πλύνω τις πληγές. Δεν μ' άφησε. Μονάχα μια φορά, στα όνειρά μου, την είδα λουσμένη, μ' ένα μπουρνούζι, να στάζει νερά. Αμίλητη πάντα.
Την λέω η Μελαχρινή.
Η άλλη είναι μεσόκοπη, πάντα ήταν. Μικροκαμωμένη, γκρίζα, με φούστα γεροντίστικη και καλοκουμπωμένο κολλαριστό πουκάμισο. Μαλλιά ξεπλυμένα ξανθά, άχρωμα, βλέμμα σβηστό.
Από την πρώτη μου στιγμή την αντιπάθησα. Τίποτε πάνω της δεν ξεχ ωρίζει, τίποτε δεν τραβά την προσοχή, δεν έλκει ούτε απωθεί. Αδιάφορη, απαρατήρητη, ζει τη μικρή ζωή της ανενόχλητη.
Ξέρω πως είναι κομμάτι μου, για τούτο προσπαθώ καμμιά φορά να της μιλήσω, μα δεν έχω τι να της πω. Θέλησα να την ξεφορτωθώ, μα γλιστρά σαν χέλι, δεν πιάνεται από πουθενά. Είναι πάντα εκεί, ήσυχη, βουβή.
Την λέω η Σταχτιά.
Τις προάλλες ξανάδα τη Μελαχρινή. Είχα χρόνια να την δω. Έπλεε στο νερό της μπανιέρας γυμνή με τα μάτια ορθάνοιχτα. Οι πληγές δεν αιμορραγούσαν πια. Δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια μέρα από τότε που την πρωτοείδα.
Δεν άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω.
Δεν ξέρω αν θα την ξαναδώ.
.
Σάββατο 6 Ιουνίου 2009
κληρονομιά
.
Ο πατέρας μου φοβόταν τα γερατειά.
Δεν φοβόταν τον θάνατο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Δεν άντεχε όμως με τίποτα την σκέψη της αργής κατάρρευσης σώματος και πνεύματος.
Είχε φυλαγμένο στο ντουλάπι μιας παλιάς βιβλιοθήκης δύο φιαλίδιο από καφέ γυαλί, με γυάλινο πώμα κλεισμένο με βουλοκέρι, και την επιγραφή acid hydrocyanic. Δεν ξέρω από πού τα είχε βρει. Χημικός το επάγγελμα, ίσως τα είχε κρατήσει από κάποιο εργαστήριο, ίσως από το πανεπιστήμιο ακόμη, μπορεί και πριν την κατοχή.
Είχε ακόμη κι ένα κουτί με φύσιγγες μορφίνης.
Εκτός από τα γερατειά, φοβόταν και τον πόνο. Είχε περάσει πολύ πόνο στη ζωή του, κι είχε μια αναπηρία που πήγαινε αγκαλιά με αδιάκοπο πόνο. Ποτέ του δεν βαρυγγόμησε, αλλά τον τρόμαζε η σκέψη ότι κάποια μέρα ίσως ο πόνος νικούσε την αξιοπρέπεια.
Τελικά άντεξε τον πόνο, άντεξε και τα γερατειά, πέθανε ήσυχα, από φυσικό θάνατο, σε προχωρημένη ηλικία, στα χέρια των παιδιών του.
Όταν πέθανε πήρα τα φιαλίδια και το κουτί και τα φύλαξα στο βάθος της ντουλάπας μου.
Μια νύχτα αγρύπνιας έβγαλα τα φιαλίδια από τη ντουλάπα και βγήκα στο μπαλκόνι. Παιδεύτηκα ώρες με το πώμα, στάθηκε αδύνατον να το αφαιρέσω. Είχε κολλήσει με τα χρόνια και το κερί.
Με το χάραμα τα ξανάβαλα στο βάθος της ντουλάπας μου.
Μένουν εκεί, έξοδος κινδύνου, οδός διαφυγής, δικλείδα ασφαλείας.
Όπως και να το κάνουμε, είναι μια παρηγοριά.
.


.
Ο πατέρας μου φοβόταν τα γερατειά.
Δεν φοβόταν τον θάνατο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Δεν άντεχε όμως με τίποτα την σκέψη της αργής κατάρρευσης σώματος και πνεύματος.
Είχε φυλαγμένο στο ντουλάπι μιας παλιάς βιβλιοθήκης δύο φιαλίδιο από καφέ γυαλί, με γυάλινο πώμα κλεισμένο με βουλοκέρι, και την επιγραφή acid hydrocyanic. Δεν ξέρω από πού τα είχε βρει. Χημικός το επάγγελμα, ίσως τα είχε κρατήσει από κάποιο εργαστήριο, ίσως από το πανεπιστήμιο ακόμη, μπορεί και πριν την κατοχή.
Είχε ακόμη κι ένα κουτί με φύσιγγες μορφίνης.
Εκτός από τα γερατειά, φοβόταν και τον πόνο. Είχε περάσει πολύ πόνο στη ζωή του, κι είχε μια αναπηρία που πήγαινε αγκαλιά με αδιάκοπο πόνο. Ποτέ του δεν βαρυγγόμησε, αλλά τον τρόμαζε η σκέψη ότι κάποια μέρα ίσως ο πόνος νικούσε την αξιοπρέπεια.
Τελικά άντεξε τον πόνο, άντεξε και τα γερατειά, πέθανε ήσυχα, από φυσικό θάνατο, σε προχωρημένη ηλικία, στα χέρια των παιδιών του.
Όταν πέθανε πήρα τα φιαλίδια και το κουτί και τα φύλαξα στο βάθος της ντουλάπας μου.
Μια νύχτα αγρύπνιας έβγαλα τα φιαλίδια από τη ντουλάπα και βγήκα στο μπαλκόνι. Παιδεύτηκα ώρες με το πώμα, στάθηκε αδύνατον να το αφαιρέσω. Είχε κολλήσει με τα χρόνια και το κερί.
Με το χάραμα τα ξανάβαλα στο βάθος της ντουλάπας μου.
Μένουν εκεί, έξοδος κινδύνου, οδός διαφυγής, δικλείδα ασφαλείας.
Όπως και να το κάνουμε, είναι μια παρηγοριά.
.
.
Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009
σαμψών αυτόχειρ
.
Είμαι εξαντλημένη.
Αργά το βράδυ, είναι ώρα να βάλω την μικρή για ύπνο, πάμε μαζί στο μπάνιο. Πλένει τα δόντια της, προσπαθώ να χτενίσω τα μαλλιά μου. Τα μακριά μαλλιά μου. Τα μακριά ως τη μέση μαλλιά μου. Τα μαλλιά που αγαπούσες. Τα μαλλιά που χάιδευες.
Γεμάτα κόμπους.
Η βούρτσα σκοντάφτει.
Μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές.
Κάτι σαν κύμα οργής και απελπισίας.
Πιάνω το ψαλίδι από το ντουλαπάκι του μπάνιου.
- Τι κάνεις μαμά;
- Κόβω τα μαλλιά μου.
Πέντε, δέκα ψαλιδιές. Αυτό ήτανε.
Ούτε μακριά τώρα, ούτε κοντά. Κάπου στη μέση, πάνω απ' τους ώμους, κάτω απ' τα αυτιά. Μεσαία, μέτρια, κοινότυπα. Μαλλιά συνηθισμένα.
Κουνάω το κεφάλι δεξιά-αριστερά.
Νιώθω ακόμη αδύναμη.
Αλλά ανάλαφρη.
.
Είμαι εξαντλημένη.
Αργά το βράδυ, είναι ώρα να βάλω την μικρή για ύπνο, πάμε μαζί στο μπάνιο. Πλένει τα δόντια της, προσπαθώ να χτενίσω τα μαλλιά μου. Τα μακριά μαλλιά μου. Τα μακριά ως τη μέση μαλλιά μου. Τα μαλλιά που αγαπούσες. Τα μαλλιά που χάιδευες.
Γεμάτα κόμπους.
Η βούρτσα σκοντάφτει.
Μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές.
Κάτι σαν κύμα οργής και απελπισίας.
Πιάνω το ψαλίδι από το ντουλαπάκι του μπάνιου.
- Τι κάνεις μαμά;
- Κόβω τα μαλλιά μου.
Πέντε, δέκα ψαλιδιές. Αυτό ήτανε.
Ούτε μακριά τώρα, ούτε κοντά. Κάπου στη μέση, πάνω απ' τους ώμους, κάτω απ' τα αυτιά. Μεσαία, μέτρια, κοινότυπα. Μαλλιά συνηθισμένα.
Κουνάω το κεφάλι δεξιά-αριστερά.
Νιώθω ακόμη αδύναμη.
Αλλά ανάλαφρη.
.
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009
ελευθερία
.
Αγαπούσα την ελευθερία μας.
Ελευθερία για μένα σήμαινε να επιλέγω κάθε φορά να είμαι μαζί σου, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλω. Ελευθερία σήμαινε να είσαι κοντά μου όχι δεμένος από μια υπόσχεση, αλλά επειδή το λαχταρούσες. Ελευθερία σήμαινε να φεύγουμε και να γυρίζουμε, να μπορούμε να διαθέτουμε το κορμί και την καρδιά μας όπως θέλαμε. Ελευθερία σήμαινε να είσαι μαζί μου επειδή ήμουν η καλύτερη επιλογή για σένα, όχι επειδή δεν είχες άλλες επιλογές.
Η απόσταση μας εμπόδιζε να βρισκόμασταν όσο συχνά θα θέλαμε. Σε συναντούσα όμως κάθε μέρα μέσα στα γράμματά σου. Μου έγραφες για μια κοπέλα που γνώρισες στη δουλειά, για μια φίλη που πίνατε καφέ και κουβεντιάζατε, για μια συνάδελφο που πήγατε εκδρομή μαζί. Σου έγραφα για τους άντρες που με κοίταζαν, για τις κοπέλες που με μαγνήτιζαν, για τις κοντές φούστες και τις εφαρμοστές μπλούζες, για ένα παθιάρικο χορό με ένα αγόρι που είχε τα μισά μου χρόνια.
Μοιραζόμασταν τα πάντα, κάθε στιγμή της ζωής μας. Ήμουν μαζί σου όταν αγκάλιαζες άλλες γυναίκες, και ήσουν μαζί μου όταν φλέρταρα με άλλους άντρες. Πράμα παράξενο, τώρα που είμαι μόνη, καθόλου δεν θέλω να φλερτάρω, δεν θέλω να δω ούτε άντρα ούτε γυναίκα, ούτε για δείγμα. Όταν ήμουν μαζί σου, θαρρείς και ο ερωτισμός ξεχείλιζε, περίσσευε, ένιωθα τόσο γεμάτη από αισθησιασμό ώστε ήθελα να τον σκορπίσω παντού γύρω, ήθελα να γοητεύσω το σύμπαν με τον καινούριο θηλυκό εαυτό μου.
Μοιραζόμασταν τα πάντα. Τις ιδιοτροπίες, τις αποκλίσεις, τις φαντασιώσεις.
Σου μίλησα για τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, μια κοπέλα με γαλάζιο χαμόγελο και κορακάτη χαίτη, με σώμα πλασμένο από λευκό πηλό. Μου μίλησες για τη δική σου χαμένη αγάπη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με λουλουδάτο όνομα και σχιστά μάτια. Σου μίλησα για το φόβο και το μίσος που έτρεφα από μικρή για τους άντρες, κληρονομιά της μάνας μου, ακατανόμαστη απειλή ανάκατη με ακατανόητη έλξη. Απεχθανόμουν τη γυναικεία φύση μου, προσπάθησα να την ακυρώσω, να την τυλίξω μέσα σε γύψο και επιδέσμους και να της δώσω σχήμα τετράγωνο, αντρικό. Δεν τα κατάφερα, μα ούτε κατάφερα ποτέ να την δεχτώ. Οι άντρες έμοιαζαν να είναι αναγκαίο κακό, μοιραία ευθύνη και έργο καταναγκαστικό. Τους ποθούσα και τους αποστρεφόμουν.
Και μαζί σου για πρώτη φορά αγαπούσα έναν άντρα σαν γυναίκα, και ένιωθα στρογγυλή και μαλακή και δεκτική. Γιατί ήσουν σαν ένα γαλήνιο κύμα που πλημμυρίζει την ακτή. Ενώ όλοι οι άλλοι πάντα φάνταζαν παρείσακτοι, ιππότες πάνοπλοι με τη λόγχη έτοιμη να διαπεράσει τον εχθρό και να κατακτήσει θριαμβευτικά την καρδιά της δέσποινάς τους, εσύ καθόσουν σταυροπόδι ξαρμάτωτος στην πόρτα του κάστρου, με κείνο σου το χαμόγελο, και οι κλειδαριές έλιωναν, οι αμπάρες θρυμματίζονταν, οι βαριές θύρες άνοιγαν διάπλατες από μόνες τους, σπρωγμένες θαρρείς από απαλό αεράκι.
Μαζί σου για πρώτη φορά ένιωσα Γυναίκα, γαμώτο, και τώρα που το γράφω δακρύζω.
Μαζί σου ένιωθα ελεύθερη.
Ελεύθερη να ποθήσω, ελεύθερη να δοθώ.
Σου είπα πόσο λάτρευα τις γυναίκες, πλάσματα αέρινα και καμπυλωτά, καμωμένα από πηλό και ζάχαρη. Πόσο αγαπούσα να εξερευνώ υγρές πτυχές, να γεύομαι τραγανά φρούτα. Πόσο εύκολο μου ήταν να αγαπήσω τις γυναίκες, ίσως επειδή ήμουν κι εγώ η ίδια μια γυναίκα. Ποιος άλλος μπορεί να εισχωρήσει άσφαλτα στο σκοτεινό λαβύρινθο της γυναικείας ψυχής, εκτός από μια γυναίκα; Ποιος άλλος μπορεί να αγγίξει πιο τρυφερά τα φυλλοκάρδια της, φτερά πεταλούδας που διαλύονται αφήνοντας μια πολύχρωμη σκόνη στα δάχτυλα; Ποιος μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα καλύτερα από όσο τη γνωρίζει μια άλλη γυναίκα;
Μαζί σου μπορούσα να μιλώ για όλα αυτά, για άντρες, για γυναίκες, για ηδονή, για έρωτα. Μπορούσα να μοιραστώ πόθους και περιπέτειες, ένιωθα ελεύθερη να τα χαρώ, ξέροντας ότι κι εσύ ήσουν ελεύθερος να κάνεις το ίδιο. Και κάθε φορά που σε συναντούσα, είχα την απερίγραπτη ικανοποίηση να ξέρω ότι γύρισες σε μένα όχι από υποχρέωση, αλλά από λαχτάρα.
Μαζί ήμασταν ελεύθεροι.
Ελεύθεροι να είμαστε μαζί.
Αυτήν την ελευθερία αγάπησα πάνω από κάθε τι άλλο.
Αυτήν την ελευθερία δεν θα την έχανα με τίποτα.
Αυτήν την ελευθερία την κράτησα ως το τέλος.
.
Αγαπούσα την ελευθερία μας.
Ελευθερία για μένα σήμαινε να επιλέγω κάθε φορά να είμαι μαζί σου, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλω. Ελευθερία σήμαινε να είσαι κοντά μου όχι δεμένος από μια υπόσχεση, αλλά επειδή το λαχταρούσες. Ελευθερία σήμαινε να φεύγουμε και να γυρίζουμε, να μπορούμε να διαθέτουμε το κορμί και την καρδιά μας όπως θέλαμε. Ελευθερία σήμαινε να είσαι μαζί μου επειδή ήμουν η καλύτερη επιλογή για σένα, όχι επειδή δεν είχες άλλες επιλογές.
Η απόσταση μας εμπόδιζε να βρισκόμασταν όσο συχνά θα θέλαμε. Σε συναντούσα όμως κάθε μέρα μέσα στα γράμματά σου. Μου έγραφες για μια κοπέλα που γνώρισες στη δουλειά, για μια φίλη που πίνατε καφέ και κουβεντιάζατε, για μια συνάδελφο που πήγατε εκδρομή μαζί. Σου έγραφα για τους άντρες που με κοίταζαν, για τις κοπέλες που με μαγνήτιζαν, για τις κοντές φούστες και τις εφαρμοστές μπλούζες, για ένα παθιάρικο χορό με ένα αγόρι που είχε τα μισά μου χρόνια.
Μοιραζόμασταν τα πάντα, κάθε στιγμή της ζωής μας. Ήμουν μαζί σου όταν αγκάλιαζες άλλες γυναίκες, και ήσουν μαζί μου όταν φλέρταρα με άλλους άντρες. Πράμα παράξενο, τώρα που είμαι μόνη, καθόλου δεν θέλω να φλερτάρω, δεν θέλω να δω ούτε άντρα ούτε γυναίκα, ούτε για δείγμα. Όταν ήμουν μαζί σου, θαρρείς και ο ερωτισμός ξεχείλιζε, περίσσευε, ένιωθα τόσο γεμάτη από αισθησιασμό ώστε ήθελα να τον σκορπίσω παντού γύρω, ήθελα να γοητεύσω το σύμπαν με τον καινούριο θηλυκό εαυτό μου.
Μοιραζόμασταν τα πάντα. Τις ιδιοτροπίες, τις αποκλίσεις, τις φαντασιώσεις.
Σου μίλησα για τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, μια κοπέλα με γαλάζιο χαμόγελο και κορακάτη χαίτη, με σώμα πλασμένο από λευκό πηλό. Μου μίλησες για τη δική σου χαμένη αγάπη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με λουλουδάτο όνομα και σχιστά μάτια. Σου μίλησα για το φόβο και το μίσος που έτρεφα από μικρή για τους άντρες, κληρονομιά της μάνας μου, ακατανόμαστη απειλή ανάκατη με ακατανόητη έλξη. Απεχθανόμουν τη γυναικεία φύση μου, προσπάθησα να την ακυρώσω, να την τυλίξω μέσα σε γύψο και επιδέσμους και να της δώσω σχήμα τετράγωνο, αντρικό. Δεν τα κατάφερα, μα ούτε κατάφερα ποτέ να την δεχτώ. Οι άντρες έμοιαζαν να είναι αναγκαίο κακό, μοιραία ευθύνη και έργο καταναγκαστικό. Τους ποθούσα και τους αποστρεφόμουν.
Και μαζί σου για πρώτη φορά αγαπούσα έναν άντρα σαν γυναίκα, και ένιωθα στρογγυλή και μαλακή και δεκτική. Γιατί ήσουν σαν ένα γαλήνιο κύμα που πλημμυρίζει την ακτή. Ενώ όλοι οι άλλοι πάντα φάνταζαν παρείσακτοι, ιππότες πάνοπλοι με τη λόγχη έτοιμη να διαπεράσει τον εχθρό και να κατακτήσει θριαμβευτικά την καρδιά της δέσποινάς τους, εσύ καθόσουν σταυροπόδι ξαρμάτωτος στην πόρτα του κάστρου, με κείνο σου το χαμόγελο, και οι κλειδαριές έλιωναν, οι αμπάρες θρυμματίζονταν, οι βαριές θύρες άνοιγαν διάπλατες από μόνες τους, σπρωγμένες θαρρείς από απαλό αεράκι.
Μαζί σου για πρώτη φορά ένιωσα Γυναίκα, γαμώτο, και τώρα που το γράφω δακρύζω.
Μαζί σου ένιωθα ελεύθερη.
Ελεύθερη να ποθήσω, ελεύθερη να δοθώ.
Σου είπα πόσο λάτρευα τις γυναίκες, πλάσματα αέρινα και καμπυλωτά, καμωμένα από πηλό και ζάχαρη. Πόσο αγαπούσα να εξερευνώ υγρές πτυχές, να γεύομαι τραγανά φρούτα. Πόσο εύκολο μου ήταν να αγαπήσω τις γυναίκες, ίσως επειδή ήμουν κι εγώ η ίδια μια γυναίκα. Ποιος άλλος μπορεί να εισχωρήσει άσφαλτα στο σκοτεινό λαβύρινθο της γυναικείας ψυχής, εκτός από μια γυναίκα; Ποιος άλλος μπορεί να αγγίξει πιο τρυφερά τα φυλλοκάρδια της, φτερά πεταλούδας που διαλύονται αφήνοντας μια πολύχρωμη σκόνη στα δάχτυλα; Ποιος μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα καλύτερα από όσο τη γνωρίζει μια άλλη γυναίκα;
Μαζί σου μπορούσα να μιλώ για όλα αυτά, για άντρες, για γυναίκες, για ηδονή, για έρωτα. Μπορούσα να μοιραστώ πόθους και περιπέτειες, ένιωθα ελεύθερη να τα χαρώ, ξέροντας ότι κι εσύ ήσουν ελεύθερος να κάνεις το ίδιο. Και κάθε φορά που σε συναντούσα, είχα την απερίγραπτη ικανοποίηση να ξέρω ότι γύρισες σε μένα όχι από υποχρέωση, αλλά από λαχτάρα.
Μαζί ήμασταν ελεύθεροι.
Ελεύθεροι να είμαστε μαζί.
Αυτήν την ελευθερία αγάπησα πάνω από κάθε τι άλλο.
Αυτήν την ελευθερία δεν θα την έχανα με τίποτα.
Αυτήν την ελευθερία την κράτησα ως το τέλος.
.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
