Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

μια ακόμη τελεία

Προχτές σου έστειλα ένα γράμμα.

Καλημέρα.

Θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη. Όπως ξέρεις, ένας κοινός μας φίλος βρίσκεται στην πόλη σου αυτές τις μέρες. Σε παρακαλώ πολύ, δώσε του τα τρία βιβλία που σου είχα δώσει πριν δυο χρόνια να μου τα φέρει. Είναι παλιές εκδόσεις, εξαντλημένες, δεν έχω τρόπο να τα ξαναβρώ. Είναι πολύ αγαπημένα βιβλία μου και είναι σημαντικό για μένα να τα έχω.

Σε ευχαριστώ.

Δεν ήξερα αν έκανα καλά ή άσχημα, αν έπρεπε να γράψω ή όχι, αν θα μου έκανε περισσότερο καλό να διεκδικήσω το χαμένο μου κομμάτι ή να βρω τη δύναμη να το αποχαιρετήσω για πάντα. Τέλος αποφάσισα ότι ήθελα να το ζητήσω, και ότι οποιαδήποτε απάντησή σου θα χρησίμευε σαν τελεία. Είτε θα δεχόσουν, και τότε θα είχα πίσω το κομμάτι μου, είτε θα αρνιόσουν, και τότε θα αποφάσιζα ότι δεν το χρειάζομαι, ότι και να μου το δώσεις κάποια στιγμή εγώ θα το πετάξω στα σκουπίδια.

Επίτηδες άφησα τον υπολογιστή κλειστό εικοσιτέσσερις ώρες. Διάβασα την απάντησή σου την άλλη μέρα.

Εντάξει για τα βιβλία.

Πολλές φορές κάθησα στον υπολογιστή για να σου ξαναγράψω, δεν ήξερα όμως αν έπρεπε ή τι. Συχνά φαντασιώνομαι ότι συναντιόμαστε ξανά μετά από χρόνια, κάνουμε μια μεγάλη συζήτηση και είμαστε καλά μεταξύ μας. Εγώ και τώρα είμαι καλά μεταξύ σου, εσύ δεν ξέρω πώς είσαι μεταξύ μου.

Να είσαι καλά.

Ευτυχώς είχα τη διαύγεια και την εγκράτεια να γράψω μονάχα:

Σε ευχαριστώ για τα βιβλία.

Θα προτιμούσα να μη μου ξαναγράψεις.

Φρόντιζε τον εαυτό σου, τον δικό μου εαυτό τον φροντίζω εγώ.

Ύστερα έσβησα όλα τα μηνύματα, και την διεύθυνσή σου από τον κατάλογο των επαφών.

Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως υποφέρεις, πως βασανίζεσαι φριχτά, και πως το απολαμβάνω. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως σου ξερνάω κατάμουτρα όλο το δηλητήριο που έκανες να κυλήσει στο μυαλό μου. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι εκδίκηση, φαντασιώνομαι πως σε πληγώνω με κάθε τρόπο που μπορώ, και πώς η αδυναμία να το κάνω πράξη με κάνει να λυσσάω από κακία και ανημπόρια. Θα ήθελα να σου πω ότι καθένας έχει τα δικά του φαντάσματα, και για τούτο τις δικές του φαντασιώσεις, που ποτέ δεν είναι ίδιες με του άλλου, ούτε μπορεί να τις μοιραστεί. Θα ήθελα να σου πω να βράσεις μόνος στο καζάνι με τις ενοχές σου, κι αν θέλεις άφεση να την δώσεις ο ίδιος στον εαυτό σου, εγώ δεν δύναμαι.

Αλλά δεν στο είπα, γιατί δεν θέλω να σου δώσω ούτε ένα τόσο δα κομμάτι μου ποτέ ξανά.

Θα ήθελα να σου πω ότι δεν είσαι καλά μαζί μου, αλλά με μια φαντασίωση δική σου, με μια ιδέα που έχεις φτιάξει μέσα στο κεφάλι σου για μένα και για σένα και για το πώς έγιναν τα πράματα. Δεν είσαι καλά μαζί μου, δεν είσαι καν μαζί μου, δεν είσαι. Δεν.

Δεν ξέρεις καν πώς είμαι, ποια είμαι, έκοψες τις γέφυρες εδώ κι ενάμιση χρόνο. Μη μου λες λοιπόν ότι είσαι καλά μαζί μου. Είσαι καλά με την αφεντομουτσουνάρα σου και αυτό είναι όλο.

Κι εγώ φυσικά και δεν είμαι καλά μαζί σου, γιατί δεν είμαι καν μαζί σου, και όσο για την εικόνα σου που κουβαλώ μέσα μου, νιώθω για κείνη τόσο μίσος, τέτοια ζήλια, τέτοιο φθόνο, όσο δεν με είχα ποτέ μου ικανή να νιώσω.

Κατάφερες να μου αποκαλύψεις νέες πτυχές του εαυτού μου, άγνωστες, αγνώριστες, άλλες μαγευτικές, άλλες αποκρουστικές - οι περισσότερες, αυτές που μου απόμειναν, αηδείς και απεχθείς.

Δεν μπορώ να πω, ήταν μια διδακτική εμπειρία.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

μαγική εικόνα

Διαβάζω Στρατή Τσίρκα,
"Ακυβέρνητες πολιτείες", μέρος πρώτο: "Η λέσχη", σελίδα 222.

- Εσύ φταις, μου κάνει γυρισμένη πάντα, όταν τελείωσα. Την έσπρωξες στην αγκαλιά του με τις κοκεταρίες σου. Αυτός ήταν πρόθυμος, μήτε να το καλοσκεφτεί, μήτε να το χωνέψει. Δεν καταλαβαίνεις πως η αγωνία του πολέμου ερεθίζει αφάνταστα τις ευαισθησίες μας; Θέλουμε να πάρουμε και να δώσουμε, το ερωτικό πάλεμα στρώνει τα κουβαριασμένα νεύρα, γαληνεύει την αναστατωμένη ψυχή μας. Δεν έχει σημασία το πώς και με ποιον, είναι ζήτημα υγείας πια.


Βέβαια η περίπτωσή σου είναι πολύπλοκη, γιατί υπάρχει εξιδανίκευση, αυτό που λέμε αγάπη, αίσθημα. Δεν καταλαβαίνω πότε προφτάσατε, γνωριστήκατε τόσο λίγο. Να σου πω, εγώ δεν πιστεύω στους κεραυνοβόλους έρωτες. Θ' αγαπήσατε κάποια μορφή που την είχατε στο μυαλό σας από πριν. Τ' αποτέλεσμα είναι πως αχρηστεύθηκες, κι είναι κρίμα. Σε κυρίεψε ένα πάθος να φύγεις, δηλαδή να πεθάνεις, που πρέπει να το προσέξεις, και γρήγορα.

Κάποια μορφή που είχαμε στο μυαλό μας από πριν.

Μα φυσικά, αυτό είναι!

Και θα μου πεις, δεν το 'ξερες; Το 'ξερα και δεν το 'ξερα. Ξέρω ότι ο έρωτας είναι εξιδανίκευση, ότι είναι μύθος, ότι πλάθει κανείς μια μορφή φανταστική κι ερωτεύεται κείνο το φάντασμα, που τις πιο πολλές φορές ελάχιστη σχέση έχει με το σαρκίο του άτυχου ανθρώπου που έγινε φορέας κι αντικείμενο του έρωτα.

Άλλο όμως να το ξέρω θεωρητικά, κι άλλο να το νιώσω στο πετσί μου, να το καταλάβω, να κοιτάξω στον καθρέφτη και να το δω μέσα μου.

Είναι μαγική εικόνα, σαν εκείνο το λευκό κηροπήγιο σε μαύρο φόντο, που το κοιτάζεις ώρες κι ώρες, και ξαφνικά βλέπεις τα δυο μαύρα προφίλ δεξιά κι αριστερά. Ήταν πάντα εκεί, μονάχα εσύ δεν το 'βλεπες, γιατί δεν ήξερες πώς να κοιτάξεις.




Τόσο απλό και να μην έχω μπορέσει να το δω τόσον καιρό!

Ήθελες να ξεχαρμανιάσεις από έναν πληκτικό και καταπιεστικό γάμο, ήθελες μια γκόμενα διαθέσιμη κι έτοιμη για όλα, ήθελες τρέλα και σεξουαλικές ακρότητες. Ήθελα να ερωτευτώ και να δοθώ ολοκληρωτικά, ήθελα έναν άντρα έξυπνο κι ευαίσθητο, ήθελα επικοινωνία και μοίρασμα απόλυτο. Πράματα τελείως διαφορετικά και ασυμβίβαστα. Βρεθήκαμε ο ένας στον δρόμο του άλλου, είδαμε ο ένας στον άλλον αυτό που ήθελε. Ασυναίσθητα προβάλαμε τις επιθυμίες μας και ασυναίσθητα πήραμε τους ρόλους που μας ζητήθηκαν. Εσύ έπαιξες τον γαλάζιο πρίγκηπα, όσο καλύτερα μπορούσες τέλος πάντων, έφτασες στο σημείο να πείσεις τον εαυτό σου ότι ήσουν ερωτευμένος μαζί μου, ότι εγώ ήμουν η γυναίκα της ζωής σου κι άλλη δεν ήταν ποτέ πια. Εγώ έπαιξα την ερωτική μούσα, σε ακολούθησα στους σεξουαλικούς πειραματισμούς, έφτασα στο σημείο να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό λαχταρούσα πάντα μόνο που δεν το ήξερα. Έπαιξα το παιχνίδι σου κι έπαιξες το δικό μου. Γίναμε ο καθένας το είδωλο του άλλου. Μα το είδωλο είναι σκέτος καπνός, όραμα χωρίς υπόσταση. Πίσω από τα είδωλα υπήρχαν άνθρωποι. Κι εμείς τους κρύψαμε, τους αγνοήσαμε.

Υποκριθήκαμε και οι δύο.

Ωστόσο δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα αυτό.

Εσύ με ήθελες δίπλα σου άμεσα, τώρα, ολόκληρη. Εγώ ήθελα χρόνο, να βυθομετρήσω τα συναισθήματά μου, να σε πλησιάσω σιγά σιγά, να γλιστρήσουμε απαλά μαζί σε ένα άγγιγμα ψυχών. Εσύ το εξέλαβες αυτό ως δισταγμό και αμφιβολία, και ίσως να ήταν. Ίσως και γω να μην ήμουν σίγουρη, ίσως και να ήξερα βαθιά μέσα μου ότι δεν ήσουν αυτό που γύρευα. Ίσως και συ να βαρέθηκες απλώς, ίσως και να κατάλαβες βαθιά μέσα σου πως εγώ δεν ήμουν αυτό που γύρευες.

Και τότε βρέθηκε στο δρόμο σου η Άλλη.

Ακριβώς όπως την ήθελες, έτοιμη, τώρα. Χωρίς ψευτοντροπές και δισταγμούς, χωρίς αμφιβολίες, σίγουρη, ελεύθερη, διαθέσιμη. Άρπαξες την ευκαιρία, κι έκανες καλά. Ακολούθησες την ανάγκη σου, υπηρέτησες το συναίσθημά σου, ό,τι πιο ιερό υπάρχει.

Ελευθερώθηκες και ελευθέρωσες και μένα.

Μόνο που μου πήρε καιρό να καταλάβω.

Τώρα όμως ξέρω.

Τώρα μπορώ πια να σε αφήσω να φύγεις.

Ελεύθεροι και οι δύο.

.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

esprit d'escalier

.


Έτσι λένε οι γάλλοι όλες εκείνες τις εξυπνάδες που μας έρχονται στο μυαλό όταν είναι πια πολύ αργά, καθώς κατεβαίνουμε την σκάλα αφότου μας έχουν πετάξει έξω. Όλες εκείνες τις φοβερές ατάκες που δεν σταθήκαμε ικανοί να κατεβάσουμε όσο ήταν ακόμα καιρός, και αναμασάμε τώρα σκαλί σκαλί, φτιάχνοντας φανταστικούς διαλόγους, ολόκληρα σενάρια.


Και τότε θα μου είπες, και θα σου είπα, και θα μου απάντησες, και θα σε αποστόμωσα. Και μετά ξύπνησα, και μετά άντε πάλι μέχρι να το σιχαθώ. Βρε δε μας παρατάς πλέον που θα ασχολούμαι μαζί σου. Σιγά τον μπαγλαμά.


Εδώ ρίχνω και μια λαθραία ματιά πάνω απ' τον ώμο μου, μην τυχόν πήρε κανείς χαμπάρι ότι καθόλου υπεράνω δεν είμαι, το παίζω μόνο. Όμφακες εισίν, που έλεγε κι αλεπού του Αίσωπου.


Ή όπως λέμε στα ελληνικά, άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου.


.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.2

.

Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;

Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.

- Τι κάνεις;

- Κουκιά σπέρνω.

Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.

- Και σεις;

- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.

Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.

- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.

Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.

Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.

Μια ζωή καρατερίστα.

.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

πιασμένη ανάσα

.
Σε είδα στον ύπνο μου απόψε.
Παράξενο δεν είναι; Πάνω που λες, τον ξέχασα - οκέι, όχι εντελώς, αλλά τέλος πάντων αρκετά, δεν τον σκέφτομαι όλη την ώρα, μπορεί να περάσει και μια ώρα χωρίς να τον σκεφτώ ή και δύο, αν τύχει να βρεθώ με παρέα μπορεί να περάσει μια ολόκληρη βραδιά ευλογημένης λήθης, κι άλλωστε δεν νιώθω πια το ίδιο, ακόμα κι όταν τον σκέφτομαι δεν νιώθω το ίδιο, δεν τον νοσταλγώ ούτε τον επιθυμώ, ούτε καν τον μισώ, νιώθω μόνο κάτι σαν περιφρόνηση, σαν απαξίωση. Δυσπιστώ βέβαια απέναντι στα συναισθήματά μου, τα εξετάζω εξονυχιστικά, τα διαμελίζω, αυτή η περιφρόνηση είναι κάπως ύποπτη, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ωστόσο καλύτερα έτσι παρά αλλιώς.
Έχω ένα δυο μήνες τώρα που κοιμάμαι. Εντάξει, όχι κάθε νύχτα, αλλά τις περισσότερες. Πέφτω νωρίς και κοιμάμαι σε ρει ως το πρωί, καμμιά φορά κι εννιά, και δέκα ώρες. Τίποτα δεν ταράζει τον ύπνο μου, τέρμα οι εφιάλτες, τέρμα η αγωνία - τέλος πάντων δεν ξέρω αν φύγαν εντελώς ή όχι, τουλάχιστον όμως δεν με ξυπνούν πια. Καμμιά φορά τυχαίνει να ξυπνήσω ιδρωμένη στη μέση της νύχτας, όμως αυτό συμβαίνει πια πολύ σπάνια, μια φορά στις δέκα μέρες ή και λιγότερο. Κοιμάμαι, κοιμάμαι συνέχεια, αναπαύομαι, αναρρώνω.
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πετάχτηκα πάνω, αγωνιζόμουν να πάρω ανάσα, σα να πνιγόμουν με το μαξιλάρι. Μα όχι, ήσουν εσύ, η αποπνιχτική σου παρουσία, τα γλυκερά σου λόγια, κολλώδη σαν το νέκταρ σαρκοβόρου φυτού. Και πάλι το σκοτάδι της κάμαρας, και πάλι η ήσυχη ανάσα του κοιμισμένου σπιτιού.
Να πω κι ότι το θυμάμαι, ψέμα θα πω. Εκείνη την ώρα βέβαια το θυμόμουν ολοκάθαρα, μα δεν είχα τρόπο να το καταγράψω, ούτε κι όρεξη, να λέμε την αλήθεια. Τώρα πια είναι μια θολούρα σκέτη, μια δυο εικόνες και τρεις λέξεις, ένα τίποτα. Με πήρες, λέει, τηλέφωνο, για να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη. Άκου συγγνώμη! Αν είχα γέλια κονσέρβα θα τα κόλλαγα εδώ. Εσύ, να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη! Τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Το όνειρο κάθε παρατημένης γκόμενας. Πρωτοτυπία μηδέν.
Ένας γνωστός μου είπε κάποτε πως διαβάζει την ιστορία μου σαν αρχέτυπο, γιατί δεν υπάρχει, λέει, τίποτε πιο κοινό από τον έρωτα.
Πραγματικά, ποτέ στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο κοινότυπη.
.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.1

.

Σου στέλνω μήνυμα, θα έρθω στην πόλη σου, θέλω να συναντηθούμε. Πού; Στο σπίτι σου. Όχι, όχι έξω. Θέλω έναν χώρο άνετο, ιδιωτικό. Είναι εντάξει με σένα;

Χτυπώ το κουδούνι. Κανένα συναίσθημα. Ανοίγεις χαμογελαστός, σαν την καλή χαρά, πάντα έτσι ήουν εσύ, τίποτα δεν είναι ικανό να σε ταράξει.
- Καλώς ήρθες! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
Χαμογελώ αδιόρατα, δεν απαντώ. Περνάω μέσα, αποφεύγοντας να αγγιχτούμε. Προχωρώ ίσια μπροστά και κάθομαι στην πρώτη καρέκλα που βρίσκω.
- Να σου προσφέρω κάτι;
- Δύο μεγάλα ποτήρια νερό.
Γελάς.
- Γιατί δύο;
- Ο γιατρός μου είπε να πίνω πολύ νερό. Αν δεν έχεις μεγάλα ποτήρια, βάλε δυο κούπες του καφέ, μεγάλες.
Επιστρέφεις από την κουζίνα με δυο μεγάλα φλιτζάνια γεμάτα νερό. Τα ακουμπάς δίπλα μου.
- Μπορούμε να ανοίξουμε τον υπολογιστή;
- Ανοιχτός είναι.
- Τέλεια. Θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες.
Σε βλέπω επιφυλακτικό. Ναι, κατά βάθος είσαι μίζερος και καχύποπτος.
- Τρεις χάρες - επαναλαμβάνω - όπως στις νεράιδες.
Γελάς. Πάντα είχες το γέλιο στο τσεπάκι σου. Μου άρεσε αυτό, τότε. Μετά με πλήγωνε, γιατί βρισκόμουν από την άλλη όχθη του ανέκδοτου.
- Να τις ακούσω.
- Μπες στο gmail, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα παλιά μου γράμματα. Τα έχεις ακόμη;
Αργείς να απαντήσεις.
- Ναι, φαντάζομαι πως ναι. Δεν τα έσβησα ποτέ.
- Ωραία. Θέλω να τους ρίξω μια ματιά.
Είναι εκεί, καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά κατεβατά, όσα πρόλαβα να στείλω αφότου σου έσβησα τον παλιό σου λογαριασμό και πριν διακόψουμε οριστικά την αλληλογραφία. Εμέσματα μίσους, φθόνου και πόνου.
- Θέλω να σε παρακαλέσω να τα σβήσεις. Όλα αυτά τα αφήσαμε πίσω μας τώρα πια, Ας μην κρατήσουμε τίποτε απ' αυτά. Εκείνες οι μέρες ήταν οδυνηρές και για τους δυο μας. Θα ένιωθα πολύ πιο ήσυχη αν ήξερα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τις θυμίζει.
Διστάζεις ελαφρά.
- Είναι το μόνο που έχω από σένα...
- Είναι το χειρότερο που έχεις από μένα. Θέλεις να κρατήσεις μόνο τα χειρότερα;
Δεν θέλεις να το κάνεις, το ξέρω. Όχι επειδή αγαπάς αυτά τα γράμματα, όχι. Από γινάτι και μόνο, από πείσμα. Για να μην περάσει το δικό μου.
- Έχεις τη δυνατότητα να μου δώσεις μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη αν το κάνεις.
Χαμογελάς στεγνά, αδιάφορα.
- Αν αισθάνεσαι έτσι...
Select all, Delete, Are you sure you want to delete these messages? Yes to all.
Βαθιά ανάσα.
- Και η δεύτερη χάρη;
Φοράω το πιο γοηευτικό χαμόγελό μου, γέρνω το κεφάλι μου λοξά, μισοκλείνω τα μάτια.
- Οι φωτογραφίες εκείνες. Τις έχεις ακόμη;
Τσιτώνεις, το βλέπω καθαρά. Με κοιτάς στα μάτια.
- Ναι, φυσικά.
- Μπορώ να τις δω;
Θέλω να δείχνω άνετη και αδιάφορη, αλλά το τρέμουλο στα χέρια με προδίνει. Σφίγγω το ποτήρι με το νερό.
Κομπιάζεις.
- Δεν... δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.
- Έλα τώρα! στο κάτω κάτω μου ανήκουν. Εγώ σου ζήτησα να τις τραβήξεις, και τώρα δεν μπορώ να τις δω;
- Δεν είναι αυτό...
Τι σκέφτεσαι άραγε; Την κοπέλα σου, ίσως; Τι θα σκεφτόταν αν μας έβλεπε μαζί να κοιτάζουμε ερωτικές φωτογραφίες μας;
- Έχω δυο χρόνια να τις δω, κοντεύω να τις ξεχάσω πια! Εσύ τις έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι δίκαιο. Μια ματιά μόνο.
Ανοίγεις ένα directory, ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Open file, unzip, και να τες.
Μου έρχεται ζάλη, ναυτία, αηδία. Είμαι εγώ ή μήπως άλλη; Δεν ταυτίζομαι πια με τη γυναίκα της φωτογραφίας, είναι μια ξένη. Τι κάνω εγώ εδώ;
Ευτυχώς δεν με προσέχεις. Περνάς από τη μια φωτογραφία στην άλλη, τις χαζεύεις.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε θέλω να ξέρω.
Βαθιά ανάσα, βουτιά.
- Θα σου χρωστούσα μεγάλη χάρη αν τις έσβηνες.
Γελάς.
- Το φανταζόμουν ότι αυτό θα μου ζητούσες.
Μίσος. Το μίσος που νιώθουμε όταν η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας εξαρτάται από το καπρίτσιο ενός ξένου.
- Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη. Όσο υπάρχουν, με βασανίζει η σκέψη τους.
- Ρε συ, στο είπα και πριν, στο είχα πει και τότε. Είναι το μόνο που έχω από σένα. Θέλω να κρατήσω κάτι από σένα.
Ρουφάω τον αέρα μέσ' απ' τα δόντια μου.
- Αν δεν τις σβήσεις αμέσως, αδειάζω τα νερά πάνω στο κομπιούτερ.
Δεν το πιάνεις αμέσως. Ύστερα γελάς, εκείνο το λίγο τσιριχτό γελάκι σου.
- Έλα τώρα! Πλάκα κάνεις!
- Αμέσως.
Το βλέμμα μου δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζω. Νιώθω χλωμή, κρύα. Φαίνεσαι ανήσυχος. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε με νοιάζει.
- Είσαι τρελή.
- Τελείως.
Με κοιτάζεις για λίγη ώρα ερευνητικά. Ύστερα ανασηκώνεις τους ώμους. Κλικ, κλικ, κλικ. Και μετά empty recycle bin. Τέλος.
- Ευχαριστημένη;
Νιώθω ταχυπαλμία, λιποθυμία. Καθομαι στην καρέκλα, πίνω σιγά σιγά το ένα νερό. Με κοιτάζεις ανήσυχος. Γέρνεις προς το μέρος μου.
- Είσαι καλά;
Γνέφω καταφατικά και τεντώνω το χέρι μου με την παλάμη απλωμένη. Δεν θέλω να με πλησιάσεις. Δεν θέλω να με αγγίξεις. Οτιδήποτε εκτός απ' αυτό.
- Μην κάνεις έτσι, επιτέλους, δεν αξίζει τον κόπο...
- Μια τελευταία χάρη.
Ξεφυσάς μπουχτισμένος, λες και είμαι κακομαθημένο παιδί.
- Έλα, ακούω.
- Τα βιβλία που σου έδωσα... τα έχεις;
Κι αν τα έχεις, σκέφτομαι, θυμάσαι που βρίσκονται; Ή τα έχεις καταχωνιάσει σε κανένα υπόγειο, σε καμμιά κούτα; Ή μήπως τα έδωσες πουθενά δανεικά κι αγύριστα;
- Κάτσε να δεις, κάπου εδώ θα είναι...
Τρυπώνεις στο δωμάτιό σου και σκαλίζεις την βιβλιοθήκη. Δεν σε ακολουθώ. Περιμένω.
Αρκετά λεπτά αργότερα επιστρέφεις θριαμβευτής:
- Να τα!
Τα τείνεις προς το μέρος μου. Κοιτάζω. Τα ακουμπάς στο γραφείο, δίπλα μου.
- Όμορφα βιβλιάκια, άρεσαν πολύ και στην κοπέλα μου.
Μαχαιριά.
Μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβες πόσο με πόνεσες;
Μα πόσο απίστευτα μαλάκας είσαι!
Απλώνω διστακτικά το χέρι μου, πιάνω το πρώτο.
"Το άσπρο ελάφι", James Thurber. Παλιά έκδοση. Μετάφραση, Σωτήρης Κακίσης. Με σκίτσα του ίδιου του Thurber.
Νιώθω ένα τσίμπημα στα βλέφαρα. Συγκρατούμαι με κόπο. Όχι τώρα, όχι μπροστά του.
Πιάνω το δεύτερο βιβλίο.
"Μύθοι για την εποχή μας", πάλι του Thurber, παλιά έκδοση κι αυτή. Χαϊδεύω το εξώφυλλο και πιάνω το τρίτο.
"Τα δεκατρία ρολόγια", του ίδιου συγγραφέα. Εξαντλημένο.
Πίνω μια γουλιά νερό από το δεύτερο ποτήρι. Παίρνω τα βιβλία και τα βάζω στο σακίδιό μου.
- Τι κάνεις εκεί; Έλα ρε! Έλα τώρα! Αυτά μου τα χάρισες, είναι δικά μου!
Σηκώνω το βλέμμα μου. Δεν ξέρω τι έκφραση έχω, αλλά μόλις με βλέπεις παγώνεις.
- Τα χάρισα στον άντρα που αγαπούσα και με αγαπούσε. Στον άντρα που εμπιστευόμουν. Στον άντρα που θα ήταν πάντα δίπλα μου.
Φτύνω τις φράσεις σαν χαστούκια, αλλά δεν σε βλέπω εντυπωσιασμένο. Πάντα ήσουν αναίσθητος φαίνεται, απλώς δεν το είχα καταλάβει.
- Μου τα χάρισες. Και σ' αγαπούσα, και μ' αγαπούσες. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω.
Σφίγγω πάνω μου το σακίδιο.
- Σου έδωσα την ψυχή μου. Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μου είπες ότι θα την φροντίσεις. Την τσαλαπάτησες και την πέταξες στα σκουπίδια.
Έχω ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μιλώ. Δεν μιλάς.
Μια φράση σαν λυγμός.
- Θέλω την ψυχή μου πίσω.
Κάνεις να απλώσεις το χέρι σου κι αποτραβιέμαι. Καλύτερα να με τσιμπήσει φίδι.
- Λυπάμαι...
- Χέστηκα άμα λυπάσαι. Άσε με να φύγω τώρα.
Κάνω μεταβολή και τρέχω, τρέχω. Κουτρουβαλάω τις σκάλες, ούτε βλέπω πού πηγαίνω. Για πότε βρέθηκα έξω, δεν το κατάλαβα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα κλαίω, πότε πρόλαβαν να μαζευτούν τόσα δάκρυα;
Τρέχω όσο φτάνει η ανάσα μου και σωριάζομαι λίγα τετράγωνα παρακάτω σ' ένα παγκάκι.
Ρίχνω πίσω το κεφάλι. Έχω νυχτώσει.
Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.

.

Ποτέ δεν θα το κάνω, φυσικά. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ούτε θα σου ζητήσω ποτέ να μου δώσεις πίσω αυτά που μου πήρες. Δεν θέλω να με θυμηθείς, σίγουρα με έχεις ξεχάσει. Δεν θέλω να βρεθώ στο έλεός σου, δεν θέλω να με οικτίρεις.

Αλλά κάποιες νύχτες που δεν με πιάνει ο ύπνος, στριφογυρίζω στο κρεβάτι και φτιάχνω τέτοιες ηλίθιες φαντασιώσεις.

.

καθήλωση

.

Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος.

Παράξενο αλήθεια.

Σε σκέφτομαι ακόμη, κάθε μέρα, πολλές ώρες τη μέρα. Η σκέψη σου έχει γίνει κάτι σαν καρκίνωμα μέσα στο μυαλό μου, κάπως σαν τον κάλλο στις φτέρνες, που όλο τον κόβεις και όλο ξαναγίνεται. Καμμιά φορά τυχαίνει να συγκεντρωθώ πολύ στη δουλειά μου και να μην σε σκεφτώ καθόλου για δυο ή τρεις ώρες. Ύστερα η σκέψη σου εισβάλει ξανά στο μυαλό μου απότομα, σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και να μπαίνει εκτυφλωτικό το φως του ήλιου, ή μήπως το σκοτάδι; Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ μου δεν σε ειχα ξεχάσει, απλώς είχα ξεχάσει να σε σκέφτομαι.

Τι σκέφτομαι; Πολλά και τίποτα. Σε θέλω ακόμη; Ούτε με σφαίρες. Σε αγαπώ; Αστείο πράγμα. Καλά καλά δεν θυμάμαι την όψη σου, δεν θυμάμαι πια πώς ήσουν, δεν θυμάμαι πια πώς ένιωθα. Δεν θυμάμαι τίποτα σχεδόν, ούτε αισθάνομαι. Έχω κλείσει το μπαούλο κι έχω κάτσει πάνω στο καπάκι με όλο μου το βάρος. Αν τυχόν ανοίξει κατά λάθος μια χαραμάδα, από αφηρημάδα ή από αδυναμία, το πρώτο πράγμα που ξεχύνεται από μέσα είναι πόνος. Υγρός, ψυχρός πόνος που καίει, κάπως σαν υγρό άζωτο ή σαν χυτό πυρακτωμένο μέταλλο.

Καλύτερα λοιπόν να μην αισθάνομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι, αλλά κάνω σκέψεις. Αυτές δεν μπορώ να τις φυλακίσω, είναι σαν τον σκώρο ή σαν τα ασημόψαρα, ξεγλιστρούν από τις χαραμάδες. Τι σκέψεις; Ούτε και ξέρω. Ξαναπαίζω τα γνωστά παλιά σενάρια, τα τελειοποιώ, τα παραλάσσω, φτιάχνω καινούρια. Σενάρια εκδίκησης, σενάρια γεμάτα καυστικές ειρωνικές ατάκες που εξαντλούνται από τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί σκοντάφτουν πάνω στο αξεπέραστο: κέρδισες κι έχασα. Τι θα μπορούσα ποτέ να πω ή να κάνω που να με κάνει εμένα κερδισμένη;

Ξαναμασώ λοιπόν τις παλές γνωστές τσίχλες, καλύτερα έτσι, απαλλάχτηκα από σένα, έτσι κι αλλιώς δεν οδηγούσε πουθενά, αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε.

Και ξαναγράφω το σενάριο, μαζεύω το καπέλο μου, το φοράω στραβά στο κεφάλι μου και απομακρύνομαι κόντρα στον ήλιο, για να μη φανούν τα αυλάκια στα μάγουλά μου.

.