Πέμπτη 29 Ιουλίου 2010

εντάξει, υπερβάλλω...

Σίγουρα πέρασε καιρός, κύλησε νερό στ' αυλάκι, και λοιπά και λοιπά.
Δεν σε σκέφτομαι πλέον όλη μέρα, αλλά δεν περνά μέρα που να μην σε σκεφτώ, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο.
Δεν σε αγαπώ πια, ούτε σε ποθώ ερωτικά, αλλά σε περιφρονώ ακόμη. Ο πόνος υποχώρησε, αλλά η οργή παρέμεινε.
Προχωρώ με αραιά άλματα. Περνώ μήνες σε μια κατάσταση, τελματωμένη θαρρείς, φαίνεται όμως πως μέσα μου κάτι ζυμώνεται, και ξαφνικά μέσα σε μια μέρα περνώ σε μια νέα κατάσταση.
Δεν υποφέρω πια, μα ούτε και χαίρομαι. Δεν είμαι δυστυχής, μα ούτε κι ευτυχής.
Πριν λίγους μήνες ξαναβρήκα τη χαρά της ζωής, μόνον όμως σε πολύ θεμελιώδες επίπεδο, σε επίπεδο ζωικών απολαύσεων: φαγητό, ζεστασιά, ένας καλός ύπνος. Μην το γελάς, δεν είναι λίγο: τα είχα χάσει όλα, και τώρα πάλι ξανάβρισκα τη γεύση, την αφή, την όσφρηση.
Εκεί έχω μείνει - δεν πάω παρακάτω.
Μου φαίνεται πως πλησιάζει η στιγμή για άλλο ένα άλμα, δεν ξέρω κατά πού, θα δείξει. Ίσως και να είναι η ιδέα μου. Ωστόσο δυο χρόνια είναι πολύς καιρός: κάτι πρέπει να γίνει πια.
Η ζωή μου είναι ήρεμη και τακτική, κι έτσι τη θέλω. Κάθε τόσο κάνω σκέψεις απόδρασης, σκέψεις επανάστασης - μα σύντομα επανέρχομαι στην τάξη: θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, και μένα τώρα μου λείπουν και τα δυο.
Προχωρώ και μένω στο ίδιο μέρος.
Αλλάζω απαράλλακτη.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

μια ακόμη τελεία

Προχτές σου έστειλα ένα γράμμα.

Καλημέρα.

Θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη. Όπως ξέρεις, ένας κοινός μας φίλος βρίσκεται στην πόλη σου αυτές τις μέρες. Σε παρακαλώ πολύ, δώσε του τα τρία βιβλία που σου είχα δώσει πριν δυο χρόνια να μου τα φέρει. Είναι παλιές εκδόσεις, εξαντλημένες, δεν έχω τρόπο να τα ξαναβρώ. Είναι πολύ αγαπημένα βιβλία μου και είναι σημαντικό για μένα να τα έχω.

Σε ευχαριστώ.

Δεν ήξερα αν έκανα καλά ή άσχημα, αν έπρεπε να γράψω ή όχι, αν θα μου έκανε περισσότερο καλό να διεκδικήσω το χαμένο μου κομμάτι ή να βρω τη δύναμη να το αποχαιρετήσω για πάντα. Τέλος αποφάσισα ότι ήθελα να το ζητήσω, και ότι οποιαδήποτε απάντησή σου θα χρησίμευε σαν τελεία. Είτε θα δεχόσουν, και τότε θα είχα πίσω το κομμάτι μου, είτε θα αρνιόσουν, και τότε θα αποφάσιζα ότι δεν το χρειάζομαι, ότι και να μου το δώσεις κάποια στιγμή εγώ θα το πετάξω στα σκουπίδια.

Επίτηδες άφησα τον υπολογιστή κλειστό εικοσιτέσσερις ώρες. Διάβασα την απάντησή σου την άλλη μέρα.

Εντάξει για τα βιβλία.

Πολλές φορές κάθησα στον υπολογιστή για να σου ξαναγράψω, δεν ήξερα όμως αν έπρεπε ή τι. Συχνά φαντασιώνομαι ότι συναντιόμαστε ξανά μετά από χρόνια, κάνουμε μια μεγάλη συζήτηση και είμαστε καλά μεταξύ μας. Εγώ και τώρα είμαι καλά μεταξύ σου, εσύ δεν ξέρω πώς είσαι μεταξύ μου.

Να είσαι καλά.

Ευτυχώς είχα τη διαύγεια και την εγκράτεια να γράψω μονάχα:

Σε ευχαριστώ για τα βιβλία.

Θα προτιμούσα να μη μου ξαναγράψεις.

Φρόντιζε τον εαυτό σου, τον δικό μου εαυτό τον φροντίζω εγώ.

Ύστερα έσβησα όλα τα μηνύματα, και την διεύθυνσή σου από τον κατάλογο των επαφών.

Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως υποφέρεις, πως βασανίζεσαι φριχτά, και πως το απολαμβάνω. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι πως σου ξερνάω κατάμουτρα όλο το δηλητήριο που έκανες να κυλήσει στο μυαλό μου. Θα ήθελα να σου πω ότι εγώ φαντασιώνομαι εκδίκηση, φαντασιώνομαι πως σε πληγώνω με κάθε τρόπο που μπορώ, και πώς η αδυναμία να το κάνω πράξη με κάνει να λυσσάω από κακία και ανημπόρια. Θα ήθελα να σου πω ότι καθένας έχει τα δικά του φαντάσματα, και για τούτο τις δικές του φαντασιώσεις, που ποτέ δεν είναι ίδιες με του άλλου, ούτε μπορεί να τις μοιραστεί. Θα ήθελα να σου πω να βράσεις μόνος στο καζάνι με τις ενοχές σου, κι αν θέλεις άφεση να την δώσεις ο ίδιος στον εαυτό σου, εγώ δεν δύναμαι.

Αλλά δεν στο είπα, γιατί δεν θέλω να σου δώσω ούτε ένα τόσο δα κομμάτι μου ποτέ ξανά.

Θα ήθελα να σου πω ότι δεν είσαι καλά μαζί μου, αλλά με μια φαντασίωση δική σου, με μια ιδέα που έχεις φτιάξει μέσα στο κεφάλι σου για μένα και για σένα και για το πώς έγιναν τα πράματα. Δεν είσαι καλά μαζί μου, δεν είσαι καν μαζί μου, δεν είσαι. Δεν.

Δεν ξέρεις καν πώς είμαι, ποια είμαι, έκοψες τις γέφυρες εδώ κι ενάμιση χρόνο. Μη μου λες λοιπόν ότι είσαι καλά μαζί μου. Είσαι καλά με την αφεντομουτσουνάρα σου και αυτό είναι όλο.

Κι εγώ φυσικά και δεν είμαι καλά μαζί σου, γιατί δεν είμαι καν μαζί σου, και όσο για την εικόνα σου που κουβαλώ μέσα μου, νιώθω για κείνη τόσο μίσος, τέτοια ζήλια, τέτοιο φθόνο, όσο δεν με είχα ποτέ μου ικανή να νιώσω.

Κατάφερες να μου αποκαλύψεις νέες πτυχές του εαυτού μου, άγνωστες, αγνώριστες, άλλες μαγευτικές, άλλες αποκρουστικές - οι περισσότερες, αυτές που μου απόμειναν, αηδείς και απεχθείς.

Δεν μπορώ να πω, ήταν μια διδακτική εμπειρία.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

μαγική εικόνα

Διαβάζω Στρατή Τσίρκα,
"Ακυβέρνητες πολιτείες", μέρος πρώτο: "Η λέσχη", σελίδα 222.

- Εσύ φταις, μου κάνει γυρισμένη πάντα, όταν τελείωσα. Την έσπρωξες στην αγκαλιά του με τις κοκεταρίες σου. Αυτός ήταν πρόθυμος, μήτε να το καλοσκεφτεί, μήτε να το χωνέψει. Δεν καταλαβαίνεις πως η αγωνία του πολέμου ερεθίζει αφάνταστα τις ευαισθησίες μας; Θέλουμε να πάρουμε και να δώσουμε, το ερωτικό πάλεμα στρώνει τα κουβαριασμένα νεύρα, γαληνεύει την αναστατωμένη ψυχή μας. Δεν έχει σημασία το πώς και με ποιον, είναι ζήτημα υγείας πια.


Βέβαια η περίπτωσή σου είναι πολύπλοκη, γιατί υπάρχει εξιδανίκευση, αυτό που λέμε αγάπη, αίσθημα. Δεν καταλαβαίνω πότε προφτάσατε, γνωριστήκατε τόσο λίγο. Να σου πω, εγώ δεν πιστεύω στους κεραυνοβόλους έρωτες. Θ' αγαπήσατε κάποια μορφή που την είχατε στο μυαλό σας από πριν. Τ' αποτέλεσμα είναι πως αχρηστεύθηκες, κι είναι κρίμα. Σε κυρίεψε ένα πάθος να φύγεις, δηλαδή να πεθάνεις, που πρέπει να το προσέξεις, και γρήγορα.

Κάποια μορφή που είχαμε στο μυαλό μας από πριν.

Μα φυσικά, αυτό είναι!

Και θα μου πεις, δεν το 'ξερες; Το 'ξερα και δεν το 'ξερα. Ξέρω ότι ο έρωτας είναι εξιδανίκευση, ότι είναι μύθος, ότι πλάθει κανείς μια μορφή φανταστική κι ερωτεύεται κείνο το φάντασμα, που τις πιο πολλές φορές ελάχιστη σχέση έχει με το σαρκίο του άτυχου ανθρώπου που έγινε φορέας κι αντικείμενο του έρωτα.

Άλλο όμως να το ξέρω θεωρητικά, κι άλλο να το νιώσω στο πετσί μου, να το καταλάβω, να κοιτάξω στον καθρέφτη και να το δω μέσα μου.

Είναι μαγική εικόνα, σαν εκείνο το λευκό κηροπήγιο σε μαύρο φόντο, που το κοιτάζεις ώρες κι ώρες, και ξαφνικά βλέπεις τα δυο μαύρα προφίλ δεξιά κι αριστερά. Ήταν πάντα εκεί, μονάχα εσύ δεν το 'βλεπες, γιατί δεν ήξερες πώς να κοιτάξεις.




Τόσο απλό και να μην έχω μπορέσει να το δω τόσον καιρό!

Ήθελες να ξεχαρμανιάσεις από έναν πληκτικό και καταπιεστικό γάμο, ήθελες μια γκόμενα διαθέσιμη κι έτοιμη για όλα, ήθελες τρέλα και σεξουαλικές ακρότητες. Ήθελα να ερωτευτώ και να δοθώ ολοκληρωτικά, ήθελα έναν άντρα έξυπνο κι ευαίσθητο, ήθελα επικοινωνία και μοίρασμα απόλυτο. Πράματα τελείως διαφορετικά και ασυμβίβαστα. Βρεθήκαμε ο ένας στον δρόμο του άλλου, είδαμε ο ένας στον άλλον αυτό που ήθελε. Ασυναίσθητα προβάλαμε τις επιθυμίες μας και ασυναίσθητα πήραμε τους ρόλους που μας ζητήθηκαν. Εσύ έπαιξες τον γαλάζιο πρίγκηπα, όσο καλύτερα μπορούσες τέλος πάντων, έφτασες στο σημείο να πείσεις τον εαυτό σου ότι ήσουν ερωτευμένος μαζί μου, ότι εγώ ήμουν η γυναίκα της ζωής σου κι άλλη δεν ήταν ποτέ πια. Εγώ έπαιξα την ερωτική μούσα, σε ακολούθησα στους σεξουαλικούς πειραματισμούς, έφτασα στο σημείο να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό λαχταρούσα πάντα μόνο που δεν το ήξερα. Έπαιξα το παιχνίδι σου κι έπαιξες το δικό μου. Γίναμε ο καθένας το είδωλο του άλλου. Μα το είδωλο είναι σκέτος καπνός, όραμα χωρίς υπόσταση. Πίσω από τα είδωλα υπήρχαν άνθρωποι. Κι εμείς τους κρύψαμε, τους αγνοήσαμε.

Υποκριθήκαμε και οι δύο.

Ωστόσο δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα αυτό.

Εσύ με ήθελες δίπλα σου άμεσα, τώρα, ολόκληρη. Εγώ ήθελα χρόνο, να βυθομετρήσω τα συναισθήματά μου, να σε πλησιάσω σιγά σιγά, να γλιστρήσουμε απαλά μαζί σε ένα άγγιγμα ψυχών. Εσύ το εξέλαβες αυτό ως δισταγμό και αμφιβολία, και ίσως να ήταν. Ίσως και γω να μην ήμουν σίγουρη, ίσως και να ήξερα βαθιά μέσα μου ότι δεν ήσουν αυτό που γύρευα. Ίσως και συ να βαρέθηκες απλώς, ίσως και να κατάλαβες βαθιά μέσα σου πως εγώ δεν ήμουν αυτό που γύρευες.

Και τότε βρέθηκε στο δρόμο σου η Άλλη.

Ακριβώς όπως την ήθελες, έτοιμη, τώρα. Χωρίς ψευτοντροπές και δισταγμούς, χωρίς αμφιβολίες, σίγουρη, ελεύθερη, διαθέσιμη. Άρπαξες την ευκαιρία, κι έκανες καλά. Ακολούθησες την ανάγκη σου, υπηρέτησες το συναίσθημά σου, ό,τι πιο ιερό υπάρχει.

Ελευθερώθηκες και ελευθέρωσες και μένα.

Μόνο που μου πήρε καιρό να καταλάβω.

Τώρα όμως ξέρω.

Τώρα μπορώ πια να σε αφήσω να φύγεις.

Ελεύθεροι και οι δύο.

.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

esprit d'escalier

.


Έτσι λένε οι γάλλοι όλες εκείνες τις εξυπνάδες που μας έρχονται στο μυαλό όταν είναι πια πολύ αργά, καθώς κατεβαίνουμε την σκάλα αφότου μας έχουν πετάξει έξω. Όλες εκείνες τις φοβερές ατάκες που δεν σταθήκαμε ικανοί να κατεβάσουμε όσο ήταν ακόμα καιρός, και αναμασάμε τώρα σκαλί σκαλί, φτιάχνοντας φανταστικούς διαλόγους, ολόκληρα σενάρια.


Και τότε θα μου είπες, και θα σου είπα, και θα μου απάντησες, και θα σε αποστόμωσα. Και μετά ξύπνησα, και μετά άντε πάλι μέχρι να το σιχαθώ. Βρε δε μας παρατάς πλέον που θα ασχολούμαι μαζί σου. Σιγά τον μπαγλαμά.


Εδώ ρίχνω και μια λαθραία ματιά πάνω απ' τον ώμο μου, μην τυχόν πήρε κανείς χαμπάρι ότι καθόλου υπεράνω δεν είμαι, το παίζω μόνο. Όμφακες εισίν, που έλεγε κι αλεπού του Αίσωπου.


Ή όπως λέμε στα ελληνικά, άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου.


.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.2

.

Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;

Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.

- Τι κάνεις;

- Κουκιά σπέρνω.

Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.

- Και σεις;

- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.

Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.

- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.

Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.

Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.

Μια ζωή καρατερίστα.

.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

πιασμένη ανάσα

.
Σε είδα στον ύπνο μου απόψε.
Παράξενο δεν είναι; Πάνω που λες, τον ξέχασα - οκέι, όχι εντελώς, αλλά τέλος πάντων αρκετά, δεν τον σκέφτομαι όλη την ώρα, μπορεί να περάσει και μια ώρα χωρίς να τον σκεφτώ ή και δύο, αν τύχει να βρεθώ με παρέα μπορεί να περάσει μια ολόκληρη βραδιά ευλογημένης λήθης, κι άλλωστε δεν νιώθω πια το ίδιο, ακόμα κι όταν τον σκέφτομαι δεν νιώθω το ίδιο, δεν τον νοσταλγώ ούτε τον επιθυμώ, ούτε καν τον μισώ, νιώθω μόνο κάτι σαν περιφρόνηση, σαν απαξίωση. Δυσπιστώ βέβαια απέναντι στα συναισθήματά μου, τα εξετάζω εξονυχιστικά, τα διαμελίζω, αυτή η περιφρόνηση είναι κάπως ύποπτη, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ωστόσο καλύτερα έτσι παρά αλλιώς.
Έχω ένα δυο μήνες τώρα που κοιμάμαι. Εντάξει, όχι κάθε νύχτα, αλλά τις περισσότερες. Πέφτω νωρίς και κοιμάμαι σε ρει ως το πρωί, καμμιά φορά κι εννιά, και δέκα ώρες. Τίποτα δεν ταράζει τον ύπνο μου, τέρμα οι εφιάλτες, τέρμα η αγωνία - τέλος πάντων δεν ξέρω αν φύγαν εντελώς ή όχι, τουλάχιστον όμως δεν με ξυπνούν πια. Καμμιά φορά τυχαίνει να ξυπνήσω ιδρωμένη στη μέση της νύχτας, όμως αυτό συμβαίνει πια πολύ σπάνια, μια φορά στις δέκα μέρες ή και λιγότερο. Κοιμάμαι, κοιμάμαι συνέχεια, αναπαύομαι, αναρρώνω.
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πετάχτηκα πάνω, αγωνιζόμουν να πάρω ανάσα, σα να πνιγόμουν με το μαξιλάρι. Μα όχι, ήσουν εσύ, η αποπνιχτική σου παρουσία, τα γλυκερά σου λόγια, κολλώδη σαν το νέκταρ σαρκοβόρου φυτού. Και πάλι το σκοτάδι της κάμαρας, και πάλι η ήσυχη ανάσα του κοιμισμένου σπιτιού.
Να πω κι ότι το θυμάμαι, ψέμα θα πω. Εκείνη την ώρα βέβαια το θυμόμουν ολοκάθαρα, μα δεν είχα τρόπο να το καταγράψω, ούτε κι όρεξη, να λέμε την αλήθεια. Τώρα πια είναι μια θολούρα σκέτη, μια δυο εικόνες και τρεις λέξεις, ένα τίποτα. Με πήρες, λέει, τηλέφωνο, για να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη. Άκου συγγνώμη! Αν είχα γέλια κονσέρβα θα τα κόλλαγα εδώ. Εσύ, να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη! Τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Το όνειρο κάθε παρατημένης γκόμενας. Πρωτοτυπία μηδέν.
Ένας γνωστός μου είπε κάποτε πως διαβάζει την ιστορία μου σαν αρχέτυπο, γιατί δεν υπάρχει, λέει, τίποτε πιο κοινό από τον έρωτα.
Πραγματικά, ποτέ στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο κοινότυπη.
.