Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
δίχως έλεος
Δεν απάντησα. Δεν χρειαζόταν να απαντήσω. Στην επόμενη συνάντησή μας ήξερα τι να κάνω.
Περίμενα να πας στο μπάνιο και έσβησα τα φώτα στο δωμάτιο, αφήνοντας μονάχα το φως του διαδρόμου. Κάθησα πάνω στο διπλό κρεβάτι με τα πόδια λυγισμένα στο πλάι. Γοργόνα της Κοπεγχάγης ντυμένη. Μαύρο κολλητό παντελόνι και μπλούζα λεοπάρδαλη. Τα πόδια και το κεφάλι μου στη σκιά. Μονάχα μια λουρίδα φως στο στήθος.
Κοντοστάθηκες, γυμνός, στο άνοιγμα της πόρτας.
- Ώστε σου αρέσει αυτή η γκομενίτσα;
Γελάς.
- Ώστε γουστάρεις να τη βλέπεις;
Το γέλιο σου έχει μια πινελιά φόβου.
- Ώστε γουστάρεις να υπακούς; Γουστάρεις υποταγή;
Το βλέμμα μου σε οδηγεί στο κρεβάτι. Σε πιάνω από τα χέρια και σε ρίχνω στο στρώμα.
- Είσαι δικός μου τώρα.
Η ανάσα σου βαριά.
- Είσαι δικός μου.
- Ναι!
- Είσαι δεμένος στο κρεβάτι. Είσαι στο έλεός μου.
- Ω ναι!
Χαϊδεύω αργά όλο σου το σώμα. Σπαρταράει κάτω από το άγγιγμά μου. Γελάω.
- Ήσουν κακό παιδί. Πολύ κακό. Και πρέπει να πληρώσεις.
- Ναι.
Σκύβω πάνω σου και σε παίρνω στο στόμα μου. Τα μαλλιά μου χυμένα στην κοιλιά σου. Τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά σου.
- Submit and obey.
Μένεις ακίνητος. Καρφωμένος στο στρώμα. Παίζω μαζί σου. Όση ώρα θέλω.
- Δεν μπορείς να σηκωθείς. Δεν μπορείς να κινηθείς.
- Όχι.
- Θα κάνεις ό,τι σου λέω.
- Ναι.
- Μείνε ακίνητος.
Βγάζω τα ρούχα μου και ανεβαίνω πάνω σου. Κάνεις να με αγγίξεις. Πιάνω τα χέρια σου και τα καρφώνω ανοιχτά στο κρεβάτι. Μένεις ακίνητος. Υποταγμένος εσταυρωμένος.
Είναι απίστευτα ηδονική αυτή η αίσθηση του ελέγχου, του ελέγχου στο μυαλό, στο σώμα. Είσαι δικός μου, είσαι το παιχνίδι μου. Και σου αρέσει.
Σε παίρνω πάλι στο στόμα μου. Τραβιέμαι λίγο πίσω και σε κοιτάζω, από πολύ κοντά. Θέλω να κρατήσω αυτήν την εικόνα με κάθε λεπτομέρεια μέσα στο μυαλό μου.
Σε αγγίζω απαλά με τη γλώσσα και σε νιώθω να μου παραδίνεσαι.
Έτσι όπως σε ονειρεύτηκα.
Έτσι όπως σε θέλω.
Στο έλεός μου.
Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008
επαναφορά
Μπαίνω στην αίθουσα.
Έκπληξη, γέλια φωνές, πού ήσουν τόσον καιρό, πού χάθηκες; Όλα καλά; Μοιράζω χαμόγελα και ασάφειες δεξιά και αριστερά. Όλα δύσκολα. Το σώμα δυσκίνητο, σκουριασμένο, μήνες αχρησίας. Ασθμαίνω στις ασκήσεις, χάνομαι στις φιγούρες. Όλες γύρω μου πετούν, εγώ σέρνομαι. Πεισματωμένη τιθασεύω την παρόρμηση να τρέξω έξω, μακριά, να φύγω, να παραιτηθώ.
Θέλει χρόνο, λέω μέσα μου.
Πάρε το χρόνο σου.
Σιγά-σιγά.
Πόδια, χέρια, κορμί, όλα παραλυμένα. Μα το πιο δύσκολο είναι το μυαλό. Σκορπισμένο σε χίλιες κατευθύνσεις, νωθρό, παραιτημένο. Αδύνατον να το συγκεντρώσω. Κάποτε έφτανε να δω μια κίνηση μια φορά για να την εκτελέσω. Τώρα, δέκα φορές και πάλι μου φαίνεται άγνωστη.
Κοιτάζω στον καθρέφτη.
Στον μεγάλο καθρέφτη που πιάνει όλο τον τοίχο.
Στον μεγάλο καθρέφτη που για ένα ολόκληρο χρόνο αντίκριζα μια γυναίκα νέα, όμορφη, γεμάτη δύναμη και χάρη.
Στο μεγάλο καθρέφτη που αντίκριζα τη γυναίκα σου.
Τη γυναίκα που εσύ έπλασες μέσα μου.
Εσύ που δεν είσαι πια μαζί μου.
ΣΟΚ.
Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα άχαρη, μεγάλη, κουρασμένη, γερασμένη. Τα γκρίζα της μαλλιά πιασμένα κότσο, το σώμα της βαρύ μέσα στα μαύρα ρούχα.
Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα στεγνή, νεκρωμένη.
Απέναντί μου στέκει μια μοιρολογίστρα.
Στέκομαι στην άκρη, κοντά στον τοίχο. Περιμένω τη σειρά μου για να εκτελέσω μια άσκηση. Το μυαλό μου πλανιέται σε μια αχανή παγωμένη έκταση. Αδυνατώ να το φέρω πίσω. Νιώθω τα δάκρυα να με καίνε. Ξεπηδούν ανεξέλεγκτα σαν εμετός. Κάνω πως κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρύβω το πρόσωπό μου πίσω από την κουρτίνα.
Ευτυχώς κρατά λίγο.
Πηγαίνω στην τουαλέτα, από εκεί στα αποδυτήρια, αλλάζω, φεύγω.
Μέσα στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής, ξερνάω ουρλιαχτά λαβωμένης τίγρης. Οι κραυγές αντηχούν στο μικρό χώρο και με τρομάζουν. Αδύνατον να τις συγκρατήσω. Θέλω να σε πιάσω και να σου πω σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θέλω να υποφέρεις, ποτέ δεν θα υποφέρεις όσο εγώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ'αγαπώ, ποτέ δεν θα αγαπήσω ξανά, μου έκλεψες την αγάπη μου.
Στο σπίτι είναι όλα ήσυχα, φώτα σβηστά.
Κάνω ντους, φορώ την πυτζάμα μου, χώνομαι στις κουβέρτες.
Άλλη μια μέρα τέλειωσε.
Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2008
ποτέ και πάντα
Όταν μπήκε στο μπαρ, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν εκείνος. Και εκεί ακριβώς βρισκόταν, εκεί που ποτέ δεν θα το περίμενε, γερμένος πάνω στη μπάρα, εκείνος.
Η Άγεδα έβγαλε το παλτό της, κάθησε σε μια καρέκλα, φώναξε το σερβιτόρο, παράγγειλε ένα κούβα λίβρε, άναψε τσιγάρο και, χωρίς να κοιτάξει το μπαρ, μια όγδοη ή ένατη αίσθηση της έδωσε να καταλάβει ότι εκείνος την κοίταζε.
Εκείνη κάποτε ήταν πολύ,
πολύ,
πολύ,
πάρα πολύ ερωτευμένη μ’ αυτόν τον άντρα, και το πρώτο που την ξάφνιασε ήταν η ίδια της η ηρεμία, μια ηρεμία τόσο βαθιά και τόσο απρόσμενη ώστε απ’ έξω μπορεί να θύμιζε αδιαφορία. Δεν ήταν όμως, γιατί η πληγή πονούσε ακόμη, και λογάριαζε πια ότι μάλλον θα την πονούσε για πάντα.
Οι έρωτες που πεθαίνουν μπορεί να είναι τρομεροί, τραγικοί, καταστροφικοί, ακόμη και γελοίοι, μα η ανάμνηση της πληρότητας, όσο σύντομη κι αν ήταν, μένει για πάντα ένας τόπος ζεστός και ρόδινος, μια βελούδινη γωνιά της μνήμης.
Οι χειρότεροι έρωτες είναι αυτοί που δεν ζήσαμε ποτέ, η Άγεδα το ήξερε καλά, και το ήξερε χάρη σ’ εκείνον, που ίσως να ήταν ο πιο ερωτευμένος από τους δυο τους, αλλά που ποτέ του δεν ήξερε καλά-καλά τι να κάνει με τον εαυτό του, με εκείνη, με όλα, με τίποτα.
απόσπασμα από κείμενο της Αλμουδένα Γκράντες
δημοσιεύτηκε στην El País της περασμένης Κυριακής
η μετάφραση δική μου
Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008
πουτάνα
Ο πυρετός της ετοιμασίας με έκαιγε.
Όταν γύρισα σπίτι από το κομμωτήριο όλα τα μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα πάνω μου. Ισιωμένα, τα μαλλιά μου φάνταζαν ακόμη πιο μακριά. Μαύρα με γαλαζωπές ανταύγειες, φτερούγα κόρακα. Πετούσα. Θαρρείς και βάδιζα πάνω σε βαμβάκι.
Το απόγευμα έκανα μπάνιο, προσέχοντας πολύ μη βρέξω το κεφάλι μου. Σαπουνίστηκα καλά ανάμεσα στα πόδια μου και πήρα το ξυράφι. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν τόσο απαλή εκεί κάτω όσο και στο υπόλοιπο σώμα. Αφέθηκα να γευτώ τη γλυκιά ζάλη της προσμονής.
Την άλλη μέρα το πρωί έχωσα στο σακίδιό μου τα απαραίτητα. Κορσές, ζαρτιέρες, κάλτσες δικτυωτές, όλα όσα είχα διαλέξει για χάρη σου. Κραγιόν, σκιές, αϊλάινερ, μάσκαρα, άρωμα. Μια ρόμπα ροζ μεταξωτή, κιτσάτη, πρόστυχη.
Ήθελα να γίνω πρόστυχη για σένα, να γίνω αγοραία, να γίνω χυδαία.
Μόνο για σένα.
Έφτασα πρώτη στο δωμάτιο. Πήγα στο μπάνιο και ετοιμάστηκα. Παρήγγειλα δυο καφέδες και σε περίμενα. Μια αιωνιότητα. Τρεις ελαφριοί χτύποι στην πόρτα. Σηκώθηκα ν' ανοίξω.
Έχει νόημα να θυμάμαι το μετά;
Το σμίξιμό μας ήταν πάντα μαγικό, κάθε φορά και με άλλον τρόπο. Αυτή τη φορά ήθελα να νιώσω να με παίρνεις έτσι όπως θέλεις εσύ, να με διατάζεις και να σε υπακούω, όπως η πουτάνα τον πελάτη. Ήθελα να με εκμεταλλευτείς, να με εξευτελίσεις, να με χρησιμοποιήσεις.
Αφέθηκα να γίνω παιχνίδι στα χέρια σου.
Θυμάμαι το έκπληκτο βλέμμα σου όταν τελείωσες για δεύτερη φορά.
Πόσο λάτρεψα αυτό το έκπληκτο βλέμμα.
Μα η στιγμή που πιότερο θυμάμαι, είναι να πίνουμε το καφεδάκι μας με ένα τσιγάρο τρίφυλλο, καθισμένοι γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον, με τον ήλιο να μας χαϊδεύει την πλάτη μέσα από τις κουρτίνες, με τα δάχτυλα των ποδιών μόλις να αγγίζονται, να μιλάμε.
Πόσο αγαπούσα να μιλώ μαζί σου! Πόσο αγαπούσα τις κουβέντες μας! Τέχνη, φιλοσοφία, ψυχολογία, έρωτας, ανέκδοτα, όλα μαζί κουτρουβαλιάζονταν και μπλέκονταν και ξεχώριζαν απολαυστικά.
Μα πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελάμε.
Πόσο μου λείπει αυτο το γέλιο!
Πόσο λαχταρώ να γελάσω μαζί σου!
Πόσο λαχταρώ να με πάρεις, να με εκμεταλλευτείς, να με κάνεις δική σου, να με χαϊδέψεις τρυφερά, να με κάνεις πάλι να γελάσω!
Με αγκάλιασες ξανά μετά από λίγο και με έριξες στο κρεβάτι. Ήσουν πίσω μου, έτοιμος να μπεις πάλι μέσα μου, όταν χτύπησε το κινητό σου.
Όλα θρυμματίστηκαν.
Όταν το έκλεισες και γύρισες κοντά μου, ήσουν αλλού.
- Η γυναίκα μου τηλεφώνησε στο γραφείο και έμαθε ότι δεν είμαι εκεί. Πρέπει να φύγω.
- Έχεις ήδη φύγει.
- Λυπάμαι.
Δεν είπα τίποτα. Τι να έλεγα; Αφού δεν ήσουν εκεί να με ακούσεις.
- Αντίο γλύκα.
Και μένω μόνη μου, με τα εώρουχα σκόρπια, με το μακιγιάζ πασαλειμμένο, με το σώμα γεμάτο υγρά δικά μου και δικά σου. Μόνη.
Σαν πουτάνα ξεβαμμένη.
[σκηνή απο ταινία: Επικίνδυνες σχέσεις (Liaisons dangereuses)
Στο τέλος της ταινίας, η μαρκησία ντε Μερτέιγ, μετά το δημόσιο εξευτελισμό της, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, ανέκφραστη, και με ένα βαμβάκι βγάζει την πούδρα από το πρόσωπό της.
Αυλαία.]
Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2008
θραύσματα
Έφτιαξα καφεδάκι και κάθομαι να το πιω με ησυχία μπροστά στη τζαμαρία. Έβαλα σε ένα πιάτο δυο κρίθινα παξιμαδάκια, ένα κουλούρι πολύσπορο κι ένα κομμάτι σοκολάτα Ίον αμυγδάλου, την αγαπημένη μου.
Ο ήλιος γλιστρά μέσα από τα φύλλα τις γλυσίνας και με ζεσταίνει. Ρουφάω την πρώτη γουλιά απολαυστικά, κλείνω τα μάτια. Ανασηκώνω ελαφρά το κεφάλι, στρέφω το πρόσωπο, περιμένοντας το πρώτο σου φιλί.
Μια πεταλούδα φτερουγίζει στα βλέφαρά μου.
Όταν τα ξανανοίγω αντικρίζω την απουσία σου.
Σπίτι, ζέστη, έρωτας, όλα έχουν χαθεί. Στον πάτο του φλιτζανιού πικρό το κατακάθι. Η τζαμαρία ραγίζει και σωριάζεται στα πόδια μου. Ο κόσμος θρυμματίζεται.
Θραύσματα ημέρας.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;
"The curse is come upon me," cried
The Lady of Shalott.
from the poem "The Lady of Shalott"
by Alfred, lord Tennyson
Το υφαντό στο παραθύρι ανεμίζει
Πέρα ως πέρα ο καθρέφτης της ραγίζει
"Ήρθε η ώρα της κατάρας", ψιθυρίζει
Η Λαίδη του Σάλοτ.
από το ποίημα "Η Λαίδη του Σάλοτ"
του Άλφρεντ, λόρδου Τέννυσον
σε μετάφραση δική μου
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2008
τίγρη
Πήγα στο μπάνιο πνίγοντας τους λυγμούς για να μην ξυπνήσω κανέναν.
Πλύθηκα και ξεκίνησα τη μέρα μου.
Δουλειά ως το μεσημέρι, μετά παιχνίδι με την μικρή, μετά μαγείρεμα, ψώνια, λίγο συμμάζεμα, το βράδυ μάθημα χορού και μετά έξοδος, είναι τα γενέθλια ενός φίλου και γιορτάζει. Τα βράδια που μένω σπίτι διαβάζω, γράφω, μελετώ, έχω πολλά θέματα που με απασχολούν και πολλά project στα σκαριά. Να θυμηθώ να πληρώσω τη συνδρομή μου στον ορειβατικό και να κλείσω θέση για την επόμενη εκδρομή.
Δραστήρια, δημιουργική, ικανή, ακάματη.
Πολιτικώς ορθή.
Διάβασα κάποτε την ιστορία μιας τίγρης.
Αιχμάλωτη από μικρή, δεν γνώριζε άλλη ζωή από αυτήν του τσίρκου. Περνούσε μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, βρυχώταν, κι έσυβε το κεφάλι για να πάρει το χάδι του θηριοδαμαστή.
Κάποτε η τίγρη γέρασε. Ο θηριοδαμαστής αποφάσισε να μην την ξαναβγάλει στη σκηνή. Εκείνη όμως έβλεπε τα άλλα θηρία να περνούν, και μέσα στο κλουβί της έκλαιγε, θρηνούσε απαρηγόρητα σαν μωρό γατάκι.
Στο τέλος τη λυπήθηκε και την πήρε μαζί με τις άλλες. Αμέσως όρθωσε το κορμί της και ανέβηκε περήφανη στο βάθρο. Έτοιμη να παίξει το ίδιο νούμερο όπως κάθε βράδυ ολόκληρης της αιχμάλωτης ζωής της. Το μόνο που γνώριζε, το μόνο που της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κάνει.
Ας μην μου πάρει κανείς τη φασίνα μου, τη ρουτίνα μου, τις κατσαρόλες μου.
Είναι το μόνο στήριγμα σε έναν κόσμο που καταρρέει.
Μην μου ανοίγετε την πόρτα του κλουβιού.
Δεν μπορώ πια ποτέ μου να βαδίσω ελεύθερη.
Τα μονοπάτια της ζούγκλας είναι κλειστά για μένα.
Θα μείνω εδώ, κάνοντας άλματα μέσα από φλεγόμενα στεφάνια.
Τίγρη στο κλουβί.
