Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

σύζυγος και ερωμένη

Περίληψη και απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Φορτουνάτα και Χαθίντα", του ισπανού συγγραφέα Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, γραμμένο στα 1887.


Η Φορτουνάτα είναι μια νέα πανέμορφη, αμόρφωτη και απολίτιστη. Γνωρίζει τον αριστοκράτη Χουάν ντε Σάντα Κρουθ, τον ερωτεύεται με τρελό πάθος, συνδέονται ερωτικά, εκείνος της υπόσχεται γάμο, αλλά σύντομα την παρατάει για να παντρευτεί μια γοητευτική κοπέλα της δικής του κοινωνικής τάξης, την όμορφη και ενάρετη Χαθίντα.
Η Φορτουνάτα, έγκυος, υποκύπτει στις προτάσεις ενός άλλου άντρα, για να εξασφαλίσει την συντήρησή της. Ο μικρός γιος της σύντομα αρρωσταίνει και πεθαίνει. Εκείνη, μετά από πολλούς καταστροφικούς δεσμούς, παντρεύεται έναν καλόκαρδο αλλά ασθενικό και άσχημο νεαρό φαρμακοποιό, τον Μαξιμιλιάνο. Εκείνος την λατρεύει, εκείνη όμως τον δέχεται μόνο και μόνο για να αποκατασταθεί, πιστεύοντας ότι με τον καιρό ίσως μπορέσει να τον αγαπήσει.
Εξακολουθεί όμως να είναι ερωτευμένη με τον Σάντα Κρουθ, και μόλις εκείνος την πλησιάζει πάλι, βαριεστημένος από την ρουτίνα της οικογενειακής ζωής, εκείνη πέφτει αμέσως στην αγκαλιά του. Εγκαταλείπει τον άντρα της και εγκαθίσταται σε ένα σπίτι που της εξασφαλίζει ο εραστής της.
Ζουν έναν φλογερό αλλά λαθραίο έρωτα. Η Φορτουνάτα ζηλεύει με πάθος την Χαθίντα, την οποία όλοι εκθειάζουν: όμορφη, καλλιεργημένη, αριστοκρατική, καλόψυχη, γενναιόδωρη, ενάρετη. Λαχταράει όσο κάθε τι άλλο να βρεθεί στην θέση της, ενώ γνωρίζει πως αυτό είναι αδύνατον. Ο Χουάν ντε Σάντα Κρουθ έχει αδυναμία στην ερωμένη του, αλλά κατά βάθος λατρεύει την γυναίκα του και δεν σκοπεύει να την αφήσει.
Μια μέρα συμβαίνει το αναπόφευκτο: ο Χουάν την εγκαταλείπει και πάλι, γιατί η γυναίκα του πληροφορήθηκε την κρυφή ζωή του, και δεν θέλει να ριψοκινδυνέψει τον γάμο του. Η Φορτουνάτα, απελπισμένη, αποφασίζει να επιστρέψει στον σύζυγό της, μετά από πιέσεις φίλων και γνωστών. Ο καιρός περνά, το παρελθόν μοιάζει να ξεχάστηκε, φαινομενικά ζει μια ήρεμη συντηρητική ζωή, μέσα της όμως τα αισθήματα εξακολουθούν να χοχλάζουν.

Ο άντρας της την ζηλεύει παθολογικά, μέχρις τρέλας. Φτάνει στο σημείο να αρρωστήσει, κι εκείνη του παραστέκεται με αυταπάρνηση, αλλά χωρίς στοργή.

"Πλάγιασε και κείνη, και κουβέντιαζε μαζί του μέχρι που εκείνος νύσταξε. Τον καημένο! Ο οίκτος που ένιωθε η Φορτουνάτα, έσβηνε την αποστροφή στην ψυχή της, ή τουλάχιστον την κάλυπτε, σαν ένα πέπλο, δεν της επέτρεπε να εκδηλωθεί. Και η συμπόνια έκανε να ξεπηδούν μέσα της εκείνη η λαχτάρα για ηθική αρετή που ανθούσε κάθε τόσο σαν εφήμερο λουλούδι, θρεμμένο από την αντιζηλία."

Πόσο καλά γνωρίζω αυτόν τον οίκτο, αυτήν την συμπόνια!
Πώς μοιάζουν τόσο πολύ με την αγάπη!



Μια μέρα η Φορτουνάτα συναντά τυχαία την Χαθίντα ενώ επισκέπτεται ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα.

"Συναντήθηκαν στη μέση του στενού διαδρόμου. Η Φορτουνάτα κάρφωσε τα χέρια της στα μπράτσα της άλλης, και η Χαθίντα την κοίταξε έντρομη, σάμπως να έβλεπε μπροστά της ένα θεριό... Τότε είδε το σκληρό ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη της άγνωστης, και άκουσε τη φονική φωνή της να προφέρει καθαρά:
- Είμαι η Φορτουνάτα.
Η Χαθίντα έμεινε άφωνη... ύστερα άφησε ένα στριγγό Αχ!, σαν κάποιος που νιώθει το τσίμπημα της όχεντρας. Στο αναμεταξύ η Φορτουνάτα έγνεφε καταφατικά με θράσος, και ξανάλεγε:
- Είμαι... είμαι η... η...
Μα τόσο πολύ πνιγότανε, ώστε δεν άρθρωσε τις τελευταίες λέξεις. Η Χαθίντα χαμήλωσε το βλέμμα, και μ' ένα τράβηγμα λευτέρωσε το χέρι της. Θέλησα να πει κάτι, μα δεν μπόρεσε. Η άλλη μέριασε, πετώντας σπίθες απ' τα μάτια και φλόγες απ' το στήθος, και πισωπατώντας συνέχισε να λέει, με λέξεις που πάγωναν στα χείλη:
- Δεν αξίζεις τίποτα... γιατί αν εγώ ήμουνα στη θέση σου, θα ήμουνα...
Τότε ξαναβρήκε την ανάσα της, και μπόρεσε να πει:
- Καλύτερή σου, καλύτερή σου!
Η κυρία Σάντα Κρουθ ξαναβρήκε πρώτη την αυτοκυριαρχία της, και μπαίνοντας στη σάλα, κάθησε και πάλι στον σοφά. Η στάση της έδειχνε τόσο αξιοπρέπεια όσο και αθωότητα. Ήταν το θύμα της επίθεσης, κι έτσι όχι μόνο μπορούσε να ηρεμήσει πιο γρήγορα, αλλά και να αποκριθεί στην επίθεση με περιφρόνηση και ανωτερότητα, ακόμη και με συγγνώμη. Η άλλη, αντίθετα, ένιωσε τεράστιο βάρος μέσα της."

Πόσο καλά γνωρίζω αυτήν την ζήλια και τον θαυμασμό! Πόσο καλά γνωρίζω αυτό το βάρος, αυτήν την τυφλή οργή, αυτήν την ντροπή! Πόσο καλά γνωρίζω πώς ζεματάει αυτή η ανωτερότητα!

Σε ό,τι αφορά εμένα, η ανάρτηση τελειώνει εδώ.

Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος: η Φορτουνάτα εγκαταλείπει ξανά τον άντρα της για χάρη του Χουάν, αυτή τη φορά όμως μένει έγκυος. Όταν λοιπόν ο εραστής της την προδίνει για τρίτη φορά, εκείνη νιώθει ευτυχισμένη γιατί έχει το παιδί της. Μια μέρα όμως την επισκέπτεται ο άντρας της και την πληροφορεί ότι ο πρώην εραστής της έχει άλλη ερωμένη, την καλύτερη φίλη της. Ξετρελαμένη από ζήλια επιτίθεται στην νέα αντίζηλό της, με παρ' ολόγον τραγικά αποτελέσματα. Επιστρέφει σπίτι, όμως μια επιπλοκή της λοχείας, σε συνδυασμό με την αναστάτωση από τον καυγά, τής προκαλεί αιμορραγία και πεθαίνει πριν προλάβουν να την βοηθήσουν.

Πριν ξεψυχήσει, αναθέτει σε έναν έμπιστο φίλο της να παραδώσει το μωρό στην Χαθίντα. Εκείνη, συγκινημένη από την τραγωδία της αντιζήλου της και αηδιασμένη με την συμπεριφορά του συζύγου της, υιοθετεί το παιδί και εγκαταλείπει τον άπιστο και εγωιστή Χουάν.
Τέλος.