Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

ιντερλούδιο

.

Εκείνο το σαββατοκύριακο θα έμενα μόνη.

Η κόρη μου θα πήγαινε κατασκήνωση με το σχολείο της. Ο άντρας μου σε έναν γάμο σε άλλη πόλη. Κι εγώ θα έμενα να παρακολουθήσω ένα σεμινάριο χορού.

Είπα στον εαυτό μου ότι το καλύτερο θα ήταν να μείνω μόνη, να σκεφτώ, να ξεκαθαρίσω τα αισθήματά μου, να πάρω αποφάσεις. Και σου το είπα.

Αλλά ήμουν τόσο μόνη, τόσο πονεμένη, τόσο πολύ καιρό! Κι εσύ ήσουν ελεύθερος. Για πρώτη φορά από τότε που σε γνώρισα, ήσουν τελείως ελεύθερος. Ελεύθερος να έρθεις κοντά μου όποτε θέλεις και όποτε θέλω, για όσο θέλεις και για όσο θέλω.

Η παρόρμηση νίκησε τη λογική.

Τελευταία στιγμή σου τηλεφώνησα και ήρθες.

Και ήταν σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα.

Το καρδιοχτύπι της αναμονής στο σταθμό, η ζεστασιά των ματιών σου, η γλύκα των χαδιών σου, η ασφάλεια της αγκαλιάς σου.

Πώς μπόρεσα να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να τα στερηθώ ποτέ;

Ήρθαμε στο σπίτι. Στο σπίτι μου, μαζί σου. Και όλα ήταν τόσο απλά, τόσο φυσικά, τόσο σωστά, ώστε διαλύθηκε κάθε μου αμφιβολία.

Καθισμένοι στον καναπέ, ο ένας απέναντι στον άλλον, κρατώντας τα χέρια, κοιτώντας τα μάτια, ήξερα ότι ήσουν εσύ, εσύ και κανένας άλλος, ο αληθινός μου άντρας, ο σύντροφός μου, το άλλο μου μισό.

Μαζί σου ήταν τόσο φυσικό να αφήνω γυμνή την ψυχή και το σώμα, να σε αφήνω να με αγγίζεις έτσι όπως ποτέ κανείς δεν με είχε αγγίξει, να σου επιτρέπω να κρατήσεις στη χούφτα σου τα πιο μύχια φύλλα του εαυτού μου.

Γιατί ήσουν Εσύ.

Εσύ που με γνώριζες, εσύ που με δεχόσουν, εσύ που με αγαπούσες.

Αγαπούσες Εμένα.

Έτσι όπως είμαι.

Κι εγώ σ' αγαπούσα, σ' αγαπούσα χωρίς όρια και χωρίς επιφυλάξεις, κάθε σου τρίχα, κάθε ίνα του κορμιού σου. Αγαπούσα την κρεατοελιά στο μέτωπο, και εκείνο το στραβό σου δόντι, αγαπούσα το λεπτό κορμί σου, αγαπούσα τα ατίθασα μαλλιά σου, αγαπούσα όλο σου το σώμα απ' άκρη σ' άκρη, το κεφάλι, τα αυτιά, τα μάγουλα, τη μύτη, τα μάτια, τα φρύδια, τα βλέφαρα, το στόμα, το λαιμό, τα μπράτσα, τα χέρια, τα δάχτυλα, τους ώμους, το στήθος, την πλάτη, τη μέση, την κοιλιά, τον πούτσο, τον κώλο, τα αρχίδια, τα μπούτια, τις γάμπες, τα πόδια, τα ακροδάχτυλα. Αγαπούσα να αγκαλιάζω αυτό το σώμα, να του δίνω χαρά, να το νιώθω να μου παραδίνεται γεμάτο εμπιστοσύνη.

Και αγαπούσα τη σκέψη σου, τις ιδέες σου, τα ανέκδοτά σου, τους προβληματισμούς σου, τις εμμονές σου, τις ανησυχίες σου, τις ευαισθησίες σου, τις παραξενιές σου, τις αναμνήσεις σου, τα όνειρά σου.

Και πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελώ μαζί σου. Ποτέ μου δεν ένιωσα τόσο ελεύθερη να γελάσω κάθε στιγμή, γελούσαμε κουβεντιάζοντας, γελούσαμε τρώγοντας, γελούσαμε κάνοντας δουλειές, γελούσαμε κάνοντας έρωτα. Ποτέ μου δεν ένιωσα τοσο ανοιχτή, τόσο χαλαρή, τόσο άνετη με έναν άντρα.

Ποτέ μου δεν παραδόθηκα τόσο ολοκληρωτικά.

Είχαμε ο ένας τα κλειδιά της ψυχής του άλλου.

Δεν θυμάμαι καθόλου πια την ερωτική συνεύρεση εκείνης της μέρας. Έχω κρατήσει μονάχα μια αίσθηση πληρότητας και ασφάλειας, τη βεβαιότητα ότι ήσουν εσύ, μόνο εσύ και για πάντα.

Λίγο πριν φύγεις σε κατέβασα στο υπόγειο και έψαξα τις κούτες να βρω τα αγαπημένα μου βιβλία. Εκείνα που ποτέ δεν είχα δανείσει σε κανέναν, εκείνα που είχα αγοράσει και χαρίσει μόνο στους πολύ εκλεκτούς και αγαπημένους φίλους, για να μοιραστώ μαζί μου το πιο προσωπικό κομμάτι του εαυτού μου.

"Θα στα επιστρέψω", μου είπες.

Έπιασα τα χέρια σου και απάντησα, "Θέλω να τα έχεις εσύ."

Θέλω να έχεις εσύ το ερωτικό μου κομμάτι.

Θέλω να γίνεις εσύ θεματοφύλακας του έρωτα.

Θέλω να σου παραδώσω τα κλειδιά του ερωτισμού μου.

Και στα παρέδωσα.

Για πάντα.






Διαβάστε οπωσδήποτε:

Για ρομαντικές ψυχές, για κυνικούς, για αμφισβητίες, για απογοητευμένους, για ανένταχτους, για όλους: τα απόλυτα ανατρεπτικά ερωτικά παραμύθια για παιδιά κάθε ηλικίας. Σατιρικά και αλληγορικά, γιατί μονάχα έτσι μπορεί κανείς να μιλήσει για αυτή τη μεγάλη φάρσα, αυτή την τραγικωμωδία που συμμετέχουμε όλοι, έκοντες άκοντες - τον έρωτα.

Το άσπρο ελάφι, Τζέημς Θέρμπερ
(
The white deer, James Thurber)

Τα δεκατρία ρολόγια, Τζέημς Θέρμπερ
(
The thirteen clocks, James Thurber)


Και ένα ακόμη βιβλίο για να γελάσετε με τον παραλογισμό του ανθρώπινου είδους:

Μύθοι για την εποχή μας, Τζέημς Θέρμπερ
(
Fables for our time, James Thurber)


Διαβάστε κάθε βιβλίο του Θέρμπερ που μπορείτε να βρείτε, είναι αξιολάτρευτος. Αν ξέρετε αγγλικά, ανεπιφύλακτα συστήνω τα πρωτότυπα.

Επειδή δυστυχώς οι παλιές εκδόσεις των βιβλίων αυτών είναι εξαντλημένες, και μια που εγώ δεν έχω πια τα βιβλία και δεν μπορώ να τα σκανάρω και να τα ανεβάσω, όσοι δεν θέλετε να ψάχνετε σε δανειστικές βιβλιοθήκες και σκονισμένα ράφια βιβλιοπωλείων, το πιο πρακτικό είναι να καταφύγετε στις καινούριες:

Μύθοι για την εποχή μας & Το άσπρο ελάφι, Τζέημς Θέρμπερ,
μετάφραση Σωτήρης Κακίσης
- Αθήνα, Νεφέλη 1988
- Αθήνα, Ερατώ 2003

Τα δεκατρία ρολόγια
δεν κατάφερα να τα εντοπίσω σε καινούρια έκδοση.

.

καμπή

.

Δεν είχε κλείσει ούτε μια εβδομάδα από την έκτρωση όταν έλαβα το μήνυμά σου.

"Χωρίζω... Αγάπη μου, ονειρεύομαι ένα μέλλον μαζί σου. Ξέρω ότι τώρα δεν είσαι σε θέση να το σκεφτείς, όμως σε παρακαλώ σκέψου το μόλις μπορέσεις. Είμαι ελεύθερος και σε περιμένω. Είμαι δικός σου και σε θέλω δική μου."

Οποιαδήποτε άλλη στιγμή, αυτό το μήνυμα θα με είχε πλημμυρίσει χαρά. Ήταν αυτό που ήθελα, αυτό που περίμενα, αυτό που ονειρευόμουν, αυτό που δεν τολμούσα να ελπίσω. Το παραμύθι γινόταν πραγματικότητα.

Όμως η πραγματικότητα δεν είναι παραμύθι.

Η πριγκήπισσα ήταν βυθισμένη στον πιο βαθύ πόνο, στο πιο σκληρό δίλημμα. Ο πρίγκηπάς της είχε λύσει τα μάγια του, είχε ξεφύγει από τον πύργο της μάγισσας που τον κρατούσε αιχμάλωτο, εκείνη όμως ήταν ακόμη στο κάστρο του γίγαντα, δεμένη με μαγικά ξόρκια.

Είχε βρεθεί εκεί από επιπολαιότητα, δέσμια μιας απερίσκεπτης υπόσχεσης. Όμως το αποκρουστικό τέρας που ήταν οικοδεσπότης της, είχε κι αυτό ψυχή. Μια ψυχή απρόσμενα λεπτή και ευαίσθητη, μια ψυχή αιφνιδιαστικά τρυφερή και ευάλωτη. Και ήταν πληγωμένο. Βαθιά πληγωμένο. Το είχε πληγώσει εκείνη, χωρίς να συνειδητοποιεί τι έκανε.

Και τώρα το έβλεπε να υποφέρει για τη χαμένη ευτυχία του, για τη μοναξιά του, για την αδυναμία του. Εύθραυστο μέσα στο ατσάλινο περίβλημά του, ανήμπορο μπροστά στην αδιαλλαξία της.


Ήταν στο χέρι της να φύγει, αν ήθελε. Ήταν ελεύθερη, τίποτε δεν την κρατούσε. Τίποτε, εκτός από τα δάκρυα ενός πληγωμένου τέρατος.


Η καρδιά της μαλάκωσε.

Με την κοιλιά μου ακόμη να αιμορραγεί, δεν μπορούσα να σκεφτώ να φύγω. Όχι όσο τα δάκρυά μου ήταν ακόμη νωπά, όχι όσο η πληγή ήταν ακόμη ανοιχτή. Δεν είχα δυνάμεις, δεν είχα αποθέματα.

Και εκείνος ήταν πλάι μου όλον αυτόν τον καιρό. Ήταν πλάι μου στον πόνο μου, ήταν πλάι μου ακόμη και στην επιλογή μου να τον πληγώσω, ήταν πλάι μου ακόμη και όταν δεν με καταλάβαινε, με μια αγάπη τυφλή και για τούτο πιο αφοπλιστική.

Πώς να φύγω; Μου ήταν αδύνατον.

"Αυτή τη στιγμή δεν αντέχω να σκεφτώ να φύγω. Νιώθω τρυφερά για τον άντρα μου, τον πονάω, λυπάμαι που τον πλήγωσα και πλήγωσα και τον εαυτό μου με αυτό που έκανα. Θέλω να δώσω άλλη μια ευκαιρία στη σχέση αυτή, μια ευκαιρία αληθινή, θέλω να κάνω μια γνήσια προσπάθεια να τον πλησιάσω, να αφήσω πίσω τις διαφορές μας, τις μνησικακίες, τα λάθη του παρελθόντος, να δω με το χέρι στην καρδιά αν μπορούμε να είμαστε καλά μαζί."

Και όλα αυτά μέσα σε μια τρέλα, μόλις μια εβδομάδα πριν τις εξετάσεις για το δίπλωμα του χορού και τρεις εβδομάδες πριν την παράσταση.

Πήγαινα στα μαθήματα σαν ζόμπι, έκανα τις ασκήσεις μηχανικά, αδύνατον να συγκεντρωθώ, αδύνατον να αποδώσω. Ούτε ξέρω πώς κατάφερα τελικά να περάσω. Και μετά την παράσταση, απλώς κατέρρευσα. Όλο το άγχος, η πίεση, η υπερένταση, διοχετεύτηκαν σε ασταμάτητους νευρικούς λυγμούς, σαν λόξυγγα.

Και μέσα σε όλα αυτά, σκεφτόμουν πάντα εσένα.

Είχα σκιστεί στα δύο.

Από τη μία η συμπόνοια, η στοργή, η τρυφερότητα για τον άντρα μου, από την άλλη ο έρωτας, το μοίρασμα, η λαχτάρα που ένιωθα να βρεθώ ξανά κοντά σου.

Συνέχισα να σου γράφω. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Δεν μπορούσα να σε στερηθώ.

Συνέχισα να σου γράφω. Μοιράστηκα μαζί σου το δίλημμά μου, τον πόνο μου, την αδυναμία μου. Αντλούσα δύναμη και ζωή από την αγάπη μας. Ήθελα να είμαι μαζί σου. Δεν ήθελα όμως να σου φορτώσω το βάρος της απόφασης. Η απόφαση έπρεπε να είναι ολοκληρωτικά δική μου.

Και σε ήθελα ακόμη.

Για το γέλιο σου, για τη γλύκα σου, για τη γαλήνη που με γέμιζε η παρουσία σου. Για την τόσο αβίαστη επικοινωνία μας, για το τόσο βαθύ μοίρασμα, για τα τόσο όμοια όνειρα. Γιατί κοντά σου χαλάρωνα τόσο πολύ, ένιωθα τόση άνεση, τόση οικειότητα. Γιατί μόνο μαζί σου μπορούσα να ανοίξω και να ξεδιπλώσω τον εαυτό μου ολόκληρο, χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμμία επιφύλαξη. Γιατί μόνο μαζί σου ένιωθα να είμαι εγώ.

Ήθελα να ελευθερωθώ.

Ήθελα να μπορώ να έλθω κοντά σου, ελεύθεροι οι δυο μας.

Ήθελα να μπορέσω να λύσω τα δεσμά μου, δεσμά μίσους και αγάπης, δεσμά φόβου και στοργής, δεσμά ανασφάλειας και τρυφερότητας. Αυτά τα αόρατα καλώδια που μας ενώνουν με τους ανθρώπους που έχουμε περάσει μαζί τους μια ζωή. Αυτές τις αόρατες σωληνώσεις που μεταφέρουν ερήμην μας πλέον τα ζωτικά μας υγρά από την ψυχή μας στην ψυχή του συντρόφου μας.

Ακόμη και όταν δεν μοιραζόμαστε πια μαζί του τίποτε άλλο.

Ήθελα, μα δεν μπορούσα.

Κι εσύ ελεύθερος, τρομαγμένος και συναρπασμένος από όλες τις καινούριες δυνατότητες που πρόβαλαν ξαφνικά τριγύρω σου.

Ελεύθερος τόσο αιφνιδιαστικά και απρόσμενα. Γιατί κανείς δεν το περίμενε, κανείς δεν το φανταζόταν, ίσως ούτε κι εσύ ο ίδιος. Γιατί το πρώτο πράγμα που μου είχες πει για σένα όταν μου ανοίχτηκες ήταν ότι δεν είχες σκοπό να χωρίσεις. Γιατί ποτέ δεν έδωσες το παραμικρό σημάδι για τη διεργασία αυτή που γινόταν μέσα σου.

Θυμάμαι μια κουβέντα που έγινε στην εκδρομή μας.

Καθισμένοι καβάλα στα χοντρά κλαδιά ενός πλάτανου, μέσα στο ρέμα.

Γύρισα και σου είπα, "Αισθάνομαι ότι είναι ο άντρας μου, ότι πρέπει να μείνω κοντά του, ότι το οφείλω, ότι το χρωστώ, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Δεν μπορώ να πάψω να το πιστεύω αυτό."

Με κοίταξες σκεφτικός και μου είπες με ένα μικρό χαμόγελο: "Θέλεις να πάψεις να το πιστεύεις;"

Μου πήρε πάνω από ένα λεπτό ενδοσκόπησης να απαντήσω "Ναι."

Θυμάμαι την επόμενη μέρα, στο ταβερνάκι, μου είπες "Ξέρεις, εγώ δεν νομίζω να κάνω κάποια κίνηση να χωρίσω. Όσο είσαι δεσμευμένη, δεν έχω κίνητρο. Κατά κάποιον τρόπο, περιμένω να δω τι θα κάνεις εσύ."

Γέλασα και απάντησα, "Τώρα την κάτσαμε. Γιατί κι εγώ, κατά κάποιον τρόπο, περιμένω να δω τι θα κάνεις εσύ."

Μια εβδομάδα μετά έκανα την έκτρωση.

Δυο εβδομάδες μετά χώρισες.

Τυχαία όλα αυτά.

Και τώρα βρίσκομαι εδώ, αντιμέτωπη με τις επιλογές μου, ανίκανη να επιλέξω.

Ανίκανη να απλώσω το χέρι μου να πάρω το φρούτο που λαχταρούσα όλον αυτόν τον καιρό.

Έρμαιο του ιλίγγου της ελευθερίας.

Μετέωρη.

.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

μοιρολόι


.

Canción del naranjo seco

Leñador.
Córtame la sombra.
Líbrame del suplicio
de verme sin toronjas.

¿Por qué nací entre espejos?
El día me da vueltas.
Y la noche me copia
en todas sus estrellas.

Quiero vivir sin verme.
Y hormigas y vilanos,
soñaré que son mis
hojas y mis pájaros.

Leñador.
Córtame la sombra.
Líbrame del suplicio
de verme sin toronjas.

del Romancero Gitano

de Federico García Lorca






Τραγούδι της ξερής πορτοκαλιάς


Ξυλοκόπε.

Κόψε μου τον ίσκιο.

Λύτρωσέ με από την πίκρα

Άκαρπη να με αντικρίζω.


Όλο γύρω μου καθρέφτες.

Η μέρα με τριγυρίζει

και η νύχτα καθρεφτίζει

μες στ’ αστέρια τη θωριά μου.


Δε θέλω πια να με βλέπω.

Τα μυρμήγκια και τα όρνια

μέσα στα όνειρά μου θα ‘ναι

φύλλα, άνθη και κλαδιά μου.


Ξυλοκόπε.

Κόψε μου τον ίσκιο.

Λύτρωσέ με από την πίκρα

άκαρπη να με αντικρίζω.


από το Ρομανθέρο Χιτάνο (Τσιγγάνικες Ρομάντσες)

του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


μετάφραση δική μου







(ηχογραφημένη απαγγελία)

Get Your Own Player!



Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

δεσμά

.

Περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, και η κατάσταση έμοιαζε μετέωρη. Ήξερα πως σε ήθελα, ήξερα πως δεν μπορούσα να σε έχω. Ήξερα πως ήθελα να χωρίσω, ήξερα πως δεν άντεχα να φύγω. Τεντωμένη σε μια εξουθενωτική διελκυστίνδα, έβαλα στον εαυτό μου ένα όριο. Σε δύο μήνες, μετά το τέλος των μαθημάτων, αμέσως μετά την παράσταση, θα του το έλεγα. Τότε που και οι δύο θα ήμασταν πιο ήρεμοι, χωρίς υποχρεώσεις να πιέζουν. Όλα θα ήταν πιο εύκολα τότε. Στο αναμεταξύ θα περίμενα.

Μέσα στην παραζάλη μου, ούτε που σκέφτηκα να μετρήσω τις μέρες. Όταν κοίταξα το ημερολόγιό μου, είχα ήδη πέντε μέρες καθυστέρηση.

Η καρδιά μου έχασε ένα χτύπο.

Μια ζωή είχαμε αυτόν τον καυγά. Πείσματα, μούτρα, παρακάλια, επιχειρήματα, τίποτε δε στάθηκε ικανό να του βάλει μυαλό. Είχε μαλλιάσει η γλώσσα μου χρόνια ολόκληρα να λέω ότι το τράβηγμα δεν είναι αντισυλληπτική μέθοδος, αλλά οι άντρες είπαμε, σκέφτονται με το κάτω κεφάλι, τέτοιαν ώρα τέτοια λόγια.

Μόλις δυο μήνες πρωτύτερα είχε γίνει άλλος ένας καυγάς για το θέμα. Αμέσως μετά από την τελευταία μου αποτυχημένη απόπειρα χωρισμού. Και πάλι υποσχέσεις, και πάλι άκαρπες προσπάθειες, και πάλι το εγκαταλείψαμε, γιατί το έκανε τόσο θέμα, δημιουργούσε τέτοια αναστάτωση, ώστε κατέληγα να πω εντάξει, ας πάει στο διάολο να τελειώνουμε, δεν αντέχω να το παλεύω άλλο.

Και τώρα είχα πέντε μέρες καθυστέρηση.

Πήγα για αιμοληψία γιατί δεν άντεχα την ασάφεια του τεστ των φαρμακείων.

Θετικό.

Πήρα τα αποτελέσματα και βγήκα από το κτίριο αλλόφρων. Όλες μου οι ασφάλειες καμμένες. Γιατί να μην έχω επιμείνει να χωρίσω πριν δυο μήνες, γιατί να μην έχω επιμείνει για το προφυλακτικό, γιατί να μην έχω διεκδικήσει αυτά που έχω ανάγκη, γιατί να αφήνω να γίνεται το δικό του, για άλλη μια φορά, γιατί, γιατί, γιατί!

Κάθησα εξαντλημένη στα σκαλιά.


Πριν δυο χρόνια τον παρακαλούσα για ένα παιδί. Κι ας είχα ταλαιπωρηθεί τόσο πολύ με την αποβολή και με το εξωμήτριο. Κι ας ήμουν εξαντλημένη, κι ας ήταν μεγάλο το ρίσκο. Το ήθελα, το λαχταρούσα.

Πόσο το λαχταρούσα θεέ μου!

Είσαι πολύ μεγάλη, μου είπε, είναι μεγάλο ρίσκο, δεν αντέχω την αγωνία.

Πολύ μεγάλη!

Αυτήν την καραμέλα την άκουγα χρόνια. Στα τριανταπέντε ήμουν ήδη μεγάλη για εκείνον. Στα τριανταέξι το ίδιο. Στα τριανταοχτώ έκανα την κόρη μου, και φυσικά ήμουν μεγάλη. Στα τριανταεννιά ήμουν βέβαια μεγάλη, αλλά στα σαράντα είχα πια ξεπεράσει το όριο. Ήμουν πολύ μεγάλη.

Μου ανέβαινε το αίμα στο κεφάλι κάθε φορά που το άκουγα.


Γιατί μόνο εγώ ήξερα πόσο νέα ήμουν, πόσο νέα είμαι ακόμη, πόσο γεμάτη λαχτάρα για ζωή.

Εκείνος ήταν πάντα μεγάλος, πρόωρα γερασμένο μυαλό, χωμένος στο καβούκι του, αποτραβηγμένος στο ασφαλές του κέλυφος. Δεν άντεχε το ρίσκο.

Μα η ζωή είναι ρίσκο!

Τον μίσησα τότε γι' αυτό. Προσπάθησα να τον μεταπείσω αλλά δεν τα κατάφερα. Το άγχος και η κούραση με νίκησαν. Παραιτήθηκα. Και αποσύρθηκα μέσα μου. Έκλεισα όλες τις πόρτες, έκοψα τις γέφυρες.

Έπαψα πια να ονειρεύομαι οικογένεια. Ξεκίνησα μια καινούρια, δική μου ζωή. Άρχισα να φροντίζω τον εαυτό μου, τόσο παραμελημένο τόσα χρόνια. Άρχισα πάλι να βγαίνω βράδια, να γίνομαι όμορφη, να νιώθω γυναίκα. Άρχισα πάλι τα μαθήματα χορού, αποφάσισα να δώσω για δίπλωμα. Άρχισα να κάνω δικά μου όνειρα.


Ονειρευόμουν την ελευθερία μου.

Και τώρα, δυο χρόνια μετά, δυο βήματα από την πύλη της φυλακής, νιώθω αυτή την εγκυμοσύνη σαν σιδερένια μπάλα στον αστράγαλο.


Ποτέ μου δεν θα μάθω αν έκανα καλά ή όχι.


Ποτέ μου δεν θα μάθω τι θα γινόταν αν έπραττα διαφορετικά.


Τυφλωμένη από θυμό, μίσος, μνησικακία για τον πατέρα, αποφάσισα να σκοτώσω το παιδί.


Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανα έκτρωση, όχι. Νόμιζα πως ήξερα τι θα αντιμετώπιζα. Νόμιζα πως ήξερα τι ήθελα. Ήθελα την ελευθερία μου. Ήθελα να ορίζω εγώ το σώμα μου, και όχι οι ιδιοτροπίες και οι ανευθυνότητες των άλλων.

Αλλά είναι τελείως διαφορετική μια εγκυμοσύνη τυχαία από έναν άγνωστο, αδιάφορο άντρα, από μια ξεπέτα στα εικοσιδύο σου, και τελείως διαφορετική μια εγκυμοσύνη από τον άντρα που μοιράστηκες τη ζωή σου, τον πατέρα του παιδιού σου, από μια στιγμή αδυναμίας στα σαρανταδύο σου.

Ήθελα τόσο πολύ ένα παιδί ώστε μπήκα στον πειρασμό να το κρατήσω. Όμως ήξερα ότι δεν είχα τη δύναμη να τα βγάλω πέρα. Ήξερα ότι δεν τον ήθελα πια. Η σκέψη να περάσω μαζί του άλλη μια εγκυμοσύνη, με τις ιδιοτροπίες του, την καταπίεση, την ασφυκτική φροντίδα, τον έλεγχο μεταμφιεσμένο σε αγάπη, ήταν αδιανόητη. Η σκέψη να μεγαλώσω ακόμη ένα παιδί μαζί του, ενώ ήμουν ερωτευμένη με έναν άλλον, ήταν αδιανόητη.

Δεν ήθελα να δημιουργήσω έναν ακόμη δεσμό.


Ήθελα να κόψω τα δεσμά μου.


Δεν μπορούσα να μείνω.

Αλλά ούτε και να φύγω.


Δεν θα έβρισκα ποτέ μου το κουράγιο να αφήσω τον πατέρα και να φύγω μόνη μου, με το παιδί στην κοιλιά. Αυτό το παιδί δεν είχε θέση μέσα μου.


Όμως η καρδιά μου ήταν βαριά.

Πολύ βαριά.


Γιατί αγαπούσα αυτό το παιδί. Γιατί το είχα ονειρευτεί τα βράδια της μοναξιάς μου. Γιατί το είχα θρέψει με τη σκέψη μου. Γιατί θα ήθελα να είχα τη δύναμη να το κρατήσω. Να χέσω τους πάντες, άντρες, γκόμενους, μαλάκες, και να αγκαλιάσω αυτή τη μικρή σπίθα ζωής.

Δεν την είχα όμως.

Κι αυτό με τσάκιζε.

Καθισμένη στις πράσινες πλαστικές καρέκλες, μαζί με άλλες τέσσερις γυναίκες, όλες με πράσινες ρόμπες χειρουργείου, είχα μια αίσθηση εξωπραγματική. Τι γύρευα εγώ εκεί; Για μια στιγμή είχα την παρόρμηση να σηκωθώ να φύγω. Να πω δε γαμιέται! Εγώ το θέλω και θα το κρατήσω και οι άλλοι ας πάνε όλοι στο διάβολο.

Αλλά έμεινα.

Είναι εύκολο να ακολουθείς οδηγίες. Ξαπλώστε εδώ, δώστε μου το χέρι σας, ένα μικρό τσίμπημα, μετρήστε ως το δέκα... Κι όταν άνοιξα τα μάτια ήμουν μόνη. Ήσυχη. Γαλήνια
.

Η γαλήνη του τάφου.

Μια φίλη με συνόδευσε στο σπίτι. Ήμουν σε υπερένταση, δεν αισθανόμουν τίποτε. Κουβεντιάσαμε για χίλια δύο, ήμουν ευδιάθετη και ομιλητική, ένιωθα καλά, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε, σαν να είχα ξαναβρεί τον παλιό μου εαυτό. Ήμουν ελεύθερη.

Η φίλη μου έφυγε κι έμεινα μόνη.

Πήγα στο μπάνιο.

Κάθησα στη λεκάνη.

Στο λευκό χαρτί μια σταγόνα αίμα.


Και ξαφνικά όλα κατέρρευσαν προς τα μέσα.
Πυρηνική σύντηξη. Μια μαύρη τρύπα κατάπιε όλα μου τα αισθήματα και ξέρασε αίμα και χολή και δάκρυα. Ο λαιμός μου σκίστηκε, έκαιγε. Δεν ξέρω πώς βρέθηκα στο δωμάτιό μου, στα πόδια του κρεβατιού, κουβαριασμένη.

Ήθελα να το πάρω πίσω, να το αρπάξω με τα χέρια μου και να το χώσω πάλι πίσω στην κοιλιά μου.

Δεν ήθελα τίποτε, ήθελα να πάψω να υπάρχω.

Να έρθει ένα μεγάλο σφουγγάρι και να σβήσει κάθε πόνο και κάθε μνήμη.

Και μέσα σε όλα το μίσος, και η αγάπη, και ο πόθος, και η φρίκη.

αλλοτρίωση

πώς μπόρεσα να αλλοτριωθώ τόσο πολύ ώστε να ξεχάσω πόσο αγαπούσα τη ζωή;


πώς αφέθηκα να άγομαι και να φέρομαι από τυχαιότητες και παρορμήσεις άλλων;

πόσο πονάει η αδυναμία να στηρίξεις τον αληθινό σου εαυτό

πόσο πονάει όταν το μίσος νικάει την αγάπη μέσα σου



Λυδία Κονιόρδου στο ρόλο της Μήδειας

97

Μήδεια: ἰώ͵

δύστανος ἐγὼ μελέα τε πόνων͵

ἰώ μοί μοι͵ πῶς ἂν ὀλοίμαν;


Μήδεια: αχ,
εγώ η άμοιρη και η δύστυχη με τις συμφορές μου,

αχ αχ, να μπορούσα να πεθάνω!


330

Μήδεια:

φεῦ φεῦ͵ βροτοῖς ἔρωτες ὡς κακὸν μέγα


Μήδεια:

αχ αχ, πόσο μεγάλο κακό είναι για τους θνητούς οι έρωτες!


316

Χορός: ἀλλὰ κτανεῖν σὸν σπέρμα τολμήσεις͵ γύναι;

Μήδεια: οὕτω γὰρ ἂν μάλιστα δηχθείη πόσις.

Χορός: σὺ δ΄ ἂν γένοιό γ΄ ἀθλιωτάτη γυνή.


Χορός: Μα θα σου βαστάξει η καρδιά να σφάξης τα παιδιά σου;

Μήδεια: Γιατί έτσι ο άντρας μου πιο πολύ θα πικραθή.

Χορός: Μα κι εσύ θα γίνης η πιο δύστυχη γυναίκα.


1080

Μήδεια:

καὶ μανθάνω μὲν οἷα δρᾶν μέλλω κακά͵

θυμὸς δὲ κρείσσων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων͵

ὅσπερ μεγίστων αἴτιος κακῶν βροτοῖς.


Μήδεια:

και ξέρω το κακό που πάω να κάνω

μα νικάει το λογισμό μου ο θυμός,

αιτία των μεγαλύτερων κακών για τους ανθρώπους.


Ευριπίδου "Μήδεια"

εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1975

μετάφραση Αθανασίου Παπαχαρίση

ελαφρά διασκευασμένη από εμένα

άνευ αδείας


.

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

ενύπνιον

.


Απόψε ήρθες στο όνειρό μου.


Είχα ανέβει, λέει, επάνω, για κάποιον γάμο ή κάποια βαφτίσια, τέλος πάντων κάποιο κοινωνικό γεγονός. Ήταν παρόντες όλοι οι γνωστοί και φίλοι, τα αδέλφια σου, οι γονείς σου, η παρέα μας.


Συναντηθήκαμε μέσα στον κόσμο, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να σε χαιρετήσω. Με ξάφνιασε το θλιμμένο βλέμμα σου, ποτέ μου δεν σε είχα δει θλιμμένο. Μονάχα μια φορά, στο τέλος της πρώτης μας εκδρομής, βούρκωσες την ώρα του αποχαιρετισμού. Τώρα όμως γιατί να λυπάσαι; Ευτυχισμένος με την καινούρια σου αγάπη, τι λόγο είχες να θλίβεσαι;



Με πήρες και πήγαμε μια βόλτα οι δυο μας με το αυτοκίνητο, να κουβεντιάσουμε. Δεν ήθελα να σε ακολουθήσω, μα επέμενες. Ήθελες να μιλήσουμε, να μιλήσεις, να με ακούσεις. Ήθελες να μου εξηγήσεις, να μου δώσεις να καταλάβω, να καταλάβω τι; Με λυπάται, σκέφτηκα, θέλει να με παρηγορήσει.


Πάρκαρες κάπου και συνεχίσαμε με τα πόδια, κουβεντιάζοντας. Ήμουν ήρεμη, θλιμμένη και απόμακρη, όλα αυτά σχεδόν δεν με άγγιζαν. Ξαφνικά από την είσοδο μιας πολυκατοικίας βγήκε μια γυναίκα. Εκείνη, σκέφτηκα. Αιφνιδιάστηκε κι αυτή όσο κι εγώ. Απέστρεψε το βλέμμα της. Μετά από μια στιγμή δισταγμού, της έτεινα το χέρι. Το αγνόησε και πέρασε δίπλα μου, όχι με αλαζονεία αλλά με αγωνία. Τι φοβάται; σκέφτηκα.


Λίγα μέτρα πιο πέρα, κάτω από μια αψίδα, κατέβηκε δυο τρία σκαλιά, γύρισε και με κοίταξε. Μου φάνηκε άσχημη και κοινότυπη, θύμιζε άλλες γυναίκες που αντιπαθούσα, λίγο την πρώην σύζυγό σου, λίγο μια γκόμενα που είχες όταν ήμασταν φοιτητές.


Περίμενα ότι θα έφευγες μαζί της, αλλά έμεινες. Της έκανες νόημα ότι θα βρεθείτε αργότερα. Με πήρες απ’ το μπράτσο και περπατήσαμε κατά μήκος ενός μαντρότοιχου ή ενός μώλου. Εξακολουθούσα να μην ξέρω τι θέλεις.


Κάποια στιγμή τα λόγια εξαντλήθηκαν. Στάθηκα και σε κοίταξα. Ήταν η ώρα του αποχαιρετισμού. Για άλλη μια φορά. Αναζήτησα τις αιτίες βαθιά μέσα στα μάτια σου. Σαν κάτι να ζητούσες.


Και τότε κατάλαβα.


Αυτή η συνάντηση δεν έγινε για μένα, μα για σένα. Για να απαλύνει το δικό σου πόνο. Τον πόνο της δικής σου απώλειας. Τον πόνο της δικής σου ευθύνης. Τον πόνο της δικής σου αμφιβολίας.


Γιατί κι εσύ με αγάπησες, όπως σε αγάπησα κι εγώ. Και αμφέβαλες, και δίσταζες, και τολμούσες, και δείλιαζες. Και άνοιξες την καρδιά σου, και δεν μπήκα. Στάθηκα τρέμοντας στο κατώφλι, παραπαίοντας, έρμαιο του ίλιγγου. Και πληγώθηκες, και κλείστηκες, και ζάρωσες στο καβούκι σου. Αμφέβαλες για μένα. Και θέλησες να προστατέψεις τον εαυτό σου. Και αποτραβήχτηκες.


Ήθελες να μου δώσεις να καταλάβω. Γιατί σε πλήγωνε το μίσος μου, η οργή μου, η απόγνωσή μου. Γιατί κι εσύ είχες το δικό σου σταυρό να σηκώσεις.


Η καρδιά μου μαλάκωσε. Δεν ήσουν παρά ένα παιδί, ένα ανόητο αγόρι, κι εγώ ένα ανόητο κορίτσι. Παίξαμε με τη φωτιά και καψαλιστήκαμε, αυτό ήταν όλο. Και τώρα μουτρωμένοι δείχναμε ο ένας τον άλλον με το δάχτυλο και λέγαμε

«εσύ φταις».


Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο σου.


Κοιταχτήκαμε.


Η σκιά ενός χαμόγελου πλανήθηκε ανάμεσά μας.


Αντίο, αγόρι μου.


.

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

κβαντικό άλμα

.

Από εχθές το βράδυ αισθάνομαι καλά.

Όχι εκείνο το λαμπερό, το ξέχειλο, το εκστατικό καλά της δύναμης και της δημιουργικότητας, ωσόσο καλά. Αρκετά καλά για να χαίρομαι τη ζωή. Βλέπω πάλι τα χρώματα, μυρίζω τα αρώματα, νιώθω τις γεύσεις, ακούω τη μουσική.

Μπορώ ξανά να απολαύσω μια πεζοπορία ανάμεσα στα δέντρα, ένα ερωτικό παιχνίδι, ένα γαλήνιο απομεσήμερο με λιακάδα και καφέ.

Καθώς ξεδιάλεγα τις φωτογραφίες για την προηγούμενη ανάρτηση αντίκρισα ξανά το πρόσωπό σου. Είχα μήνες να το δω. Με ξάφνιασε η αντίδρασή μου: αδιαφορία. Έγειρα το κεφάλι λίγο αριστερά και σε ξανακοίταξα. Προχώρησα λίγο παρακάτω, εκεί που βαδίζεις στο μονοπάτι με το σακίδιο στηνπλάτη, εκεί που κρατάς τη μηχανή έτοιμος να με φωτογραφίσεις, ενώ εγώ φωτογραφίζω εσένα.

"Αυτός είναι λοιπόν;" σκέφτηκα.

Κάτι σαν λάβα αναδεύτηκε βαθιά μέσα μου, κουλουριάστηκε ξανά και βυθίστηκε στον ύπνο. Ένας άντρας σαν όλους, τίποτε ιδιαίτερο. Ένας συνοδοιπόρος που μόλις τελείωσε η κοινή μας πορεία τράβηξε τον δρόμο του κι εγώ τον δικό μου.

Στο καλό, σε ευχαριστώ, να μη χαθούμε...

Δίχως να κοιτάξει πίσω.

Καλό κατευόδιο.

.

Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

πεζοπορία

.

Την εκδρομή στο φαράγγι την ονειρευόμουν μήνες.

Για πρώτη φορά θα σε είχα κοντά μου όχι μόνο για λίγες ώρες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όχι μόνο για μια διαδρομή με αυτοκίνητο ή για έναν καφέ, αλλά για δυο ολόκληρες μέρες. θα τρώγαμε μαζί, θα κοιμόμασταν μαζί, και το πρωί μόλις ξυπνούσα θα αντίκριζα το αγαπημένο σου πρόσωπο στο μαξιλάρι πλάι μου.



Το Σάββατο σηκωθήκαμε νωρίς. Το λεωφορείο της γραμμής μας άφησε στο τέρμα, σε κάποιο ορεινό χωριό. Βαδίσαμε ως το ξεκίνημα του φαραγγιού και αρχίσαμε την κατάβαση. Η πυκνή βλάστηση σκίαζε το μονοπάτι και φιλτράριζε γλυκά το φως του ήλιου.



Ανάμεσα στα δέντρα περνοδιάβαιναν νύμφες και ξωτικά του δάσους. Οι γελαστοί τους ψίθυροι μου χάιδευαν τα αυτιά. Κάθε φορά που γυρνούσα το κεφάλι μου να τους τσακώσω, τρύπωναν στους κρυψώνες τους, σπήλαια και κοίλα αιωνόβια δέντρα.



Το μονοπάτι κατηφόριζε ήρεμα, γλυκά, συντροφεύοντας το ποτάμι. Στρωμένα ξερά φύλλα που έπνιγαν τις πατημασιές και σκορούσαν τριγύρω το απαλό τους θρόισμα. Πόσο αγαπώ να περπατώ πλάι πλάι με έναν αγαπημένο άνθρωπο!



Τα πλατιά άσπρα βράχια πλάι στο ποταμάκι μας προσκαλούν να ξαποστάσουμε. Είναι ζεστά και λεία, νανουριστικά. Το κελάρυσμα του νερού ξεπλένει τις σκέψεις. Μπλε λιβελούλες αστράφτουν μεταλλικές στον ήλιο. Οι ήχοι λιγοστεύουν, κελαηδήματα πουλιών, κοάσματα βατράχων. Κυριαρχεί η ροή του νερού.



Καθόμαστε ώρα πολλή και μιλάμε, μιλάμε για μας, για τον κόσμο, για το αύριο. Πλέκουμε όνειρα και σχέδια, τα στολίζουμε, τα πλουμίζουμε. Χαράζουμε μελλοντικές πορείες. Παρατηρούμε ο ένας το θαύμα της ύπαρξης του άλλου, έκθαμβοι, γεμάτοι ευγνωμοσύνη.



Μεσημεριάζει.

Κοντεύουμε στην παραλία.

Λίγο πριν τις εκβολές, μέσα στην πυκνή βλάστηση, το εντυπωσιακό σε μέγεθος και σχήμα άνθος του φιδόχορτου, ευθυτενής φαλλός, ορθώνεται περήφανα μπροστά μας, μέσα στον πορφυρό μανδύα του.




Στις εκβολές πετάμε ρούχα και παπούτσια, ακολουθούμε το ρεύμα με τα πόδια μέσα στο νερό, τονωτική δροσιά, γελάμε συνεπαρμένοι, τρέχουμε στο κύμα. Η παραλία είναι ολοάδεια, καθόμαστε στην πέρα άκρη, πίσω από δυο μεγάλα βράχια, πάνω σε λευκά βότσαλα.

Πόσο ονειρευόμουν να αντικρίσω έτσι το κορμί σου!

Τι πολυτέλεια, θεέ μου, να σε χορταίνω όλη νύχτα, να σε έχω πλάι μου όλη μέρα, να πορευόμαστε μαζί και να ξαπλώνουμε μαζί κάτω από τον ήλιο!

Το αγκάλιασμά μας είναι αργό, νωχελικό, παιχνιδιάρικο. Έχουμε χορτάσει τον έρωτα, αλλά θέλουμε να γευτούμε λίγο ακόμη, ένα κερασάκι, ένα μύγδαλο, μια δαχτυλιά κρέμα, λίγα τρίμματα σοκολάτας.

Λαίμαργοι, ναι, άπληστοι, ναι, λάγνοι, ναι, όλες οι θανάσιμες αμαρτίες μαζί, πόσο μου λείπει τώρα που γράφω εκείνη η πολυτέλεια, εκείνος ο ακόρεστος πόθος που μόνο εσύ έσβηνες και μόνο εσύ έτρεφες.

Τεντωνόμαστε πάνω στα βράχια, λαγοκοιμόμαστε, ακραγγιζόμαστε ράθυμα, σαν αφηρημένα, άλλωστε ξέρουμε ότι το βράδυ θα είμαστε πάλι μαζί, χαζεύουμε ο ένας το κορμί του άλλου, αυτό το απίστευτο θαύμα της φύσης που μας έχει δοθεί η χάρη να χαρούμε, το ένα μισό αποζητά το άλλο.

Φυσά ένα δροσερό αεράκι, είναι ώρα να φεύγουμε, σε λίγο θα έρθει το λεωφορείο, πεινάμε, πεινάω, θέλω να σε καταβροχθίσω, πόση ώρα πέρασε από τότε που σε κρατούσα πάνω μου;

Υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την πείνα που ξέρεις ότι σύντομα θα κορεστεί;

Ανηφορίζουμε την παραλία προς τα σακίδια, αφημένα δίπλα δίπλα.

Ας ήταν να κρατούσε αυτή η πορεία για πάντα.

.

αφρόλουτρο

.

Παρά το μίσος, την οργή, τη μνησικακία, παρά τον πόνο και τον τρόμο και τη φρίκη, δεν μπορώ να σε βγάλω απ' το μυαλό μου.

Δεν είναι πως σε θέλω, όχι πια. Δεν θα σε άγγιζα ούτε με το κοντάρι της σημαίας, μωρό μου.


Ωστόσο σου είχα δοθεί τόσο απόλυτα, τόσο ολόκληρα, τόσο αμετάκλητα, ώστε μου είναι αδύνατον πια να πάρω πίσω το ερωτικό κομμάτι μου. Είναι αξεδιάλυτα ενωμένο με τη μνήμη σου.

Όσο κι αν σε μισώ, όσο κι αν σε σιχαίνομαι, όσο κι αν ονειρεύομαι για σένα φριχτά βασανιστήρια, εξακολουθείς να κρατάς τα κλειδιά της ερωτικής ζωής μου.

Μου είναι αδιανόητο να σε σκεφτώ ερωτικά, πονώ αφόρητα, ωστόσο ο μόνος τρόπος να λειτουργήσω ερωτικά είναι να σε σκέφτομαι.

Προχτές γέμισα τη μπανιέρα και αφέθηκα να βυθιστώ αργά στο καυτό νερό. Πάντα μου άρεσε το μπάνιο καυτό, να ζεματάει, ίσα που να αντέχεται. Μου αρέσει αυτή η αίσθηση της υπερδιέγερσης και της χαλάρωσης μαζί.

Τράβηξα την κουρτίνα του μπάνιου.

Δεν είχα κάτι στο μυαλό μου, ήθελα μόνο να ξεπλύνω από πάνω μου την κούραση της μέρας.

Ωστόσο είχε περάσει τόσος καιρός... ήμουν τόσο μόνη... και είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές που είμαι μόνη, πραγματικά μόνη, ήρεμη, χωρίς πίεση.


Ξέχασα το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον.


Αφέθηκα να βρεθώ πάλι στον άχρονο χώρο του έρωτα.





Και ήσουν εκεί, ήσουν εκεί όπως πάντα, αλλά δεν ήσουν μόνος.

Ήσουν με την καινούρια σου κοπέλα, με τη γυναίκα σου. Κι εγώ ήμουν απλώς μια μαριονέτα, μια παλλακίδα, ένα καινούριο διασκεδαστικό παιχνίδι για τους δυο σας.

Δεν σκεφτόμουν τίποτα, δεν αισθανόμουν τίποτα, παρά μονάχα πόθο.


Ήθελα το σώμα σου, ήθελα να σου δοθώ, ήθελα να με πάρεις, να με σφίξεις πάνω σου, να κάνεις το μυαλό μου να σκορπίσει ξανά σαν πυροτέχνημα. Ας ήταν όπως ήθελες εσύ. Αν ήθελες να είσαι μαζί της, ας ήταν μαζί της.


Είναι παράξενο, τόσο παράξενο... από τότε που ξέρω ότι είσαι μαζί της μου είναι αδύνατον πια να σε σκεφτώ μόνο σου.

Με πλησιάζει και γέρνει παιχνιδιάρικα το κεφάλι της. Τα στήθη της είναι μικρά και τραγανά, πάνε χρόνια από τότε που άγγιξα για τελευταία φορά γυναίκα, όλα όμως είναι τόσο οικεία και τόσο μεθυστικά, επιστροφή στο σπίτι. Δεν αισθάνομαι πια ούτε μίσος ούτε αγάπη, μονάχα πόθο. Η αψιά μυρωδιά της κάνει την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα, τόσο που δεν ακούω πια τίποτε, δεν βλεπω πια τίποτε, όλη μου η ύπαρξη συγκεντρωμένη στην άκρη της γλώσσας, γλυκιά αλμύρα τόσα χρόνια ξεχασμένη.


Χώνει με δύναμη τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου, τη νιώθω να μου παραδίνεται, και τότε σε νιώθω πίσω μου, μέσα μου, νιώθω τα χέρια σου να δίνουν σχήμα στην πλάτη μου, στο κορμί μου, στην ψυχή μου. Και τότε είσαι πάλι δικός μου, δικός της, δικός μας, τίποτα πια δεν έχει νόημα πέρα από τούτη στη στιγμή.

Γλείφω το δαγκωμένο χείλι μου.

Το νερό έχει κρυώσει, ο αφρός διαλύθηκε.

Δεν σκέφτομαι τίποτε, δεν αισθάνομαι τίποτε.

Ούτε χαρά, ούτε θλίψη, ούτε απόλαυση, ούτε απέχθεια.


Βγάζω το πώμα της μπανιέρας και απλώνω το χέρι μου να πιάσω το μπουρνούζι.


.