Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

αφρόλουτρο

.

Παρά το μίσος, την οργή, τη μνησικακία, παρά τον πόνο και τον τρόμο και τη φρίκη, δεν μπορώ να σε βγάλω απ' το μυαλό μου.

Δεν είναι πως σε θέλω, όχι πια. Δεν θα σε άγγιζα ούτε με το κοντάρι της σημαίας, μωρό μου.


Ωστόσο σου είχα δοθεί τόσο απόλυτα, τόσο ολόκληρα, τόσο αμετάκλητα, ώστε μου είναι αδύνατον πια να πάρω πίσω το ερωτικό κομμάτι μου. Είναι αξεδιάλυτα ενωμένο με τη μνήμη σου.

Όσο κι αν σε μισώ, όσο κι αν σε σιχαίνομαι, όσο κι αν ονειρεύομαι για σένα φριχτά βασανιστήρια, εξακολουθείς να κρατάς τα κλειδιά της ερωτικής ζωής μου.

Μου είναι αδιανόητο να σε σκεφτώ ερωτικά, πονώ αφόρητα, ωστόσο ο μόνος τρόπος να λειτουργήσω ερωτικά είναι να σε σκέφτομαι.

Προχτές γέμισα τη μπανιέρα και αφέθηκα να βυθιστώ αργά στο καυτό νερό. Πάντα μου άρεσε το μπάνιο καυτό, να ζεματάει, ίσα που να αντέχεται. Μου αρέσει αυτή η αίσθηση της υπερδιέγερσης και της χαλάρωσης μαζί.

Τράβηξα την κουρτίνα του μπάνιου.

Δεν είχα κάτι στο μυαλό μου, ήθελα μόνο να ξεπλύνω από πάνω μου την κούραση της μέρας.

Ωστόσο είχε περάσει τόσος καιρός... ήμουν τόσο μόνη... και είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές που είμαι μόνη, πραγματικά μόνη, ήρεμη, χωρίς πίεση.


Ξέχασα το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον.


Αφέθηκα να βρεθώ πάλι στον άχρονο χώρο του έρωτα.





Και ήσουν εκεί, ήσουν εκεί όπως πάντα, αλλά δεν ήσουν μόνος.

Ήσουν με την καινούρια σου κοπέλα, με τη γυναίκα σου. Κι εγώ ήμουν απλώς μια μαριονέτα, μια παλλακίδα, ένα καινούριο διασκεδαστικό παιχνίδι για τους δυο σας.

Δεν σκεφτόμουν τίποτα, δεν αισθανόμουν τίποτα, παρά μονάχα πόθο.


Ήθελα το σώμα σου, ήθελα να σου δοθώ, ήθελα να με πάρεις, να με σφίξεις πάνω σου, να κάνεις το μυαλό μου να σκορπίσει ξανά σαν πυροτέχνημα. Ας ήταν όπως ήθελες εσύ. Αν ήθελες να είσαι μαζί της, ας ήταν μαζί της.


Είναι παράξενο, τόσο παράξενο... από τότε που ξέρω ότι είσαι μαζί της μου είναι αδύνατον πια να σε σκεφτώ μόνο σου.

Με πλησιάζει και γέρνει παιχνιδιάρικα το κεφάλι της. Τα στήθη της είναι μικρά και τραγανά, πάνε χρόνια από τότε που άγγιξα για τελευταία φορά γυναίκα, όλα όμως είναι τόσο οικεία και τόσο μεθυστικά, επιστροφή στο σπίτι. Δεν αισθάνομαι πια ούτε μίσος ούτε αγάπη, μονάχα πόθο. Η αψιά μυρωδιά της κάνει την καρδιά μου να χτυπάει πιο γρήγορα, τόσο που δεν ακούω πια τίποτε, δεν βλεπω πια τίποτε, όλη μου η ύπαρξη συγκεντρωμένη στην άκρη της γλώσσας, γλυκιά αλμύρα τόσα χρόνια ξεχασμένη.


Χώνει με δύναμη τα δάχτυλά της στα μαλλιά μου, τη νιώθω να μου παραδίνεται, και τότε σε νιώθω πίσω μου, μέσα μου, νιώθω τα χέρια σου να δίνουν σχήμα στην πλάτη μου, στο κορμί μου, στην ψυχή μου. Και τότε είσαι πάλι δικός μου, δικός της, δικός μας, τίποτα πια δεν έχει νόημα πέρα από τούτη στη στιγμή.

Γλείφω το δαγκωμένο χείλι μου.

Το νερό έχει κρυώσει, ο αφρός διαλύθηκε.

Δεν σκέφτομαι τίποτε, δεν αισθάνομαι τίποτε.

Ούτε χαρά, ούτε θλίψη, ούτε απόλαυση, ούτε απέχθεια.


Βγάζω το πώμα της μπανιέρας και απλώνω το χέρι μου να πιάσω το μπουρνούζι.


.

Δεν υπάρχουν σχόλια: