Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

τώρα

Σκαλίζω τη φωτιά. Φυσώ τα κάρβουνα. Τα βλέπω να αναζωπυρώνονται, σαν κάφτρα του τσιγάρου. Μικρές γλώσσες φωτιάς προβάλουν και χορεύουν.

Φυσώ τα ξύλα, πάλι και ξανά, βλέπω τις φλόγες, το πορτοκαλί φως της θράκας να ζωντανεύει από μέσα, να σπιθίζει. Το πρόσωπό μου καίει.

Για μια ατελείωτη στιγμή είμαι στο τώρα.

Nirvana.

Όταν σηκώνω το κεφάλι μου, η ώρα είναι περασμένη. Γυρίζω στη ροή του χρόνου, ανεβαίνω πάλι στο τραινάκι των ονείρων και των αναμνήσεων.

Sansara.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

απόσταγμα

.

Είναι χριστούγεννα.

Πέρυσι τέτοιον καιρό σε αγαπούσα.

Πέρυσι τέτοιον καιρό με αγαπούσες.

Πέρυσι τέτοιον καιρό ήμουν ζωντανή.

Δεν νιώθω πια πόνο, ούτε θλίψη. Τα νεκρωμένα μέλη δεν πονούν. Με το νυστέρι κόβω τις σάπιες σάρκες χωρίς να νιώθω το παραμικρό. Το τοπίο καθαρίζει. Οι απανθρακωμένοι κορμοί απομακρύνονται. Η πλαγιά προβάλλει γυμνή, άγονη, σκληρή, μέσα στο ανελέητο λευκό φως.

Χώμα πασπαλισμένο με γκρίζα στάχτη, λίπασμα για τους σπόρους τους κρυμμένους στην αγκαλιά της γης. Κάποτε θα φυτρώσουν, μα είναι νωρίς ακόμη. Ακόμη είμαι καμμένη γη.

Αν έχει απομείνει μέσα μου κάτι, είναι το μίσος. Καθαρό μίσος. Απλλαγμένο πια από φθόνους, μικρότητες, μνησικακίες. Μίσος αγνό, ατόφιο, αμόλυντο.

Απόσταγμα μίσους.



Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο για τον Χίμλερ. Στερημένο από συναισθηματική τροφή, το μικρό αγόρι αποσύρθηκε, οχυρώθηκε, γέμισε την ψυχή του αγκαθωτό σύρμα. Όπως γράφει ο ίδιος στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο τηρούσε απαρέγκλιτα από παιδί ακόμη, αποφάσισε να πάψει να είναι ευάλωτος. Προκαλώντας πόνο στους άλλους επιβεβαίωνε ξανά και ξανά στον εαυτό του ότι ήταν άτρωτος στα συναισθήματα.

Υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι να πάψεις να είσαι ευάλωτος στον πόνο. Ο ένας είναι να αποφασίσεις να απολαμβάνεις τον πόνο που σου προκαλούν, ο άλλος είναι να αποφασίσεις να απολαμβάνεις τον πόνο που προκαλείς στους άλλους. Πολλοί διαλέγουν και τους δυο.

Εγώ διάλεξα το δρόμο του πολεμιστή.

Κράτησα μέσα μου το μίσος. Το μίσος που εσύ μου χάρισες. Οπλίζει την καρδιά μου.

Ρουφώ ανηδονικά το σπάνιο απόσταγμα.

Ποθώ να το μοιραστώ μαζί σου.

Ανήκει και στους δυο μας.

Καλή μας αντάμωση.

.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

πέπλα

Ετοιμαζόμουνα από μέρες, από εβδομάδες.

Πρώτα η μουσική. Να την ακούσω πολλές φορές, να την αφήσω να διαποτίσει το μυαλό και το κορμί μου. Να την αφήσω να κινήσει εκείνη τα μέλη μου.

Ύστερα τα πέπλα. Ένα κερασί διάφανο στη μέση. Κι ένα πορτοκαλί με χάντρες για τα χέρια.

Πρόβες πολλές, στιγμές κλεμμένες, με την ψυχή στο στόμα μην έρθει κανείς απροσδόκητα. Μελετώ τις κινήσεις, υπολογίζω τις στροφές, μετρώ, ξαναμετρώ, γυρίζω πίσω και ξαναρχίζω, πολλές φορές. Δοκιμάζω τα πέπλα, τα τυλίγω, τα στριφογυρίζω, καλύπτω και αποκαλύπτω.

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, στην αρχή με συστολή, ύστερα όλο και πιο θαρρετά. Τολμώ να δω το σώμα μου γυμνό, έτσι όπως θα το δεις εσύ σε λίγες εβδομάδες.

Ξαφνιάζομαι από την ομορφιά του.

Όλα είναι έτοιμα.

Χυμένοι οι δυο μας στο κρεβάτι, αποκαμωμένοι από τα αγκαλιάσματά μας. Πόση χαρά να σε βλέπω πάλι, πόση χαρά να ακόυω τη φωνή σου, το γέλιο σου, το γέλιο μου. Πόσο διψούσα για το γέλιο αυτό.

- Έχω ένα δώρο για σένα.
Χαμογελάς.
- Πήγαινε στο μπάνιο και έλα όταν σε φωνάξω.

Χαμηλώνω τα φώτα, βγάζω το κασετόφωνο, βάζω τα πέπλα.

- Έλα.

Η μουσική αρχίζει.

Όλες οι πρόβες χαμένες, όλα ξεχασμένα, απίστευτη αγωνία, τρέμουν τα γόνατά μου, το στόμα μου στεγνώνει, η καρδιά μου πάει να σπάσει. Δεν θυμάμαι κινήσεις, δεν θυμάμαι πια τίποτα, η μουσική με πνίγει σαν ακράτητο κύμα. Δεν είμαι πια εγώ που χορεύω, είναι μια ερωτευμένη έφηβη, αδέξια και τρυφερά, ντροπαλά και προκλητικά, μόνο για σένα.

Αφήνω το πέπλο να πέσει.

Η μουσική τελειώνει.

Τρέμω ολόκληρη.

Για σένα.


Έλα.



Get Your Own Player!








Ea

de Diana Navarro


Pasaran las horas
también los días
y estará mi corazón
acordándose de ti.

Cerraré los ojos
pa’ no borrarte
y guardarme tu sabor
solamente para mí.

ah, hasta que tu vuelvas
ah, guardaré mi vida
ah, escondida para ti

Cántame al oído
lo que tu quieras
y te esperaré mi amor
todo el tiempo que me dieras.

Soñaré contigo

en la madrugada

y hablaré siempre de ti

corazón siempre de ti.



Έα

της Ντιάνα Ναβάρρο


Πώς περνούν οι ώρες

περνούν κι οι μέρες

κι η καρδιά μου σπαρταρά

μόνο εσένα λαχταρά


Τα μάτια θα κλείσω

να μη σε σβήσω

και τη γεύση σου κρατώ

μες στο στόμα το κλειστό


αχ, μέχρι να γυρίσεις

αχ, θα σε περιμένω

αχ, μοναχά για σένα ζω


Θα μου ψιθυρίσεις

πως θα γυρίσεις

κι εγώ θα σε καρτερώ

γαντζωμένη στον καιρό


Θα ’ρθεις στο όνειρό μου

σαν ξημερώνει

σιωπηλά θα σου μιλώ

και τυφλά θα σ’ αγαπώ




Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

καθρέφτης

Θέλω να σε νιώσω κοντά μου πάλι. Και είσαι τόσο μακριά. Τόσο κοντά και τόσο μακριά.

Θα σε γυρέψω μέσα στον καθρέφτη.

Βγάζω από το συρτάρι το κορμάκι και τις ζαρτιέρες. Κουμπώνω τις κόπιτσες. Ανεβάζω αργά τις μαύρες κάλτσες. Λύνω τα μαλλιά μου και τα αφήνω να με χαϊδέψουν. Χαμηλώνω τα φώτα.

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη με τα δικά σου μάτια.

Αγγίζω το στήθος μου με τα δικά σου χέρια.

Γνωρίζω το σώμα μου για πρώτη φορά.

Γυρίζω την πλάτη μου στον καθρέφτη και κοιτάζω πάνω από τον ώμο. Νιώθω το βλέμμα σου πάνω μου. Βλέπω μια γυναίκα όμορφη, θηλυκή, αισθησιακή, έτοιμη να μου δοθεί.

Θέλω να την κάνω δική μου.

Θέλω να με κάνεις δική σου.

Εξερευνώ το κορμί μου, το αγγίζω, το γνωρίζω. Είναι τα δικά σου χέρια που με χαϊδεύουν, είναι το δικό σου άγγιγμα που μου ξυπνά τις αισθήσεις. Ανοίγω ελαφρά τα πόδια μου. Το βλέμμα μου καρφωμένο στα μάτια του καθρέφτη.

Τη θέλω αυτή τη γυναίκα, θέλω να την κερδίσω, να την κατακτήσω, να την ερεθίσω.

Νιώθω μια ελαφριά ζάλη, τα πόδια μου δεν πατούν πια στο πάτωμα, βουλιάζω στον αέρα.

Το πρόσωπό μου παραμορφώνεται από μια κραυγή, ένα βαθύ βογκητό μέσα από το στέρνο. Πόσο πρωτόγνωρη είναι αυτή η έκφραση. Μοιάζει λίγο σαν ικεσία, λίγο σαν θρήνος. Πασχίζω να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.

Πρώτη φορά με αντικρίζω έτσι όπως με αντικρίζεις εσύ.

Είναι μια αλλόκοτη και μαγική στιγμή.

Βλέπω τον εαυτό μου από μέσα.

Βλέπω τον εαυτό μου από έξω.

Η άλλη όψη του καθρέφτη.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

επιστροφή

- Θέλω να μιλήσουμε.

Για κάποιο λόγο μου είναι αδύνατον να του πω όχι. Ξέρω ότι δεν τον θέλω, ξέρω ότι θέλω να μείνω μόνη μου, ξέρω ότι η σχέση αυτή έχει πεθάνει μέσα μου. Όμως παρόλα αυτά ανοίγω πειθήνια την πόρτα, του λέω να περάσει, να καθήσει, μιλώ μαζί του, χαμογελώ.

Τον αγαπάω, τον πονάω, τον νοιάζομαι.

Τόσα χρόνια μαζί, πώς να τα σβήσω μονοκοντυλιά; Τόσα χρόνια χαρές και βάσανα, μίσος και αγάπη, καυγάδες και έρωτες, πώς να τα χώσω στον τενεκέ και να κλείσω αποπάνω το καπάκι;

Και το παιδί; Όχι τόσο για εκείνο, όσο για εκείνον. Πώς να του στερήσω την καθημερινή παρουσία του παιδιού του; Πού να πατήσω; Πώς να αρνηθώ ότι έχει κάνει αγώνα για να είναι καλός πατέρας και σύζυγος, πώς να αρνηθώ ότι μας αγαπάει αληθινά;

- Άσε με να το σκεφτώ, σε παρακαλώ, θέλω να πάρω χρόνο...

Μα ο χρόνος τρέχει σε βάρος μου. Αργά, ανεπαίσθητα, τον βρίσκω να παρεισφρύει στη ζωή μου. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Νιώθω μια τεράστια κούραση, νιώθω ενοχές. Είναι το σπίτι του εδώ, πώς να τον διώξω; Βρήκα τη δύναμη εκείνη τη μέρα, πριν έξι μήνες, μα εκείνη η μέρα πέρασε, και δεν έχω τόση δύναμη ώστε να αντιστέκομαι κάθε μέρα, τόσες μέρες.

Θέλω να πιαστώ από εσένα, μα πώς να το κάνω;

Εσύ είσαι παντρεμένος, έχεις μια δική σου ζωή, χιλιόμετρα μακριά από μένα. Το πρώτο πράγμα που μου είπες ήταν ότι δεν έχεις σκοπό να χωρίσεις, ότι δεν αντέχεις να στερηθείς την παρουσία του παιδιού σου. Πολλές φορές μου ξεκαθάρισες ότι δεν μπορούσα να περιμένω τίποτε από εσένα, ότι δεν είχες τίποτε να μου προσφέρεις πέρα από ελάχιστες στιγμές κλεμμένης ευδαιμονίας, ότι δεν ήθελες να με δεσμεύσεις γιατί δεν μπορούσες να δεσμευτείς.

- Ας μη βιαστούμε, σε παρακαλώ, ας περιμένουμε λίγο ακόμη...

Κάθε μέρα κάτι λίγο. Κάτι μικρό. Ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα βιβλίο, μια οδοντόβουρτσα. Κι ένα βράδυ κοιμήθηκε εδώ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά. Δεν αντιστάθηκα. Δεν υποχώρησα, ούτε αγωνίστηκα. Το δέχτηκα παθητικά, μοιρολατρικά. Μέρος της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

- Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσουμε ξανά μαζί. Θέλω να το σκεφτώ ακόμη, σε παρακαλώ δώσε μου χρόνο.

Κούφια λόγια και το ξέραμε και οι δύο. Είχε ήδη γυρίσει, η επιστροφή είχε συντελεστεί, παρουσία μου και ερήμην μου. Κι εγώ είχα σκύψει το κεφάλι και τον είχα αφήσει να χαϊδέψει τις ορθωμένες αγριεμένες τρίχες στο σβέρκο μου.

- Καλό κορίτσι.
-...
- Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο!

Κατάπια το γρύλισμα και τον άφησα να μου φορέσει ξανά τη γνώριμη αλυσίδα. Γιατί η συνήθεια είναι η ισχυρότερη δύναμη στο σύμπαν.

Αισθάνομαι ότι ολισθαίνω αργά μα αμετάκλητα σε μια πράσινη πλαγιά στρωμένη με μούσκλια, ότι γλιστρώ ανεπαίσθητα προς το γκρεμό. Πάνω μου ο ουρανός καταγάλανος, η φύση γαλήνια, τίποτε δεν προμηνύει την επερχόμενη αναπόφευκτη πτώση.

Μόνον εγώ γνωρίζω. Και παρακολουθώ την καθοδική πορεία μου ακίνητη, παγωμένη, υπνωτισμένη. Αφήνομαι να συρθώ σαν ναρκωμένη.

Ακολουθώ τον αφέντη μου, σαν εξημερωμένος λύκος.

.............................................................................

The she-wolf stood over against her cub, facing the men, with bristling hair, a snarl rumbling deep in her throat. Her face was distorted and malignant with menace, even the bridge of the nose wrinkling from tip to eyes so prodigious was her snarl.

Then it was that a cry went up from one of the men. "Kiche!" was what he uttered. It was an exclamation of surprise. The cub felt his mother wilting at the sound.

"Kiche!" the man cried again, this time with sharpness and authority.

And then the cub saw his mother, the she-wolf, the fearless one, crouching down till her belly touched the ground, whimpering, wagging her tail, making peace signs. ... She, too, rendered submission to the man-animals.

Jack London, White Fang


Η λύκαινα στάθηκε πάνω απ' το κουτάβι της, φάτσα στους άντρες, με τρίχες ορθωμένες, το μουγκρητό έβραζε βαθιά μέσ' στο λαιμό της. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο, άγριο και απειλητικό, η μουσούδα τόσο ζαρωμένη που η μύτη έφτανε ως τα μάτια, τόσο τρομερό ήταν το γρύλισμά της.

Τότε ένας άντρας έβγαλε μια κραυγή. "Κίτσε!" ήταν η λέξη που είπε. Σαν επιφώνημα έκπληξης. Το κουτάβι ένιωσε τη μάνα του να λιώνει στο άκουσμά της.

"Κίτσε!" είπε ξανά ο άντρας, τούτη τη φορά κοφτά κι επιτακτικά.

Και τότε το κουτάβι είδε τη μάνα του, τη λύκαινα, την ατρόμητη, να λουφάζει και να σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα, κλαψουρίζοντας, κουνώντας την ουρά της, σημάδι ανακωχής. ... Κι αυτή ακόμη δήλωνε υποταγή στον Άντρα.

Τζακ Λόντον, Ο Ασπροδόντης

μετάφραση δική μου (κομμάτι ελεύθερη, ομολογώ).

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

δίχως έλεος

- Ρίξε μια ματιά σ' αυτό το βίντεο. Η γκόμενα τραβάει, υπάρχουν κάποιοι κολλημένοι που την παρακολουθούν συνέχεια. Πες μου πώς σου φαίνεται.

Δεν απάντησα. Δεν χρειαζόταν να απαντήσω. Στην επόμενη συνάντησή μας ήξερα τι να κάνω.

Περίμενα να πας στο μπάνιο και έσβησα τα φώτα στο δωμάτιο, αφήνοντας μονάχα το φως του διαδρόμου. Κάθησα πάνω στο διπλό κρεβάτι με τα πόδια λυγισμένα στο πλάι. Γοργόνα της Κοπεγχάγης ντυμένη. Μαύρο κολλητό παντελόνι και μπλούζα λεοπάρδαλη. Τα πόδια και το κεφάλι μου στη σκιά. Μονάχα μια λουρίδα φως στο στήθος.

Κοντοστάθηκες, γυμνός, στο άνοιγμα της πόρτας.

- Ώστε σου αρέσει αυτή η γκομενίτσα;

Γελάς.

- Ώστε γουστάρεις να τη βλέπεις;

Το γέλιο σου έχει μια πινελιά φόβου.

- Ώστε γουστάρεις να υπακούς; Γουστάρεις υποταγή;

Το βλέμμα μου σε οδηγεί στο κρεβάτι. Σε πιάνω από τα χέρια και σε ρίχνω στο στρώμα.

- Είσαι δικός μου τώρα.

Η ανάσα σου βαριά.

- Είσαι δικός μου.
- Ναι!

- Είσαι δεμένος στο κρεβάτι. Είσαι στο έλεός μου.

- Ω ναι!
Χαϊδεύω αργά όλο σου το σώμα. Σπαρταράει κάτω από το άγγιγμά μου. Γελάω.
- Ήσουν κακό παιδί. Πολύ κακό. Και πρέπει να πληρώσεις.
- Ναι.
Σκύβω πάνω σου και σε παίρνω στο στόμα μου. Τα μαλλιά μου χυμένα στην κοιλιά σου. Τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά σου.
- Submit and obey.
Μένεις ακίνητος. Καρφωμένος στο στρώμα. Παίζω μαζί σου. Όση ώρα θέλω.
- Δεν μπορείς να σηκωθείς. Δεν μπορείς να κινηθείς.
- Όχι.

- Θα κάνεις ό,τι σου λέω.
- Ναι.
- Μείνε ακίνητος.

Βγάζω τα ρούχα μου και ανεβαίνω πάνω σου. Κάνεις να με αγγίξεις. Πιάνω τα χέρια σου και τα καρφώνω ανοιχτά στο κρεβάτι. Μένεις ακίνητος. Υποταγμένος εσταυρωμένος.

Είναι απίστευτα ηδονική αυτή η αίσθηση του ελέγχου, του ελέγχου στο μυαλό, στο σώμα. Είσαι δικός μου, είσαι το παιχνίδι μου. Και σου αρέσει.

Σε παίρνω πάλι στο στόμα μου. Τραβιέμαι λίγο πίσω και σε κοιτάζω, από πολύ κοντά. Θέλω να κρατήσω αυτήν την εικόνα με κάθε λεπτομέρεια μέσα στο μυαλό μου.

Σε αγγίζω απαλά με τη γλώσσα και σε νιώθω να μου παραδίνεσαι.

Έτσι όπως σε ονειρεύτηκα.

Έτσι όπως σε θέλω.

Στο έλεός μου.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

επαναφορά

Φτάνω στη σχολή, ανεβαίνω τις σκάλες. Πάνω αντηχούν ποδοκροτήματα και ακόρντα κιθάρας. Χώνομαι στα αποδυτήρια προσπαθώντας να περάσω όσο μπορώ πιο απαρατήρητη. Αλλάζω στα γρήγορα, εύχομαι να ήμουν αόρατη.

Μπαίνω στην αίθουσα.

Έκπληξη, γέλια φωνές, πού ήσουν τόσον καιρό, πού χάθηκες; Όλα καλά; Μοιράζω χαμόγελα και ασάφειες δεξιά και αριστερά. Όλα δύσκολα. Το σώμα δυσκίνητο, σκουριασμένο, μήνες αχρησίας. Ασθμαίνω στις ασκήσεις, χάνομαι στις φιγούρες. Όλες γύρω μου πετούν, εγώ σέρνομαι. Πεισματωμένη τιθασεύω την παρόρμηση να τρέξω έξω, μακριά, να φύγω, να παραιτηθώ.

Θέλει χρόνο, λέω μέσα μου.

Πάρε το χρόνο σου.

Σιγά-σιγά.

Πόδια, χέρια, κορμί, όλα παραλυμένα. Μα το πιο δύσκολο είναι το μυαλό. Σκορπισμένο σε χίλιες κατευθύνσεις, νωθρό, παραιτημένο. Αδύνατον να το συγκεντρώσω. Κάποτε έφτανε να δω μια κίνηση μια φορά για να την εκτελέσω. Τώρα, δέκα φορές και πάλι μου φαίνεται άγνωστη.

Κοιτάζω στον καθρέφτη.

Στον μεγάλο καθρέφτη που πιάνει όλο τον τοίχο.

Στον μεγάλο καθρέφτη που για ένα ολόκληρο χρόνο αντίκριζα μια γυναίκα νέα, όμορφη, γεμάτη δύναμη και χάρη.

Στο μεγάλο καθρέφτη που αντίκριζα τη γυναίκα σου.

Τη γυναίκα που εσύ έπλασες μέσα μου.

Εσύ που δεν είσαι πια μαζί μου.

ΣΟΚ.

Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα άχαρη, μεγάλη, κουρασμένη, γερασμένη. Τα γκρίζα της μαλλιά πιασμένα κότσο, το σώμα της βαρύ μέσα στα μαύρα ρούχα.

Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα στεγνή, νεκρωμένη.

Απέναντί μου στέκει μια μοιρολογίστρα.

Στέκομαι στην άκρη, κοντά στον τοίχο. Περιμένω τη σειρά μου για να εκτελέσω μια άσκηση. Το μυαλό μου πλανιέται σε μια αχανή παγωμένη έκταση. Αδυνατώ να το φέρω πίσω. Νιώθω τα δάκρυα να με καίνε. Ξεπηδούν ανεξέλεγκτα σαν εμετός. Κάνω πως κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρύβω το πρόσωπό μου πίσω από την κουρτίνα.

Ευτυχώς κρατά λίγο.

Πηγαίνω στην τουαλέτα, από εκεί στα αποδυτήρια, αλλάζω, φεύγω.

Μέσα στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής, ξερνάω ουρλιαχτά λαβωμένης τίγρης. Οι κραυγές αντηχούν στο μικρό χώρο και με τρομάζουν. Αδύνατον να τις συγκρατήσω. Θέλω να σε πιάσω και να σου πω σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θέλω να υποφέρεις, ποτέ δεν θα υποφέρεις όσο εγώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ'αγαπώ, ποτέ δεν θα αγαπήσω ξανά, μου έκλεψες την αγάπη μου.

Στο σπίτι είναι όλα ήσυχα, φώτα σβηστά.

Κάνω ντους, φορώ την πυτζάμα μου, χώνομαι στις κουβέρτες.

Άλλη μια μέρα τέλειωσε.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ποτέ και πάντα


Όταν μπήκε στο μπαρ, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν εκείνος. Και εκεί ακριβώς βρισκόταν, εκεί που ποτέ δεν θα το περίμενε, γερμένος πάνω στη μπάρα, εκείνος.


Η Άγεδα έβγαλε το παλτό της, κάθησε σε μια καρέκλα, φώναξε το σερβιτόρο, παράγγειλε ένα κούβα λίβρε, άναψε τσιγάρο και, χωρίς να κοιτάξει το μπαρ, μια όγδοη ή ένατη αίσθηση της έδωσε να καταλάβει ότι εκείνος την κοίταζε.


Εκείνη κάποτε ήταν πολύ,

πολύ,

πολύ,

πάρα πολύ ερωτευμένη μ’ αυτόν τον άντρα, και το πρώτο που την ξάφνιασε ήταν η ίδια της η ηρεμία, μια ηρεμία τόσο βαθιά και τόσο απρόσμενη ώστε απ’ έξω μπορεί να θύμιζε αδιαφορία. Δεν ήταν όμως, γιατί η πληγή πονούσε ακόμη, και λογάριαζε πια ότι μάλλον θα την πονούσε για πάντα.


Οι έρωτες που πεθαίνουν μπορεί να είναι τρομεροί, τραγικοί, καταστροφικοί, ακόμη και γελοίοι, μα η ανάμνηση της πληρότητας, όσο σύντομη κι αν ήταν, μένει για πάντα ένας τόπος ζεστός και ρόδινος, μια βελούδινη γωνιά της μνήμης.


Οι χειρότεροι έρωτες είναι αυτοί που δεν ζήσαμε ποτέ, η Άγεδα το ήξερε καλά, και το ήξερε χάρη σ’ εκείνον, που ίσως να ήταν ο πιο ερωτευμένος από τους δυο τους, αλλά που ποτέ του δεν ήξερε καλά-καλά τι να κάνει με τον εαυτό του, με εκείνη, με όλα, με τίποτα.


απόσπασμα από κείμενο της Αλμουδένα Γκράντες

δημοσιεύτηκε στην El País της περασμένης Κυριακής

η μετάφραση δική μου


Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

black and white

ασπρόμαυρη εικόνα

πολύχρωμος πόθος

πουτάνα

Η μέρα της συνάντησης πλησίαζε.

Ο πυρετός της ετοιμασίας με έκαιγε.

Όταν γύρισα σπίτι από το κομμωτήριο όλα τα μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα πάνω μου. Ισιωμένα, τα μαλλιά μου φάνταζαν ακόμη πιο μακριά. Μαύρα με γαλαζωπές ανταύγειες, φτερούγα κόρακα. Πετούσα. Θαρρείς και βάδιζα πάνω σε βαμβάκι.



Το απόγευμα έκανα μπάνιο, προσέχοντας πολύ μη βρέξω το κεφάλι μου. Σαπουνίστηκα καλά ανάμεσα στα πόδια μου και πήρα το ξυράφι. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν τόσο απαλή εκεί κάτω όσο και στο υπόλοιπο σώμα. Αφέθηκα να γευτώ τη γλυκιά ζάλη της προσμονής.

Την άλλη μέρα το πρωί έχωσα στο σακίδιό μου τα απαραίτητα. Κορσές, ζαρτιέρες, κάλτσες δικτυωτές, όλα όσα είχα διαλέξει για χάρη σου. Κραγιόν, σκιές, αϊλάινερ, μάσκαρα, άρωμα. Μια ρόμπα ροζ μεταξωτή, κιτσάτη, πρόστυχη.

Ήθελα να γίνω πρόστυχη για σένα, να γίνω αγοραία, να γίνω χυδαία.

Μόνο για σένα.

Έφτασα πρώτη στο δωμάτιο. Πήγα στο μπάνιο και ετοιμάστηκα. Παρήγγειλα δυο καφέδες και σε περίμενα. Μια αιωνιότητα. Τρεις ελαφριοί χτύποι στην πόρτα. Σηκώθηκα ν' ανοίξω.

Έχει νόημα να θυμάμαι το μετά;

Το σμίξιμό μας ήταν πάντα μαγικό, κάθε φορά και με άλλον τρόπο. Αυτή τη φορά ήθελα να νιώσω να με παίρνεις έτσι όπως θέλεις εσύ, να με διατάζεις και να σε υπακούω, όπως η πουτάνα τον πελάτη. Ήθελα να με εκμεταλλευτείς, να με εξευτελίσεις, να με χρησιμοποιήσεις.

Αφέθηκα να γίνω παιχνίδι στα χέρια σου.

Θυμάμαι το έκπληκτο βλέμμα σου όταν τελείωσες για δεύτερη φορά.

Πόσο λάτρεψα αυτό το έκπληκτο βλέμμα.

Μα η στιγμή που πιότερο θυμάμαι, είναι να πίνουμε το καφεδάκι μας με ένα τσιγάρο τρίφυλλο, καθισμένοι γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον, με τον ήλιο να μας χαϊδεύει την πλάτη μέσα από τις κουρτίνες, με τα δάχτυλα των ποδιών μόλις να αγγίζονται, να μιλάμε.

Πόσο αγαπούσα να μιλώ μαζί σου! Πόσο αγαπούσα τις κουβέντες μας! Τέχνη, φιλοσοφία, ψυχολογία, έρωτας, ανέκδοτα, όλα μαζί κουτρουβαλιάζονταν και μπλέκονταν και ξεχώριζαν απολαυστικά.
Μα πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελάμε.

Πόσο μου λείπει αυτο το γέλιο!

Πόσο λαχταρώ να γελάσω μαζί σου!

Πόσο λαχταρώ να με πάρεις, να με εκμεταλλευτείς, να με κάνεις δική σου, να με χαϊδέψεις τρυφερά, να με κάνεις πάλι να γελάσω!


Με αγκάλιασες ξανά μετά από λίγο και με έριξες στο κρεβάτι. Ήσουν πίσω μου, έτοιμος να μπεις πάλι μέσα μου, όταν χτύπησε το κινητό σου.

Όλα θρυμματίστηκαν.

Όταν το έκλεισες και γύρισες κοντά μου, ήσουν αλλού.

- Η γυναίκα μου τηλεφώνησε στο γραφείο και έμαθε ότι δεν είμαι εκεί. Πρέπει να φύγω.
- Έχεις ήδη φύγει.
- Λυπάμαι.

Δεν είπα τίποτα. Τι να έλεγα; Αφού δεν ήσουν εκεί να με ακούσεις.

- Αντίο γλύκα.

Και μένω μόνη μου, με τα εώρουχα σκόρπια, με το μακιγιάζ πασαλειμμένο, με το σώμα γεμάτο υγρά δικά μου και δικά σου. Μόνη.


Σαν πουτάνα ξεβαμμένη.


[σκηνή απο ταινία: Επικίνδυνες σχέσεις (Liaisons dangereuses)
Στο τέλος της ταινίας, η μαρκησία ντε Μερτέιγ, μετά το δημόσιο εξευτελισμό της, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, ανέκφραστη, και με ένα βαμβάκι βγάζει την πούδρα από το πρόσωπό της.
Αυλαία.]

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

θραύσματα

Καλημέρα αγάπη μου!

Έφτιαξα καφεδάκι και κάθομαι να το πιω με ησυχία μπροστά στη τζαμαρία. Έβαλα σε ένα πιάτο δυο κρίθινα παξιμαδάκια, ένα κουλούρι πολύσπορο κι ένα κομμάτι σοκολάτα Ίον αμυγδάλου, την αγαπημένη μου.

Ο ήλιος γλιστρά μέσα από τα φύλλα τις γλυσίνας και με ζεσταίνει. Ρουφάω την πρώτη γουλιά απολαυστικά, κλείνω τα μάτια. Ανασηκώνω ελαφρά το κεφάλι, στρέφω το πρόσωπο, περιμένοντας το πρώτο σου φιλί.

Μια πεταλούδα φτερουγίζει στα βλέφαρά μου.

Όταν τα ξανανοίγω αντικρίζω την απουσία σου.

Σπίτι, ζέστη, έρωτας, όλα έχουν χαθεί. Στον πάτο του φλιτζανιού πικρό το κατακάθι. Η τζαμαρία ραγίζει και σωριάζεται στα πόδια μου. Ο κόσμος θρυμματίζεται.

Θραύσματα ημέρας.



Get Your Own Player!





Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;

"The curse is come upon me," cried

The Lady of Shalott.


from the poem "The Lady of Shalott"
by Alfred, lord Tennyson

Το υφαντό στο παραθύρι ανεμίζει
Πέρα ως πέρα ο καθρέφτης της ραγίζει

"Ήρθε η ώρα της κατάρας", ψιθυρίζει

Η Λαίδη του Σάλοτ.

από το ποίημα "Η Λαίδη του Σάλοτ"
του Άλφρεντ, λόρδου Τέννυσον

σε μετάφραση δική μου

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

τίγρη

Σήμερα το πρωί ξύπνησα κλαίγοντας.

Πήγα στο μπάνιο πνίγοντας τους λυγμούς για να μην ξυπνήσω κανέναν.

Πλύθηκα και ξεκίνησα τη μέρα μου.

Δουλειά ως το μεσημέρι, μετά παιχνίδι με την μικρή, μετά μαγείρεμα, ψώνια, λίγο συμμάζεμα, το βράδυ μάθημα χορού και μετά έξοδος, είναι τα γενέθλια ενός φίλου και γιορτάζει. Τα βράδια που μένω σπίτι διαβάζω, γράφω, μελετώ, έχω πολλά θέματα που με απασχολούν και πολλά project στα σκαριά. Να θυμηθώ να πληρώσω τη συνδρομή μου στον ορειβατικό και να κλείσω θέση για την επόμενη εκδρομή.

Δραστήρια, δημιουργική, ικανή, ακάματη.

Πολιτικώς ορθή.

Διάβασα κάποτε την ιστορία μιας τίγρης.

Αιχμάλωτη από μικρή, δεν γνώριζε άλλη ζωή από αυτήν του τσίρκου. Περνούσε μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, βρυχώταν, κι έσυβε το κεφάλι για να πάρει το χάδι του θηριοδαμαστή.

Κάποτε η τίγρη γέρασε. Ο θηριοδαμαστής αποφάσισε να μην την ξαναβγάλει στη σκηνή. Εκείνη όμως έβλεπε τα άλλα θηρία να περνούν, και μέσα στο κλουβί της έκλαιγε, θρηνούσε απαρηγόρητα σαν μωρό γατάκι.

Στο τέλος τη λυπήθηκε και την πήρε μαζί με τις άλλες. Αμέσως όρθωσε το κορμί της και ανέβηκε περήφανη στο βάθρο. Έτοιμη να παίξει το ίδιο νούμερο όπως κάθε βράδυ ολόκληρης της αιχμάλωτης ζωής της. Το μόνο που γνώριζε, το μόνο που της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κάνει.

Ας μην μου πάρει κανείς τη φασίνα μου, τη ρουτίνα μου, τις κατσαρόλες μου.

Είναι το μόνο στήριγμα σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Μην μου ανοίγετε την πόρτα του κλουβιού.

Δεν μπορώ πια ποτέ μου να βαδίσω ελεύθερη.

Τα μονοπάτια της ζούγκλας είναι κλειστά για μένα.

Θα μείνω εδώ, κάνοντας άλματα μέσα από φλεγόμενα στεφάνια.

Τίγρη στο κλουβί.

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

δεσμά

Ξέρεις, είμαι διεστραμμένος.




Αμηχανία. Τι εννοείς άραγε; Σε ξέρω αρκετά για να υποθέτω ότι δεν μπορεί να είσαι πραγματικά ανώμαλος, από την άλλη δεν σε ξέρω αρκετά ώστε να νιώθω τελείως ασφαλής μαζί σου. Σε έχω συναντήσει μονάχα μια φορά. Αλλά ήταν αρκετό για να δω ότι η τρυφερότητα και η συνέπεια έρχονταν πρώτα, ακόμη και το πάθος ερχόταν μετά.




Τι εννοείς διεστραμμένος;




Μου αρέσει να παίζω με το μυαλό... να δένω το μυαλό με σκέψεις, να παίζω με την υποταγή και την επιβολή, με την παθητικότητα και την κυριαρχία. Μου αρέσουν τα παιχνίδια... δεσίματα στο σώμα και στο νου. Θα ήθελα να σε δέσω, να σε έχω μπροστά μου ακίνητη, παραδομένη, υποταγμένη... και να ξέρω ότι το απολαμβάνεις αυτό.




Φρικάρισα και σου το είπα. Μου ζήτησες συγγνώμη, μου μίλησες τρυφερά, μου είπες να ξεχάσουμε αν θέλω αυτό το παιχνίδι. Ο φόβος και ο θυμός μου εξανεμίστηκαν και έδωσαν τη θέση τους στην περιέργεια και στην έξαψη. Σύντομα ήμουν εγώ που σε παρακαλούσα να παίξουμε.




Πόσο απέχει η φαντασίωση από την πραγματικότητα;




Στη δεύτερη συνάντησή μας είχα μαζί μου μια κουλούρα μαλακό σχοινί. Το άφησα ριγμένο στο κομοδίνο πλάι στο κρεβάτι. Ένα βλέμμα ήταν αρκετό. Με ξάπλωσες γυμνή πάνω από τα σκεπάσματα, πήρες το σχοινί στο ένα σου χέρι, ενώ με το άλλο με χάιδευες στα μαλλιά, στο πρόσωπο, στους ώμους, στο στήθος.... ήμουν ακίνητη, χαλαρή, παραδομένη.




Έδεσες τα χέρια μου μεταξύ τους περνώντας το σχοινί κάτω από το κρεβάτι. Ύστερα το τράβηξες ως τα πόδια. Οι θηλιές ήταν τόσο χαλαρές ώστε μόλις τις ένιωθα. Ωστόσο δεν μπορούσα να κινηθώ. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Ήμουν στο έλεός σου.




Τέντωσα το κορμί μου σε τόξο, χέρια και πόδια κολλημένα κάτω. Με άδραξες με τα δυο σου χέρια και με τράβηξες πάνω σου.




Ποτέ μου δεν θέλησα τόσο πολύ να νιώσω μέσα μου έναν άντρα όσο εσένα τότε.




Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ήμουν αλλού. Όταν τραβήχτηκες, γύρισα και κοίταξα δεξιά μου, στον καθρέφτη της ντουλάπας. Συνάντησα το βλέμμα σου και ένα αδιόρατο χαμόγελο.




Άρχισες να με χαϊδεύεις αργά, σχεδόν αφηρημένα, περιπαικτικά. Κρατούσες το βλέμμα μου στον καθρέφτη. Τα δάχτυλά σου έστελναν σπίθες ηδονής σε όλο μου το σώμα. Παρακολουθούσα μαγνητισμένη τη μεταμόρφωσή μου, αυτό το μαγικό πλάσμα στον καθρέφτη, το στήθος με τις ρώγες του να υψώνονται παρακλητικά, την κοιλιά να λαχανιάζει αδημονώντας, την υγρή σχισμή του αιδοίου με το μικρό πεινασμένο γλωσσιδάκι να αποζητάει το άγγιγμά σου, πέρα από ντροπές και ενδοιασμούς, κυρίαρχο και υποταγμένο.




Είσαι υπέροχη.




Η ανάσα σου μου καίει το λαιμο.




Είσαι πανέμορφη.




Τινάζομαι με ένα απαλό βογκητό τραβώντας τα δεσμά μου.




Τα δεσμά που εσύ μου χάρισες.




Τα δεσμά που με ελευθερώνουν.




Δέσε με σφιχτά.








Δείτε την ταινία


Δέσε με του Πέδρο Αλμοδόβαρ με τους Μπικτόρια Αβρίλ και Αντόνιο Μπαντέρας


Átame de Pedro Almodóvar, con Victoria Avril y Antonio Banderas

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

πώς;

Πώς να σου γράψω ερωτικά χωρίς να γίνω χυδαία;

Αυτός ο γρίφος με βασάνιζε από την πρώτη σχεδόν στιγμή.

Πώς να μιλήσεις για τον έρωτα, τον ζωντανό, τον σαρκικό, χωρίς να εκπέσεις στην πορνογραφία; Όμορφες ρομαντικές φιοριτούρες, μέχρι πότε; Μέχρι πότε να μιλάς για αστέρια και λουλούδια, για φεγγάρια και τραγούδια; Μέχρι πότε να μένεις στο πνεύμα, στο μυαλό, στο συναίσθημα;

Ο έρωτας δεν είναι μουσική, δεν είναι χρώματα. Ο έρωτας είναι πείνα, είναι αγωνία, είναι άγριος πόθος. Πόθος να αγγίξω το κορμί σου, να το δαγκώσω, να το σημαδέψω, να το πάρω μέσα μου και να χαθώ μέσα του.

Στην αρχή ήταν λέξεις δειλές και ντροπαλές, ύστερα ολοένα πιο τολμηρές, κρυμμένες ωστόσο πίσω από πέπλα και παραπετάσματα. Στην αρχή ήταν υποννοούμενα, μετά εννοούμενα, μετά ξεγύμνωμα ψυχής και σώματος.

Κι όσο αφηνόμουν να κατέβω όλο και βαθύτερα τις σπείρες της ηδονικής εκείνης δίνης, τόσο καταλάβαινα πόσο απλό ήταν στην πραγματικότητα, πόσο προφανές.

Όπως ανοίγεις λίγο-λίγο το κορμί σου και το προσφέρεις, όχι όλο μονομιάς αλλά σιγά-σιγά, πρώτα ένα άγγιγμα στο μάγουλο, ένα χαμόγελο, ένα φιλί στο λαιμό, ύστερα μια βαθιά ανάσα και πλησίασμα, ύστερα ένα βογκητό, κι ύστερα χέρια που εξερευνούν τυφλά, επιτακτικά, απελπισμένα, και βλέμματα έκθαμβα και μαγεμένα, ρούχα που φεύγουν ένα-ένα, πρώτα τα κουμπιά της ζακέτας μου με λίγη αμηχανία και παιχνιδιάρικο χαμόγελο, ύστερα το πουκάμισό σου, ύστερα η φούστα μου, ύστερα κάλτσες και παντελόνι, ύστερα τα εσώρουχα, πότε; πώς; δεν πρόλαβα να καταλάβω, και ύστερα τα σώματα ελεύθερα γνωρίζονται, αγγίζονται, πλησιάζουν και απομακρύνονται...

...έτσι και οι λέξεις.

Αργά, σταδιακά, ανεπαίσθητα σχεδόν.

Αφέθηκα να αγγίξω λέξεις απαγορευμένες, όπως θα άγγιζα απαγορευμένα μέρη του κορμιού. Τόλμησα να μιλήσω για τα μύχια του κορμιού όπως θα χάιδευα τις πιο κρυφές γωνιές του. Αν ήσουν δίπλα μου θα σου ψιθύριζα στο αυτί πόσο σε θέλω και θα σου έδειχνα με το κορμί μου τη λαχτάρα μου. Ήσουν μακριά μου κι έπρεπε να σου το πω με λέξεις, λέξεις γραμμένες με μαύρο στο άσπρο της οθόνης, λέξεις που αντικαθιστούσαν τα αγγίγματα, τα παιχνίδια της σάρκας.

Λέξεις αδιανόητες, χυδαίες, πορνογραφικές, ζωγράφιζαν για μας έναν κόσμο γλυκό, τρυφερό και παθιασμένο.

Έμαθα ότι δεν υπάρχει τίποτα χυδαίο και τίποτα μικρό.

Υπάρχει μονάχα Έρωτας.

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2008

μόνη

Σπασμένα τα κομμάτια μου σκορπούν στους τέσσερις ανέμους.

Κάτι αποσπάσθηκε από εντός μου, κάτι μεγάλο και ζωτικό, κάτι αναφαίρετο.

Το κέντρο βάρους μου έχει χαθεί αμετάκλητα.

Ζω τη ζωή μου μισή, ανάπηρη.

Δακρύζω κάθε ώρα και στιγμή, πάνω από το βιβλίο που διαβάζω, πάνω από την κοτόσουπα που ανακατεύω, πάνω από το κουκλόσπιτο που παίζω με το παιδί μου. Διπλώνομαι στα δύο από τον πόνο απροσδόκητα και περιμένω να περάσει με κομμένη την ανάσα. Αναζητώ το δρόμο για να βγω από την απουσία σου. Τα μάτια μου θολά από τα δάκρυα, τα χέρια μου ατροφικά, η καρδιά ξερριζωμένη.

Είμαι χαμένη.

Μόνη.


Get Your Own Player!




Sola

de Diana Navarro


El amor tiene una barca
Que me lleva hasta el dolor

Sola, sola con mi pena
Sola triste y sola
Sola con mi pena
Con mi pena sola

Sola con mi pena
Sola triste y sola
Sola en mi amargura
Sola triste y sola
Sola, sola, sola

Pena y melancolía
Que vive en mi habitación
Sola única amiga mía

Sola, sola con mi pena
Sola triste y sola
Sola con mi pena
Con mi pena sola

Sola, sola con mi pena
Sola triste y sola
Sola en mi amargura
Sola triste y sola
Sola, sola, sola



Μόνη

της Ντιάνα Ναβάρρο


Η αγάπη είναι μια βάρκα

που με οδηγεί στον πόνο

Μόνη, μόνη με τον πόνο

μόνη και θλιμμένη

μόνη πικραμένη

μόνη και θλιμμένη

μόνη, μόνη, μόνη

Πόνος και μελαγχολία

γέμισε την κάμαρά μου

μόνη με τη μοναξιά μου

Μόνη, μόνη με τον πόνο

μόνη και θλιμμένη

μόνη με τον πόνο

με τον πόνο μόνη

Μόνη, μόνη με τον πόνο

μόνη και θλιμμένη

μόνη πικραμένη

μόνη και θλιμμένη

μόνη, μόνη, μόνη

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

μαρτύριο

Όσο η σχέση μου με τον άντρα μου χειροτέρευε, τόσο τα γράμματά σου γίνονταν για μένα παρηγοριά και καταφύγιο. Όταν χώρισα, μετά το μεγάλο καυγά, αφέθηκα να ακουμπήσω πάνω σου. Σου μιλούσα για όλα όσα ένιωθα, ήσουν ο φίλος μου, ο μυστικοσύμβουλος, ο εξομολογητής μου.

Και σιγά-σιγά άρχισε να παρεισφρύει στα γράμματά μας κάτι τόσο απροσδόκητο όσο και αναμενόμενο.

Στην αρχή ήσαν αδιόρατα υποννοούμενα, μικρές λέξεις και φράσεις που τρύπωναν αθώα ανάμεσα στις γραμμές. Ένα κλείσιμο ματιού, μισό χαμόγελο. Μια υποψία μέθης, ένα άρωμα πορτοκαλιάς.

- Ο άντρας μου δεν με έκανε να νιώθω όμορφη, μου έλεγε συνέχεια ότι τα μαλλιά μου είναι αχτένιστα και πετάνε τρίχες, παραπονιόταν ότι δεν φτιάχνομαι καθόλου, ότι δεν ντύνομαι ποτέ μου κομψά και περιποιημένα...
- Τα χριστούγεννα που ιδωθήκαμε ήσουν όμορφα και κομψά ντυμένη.

- Ήταν τόσο σοβαρός, τόσο βαρύς... εμένα μου αρέσει να γελάω, να κάνω τρέλες, θέλω να γελάω ξαφνικά κάθε στιγμή, ενώ μαγειρεύω, ενώ δουλεύω, ακόμη και ενώ κάνω έρωτα!
- Είναι τόσο όμορφη αυτή η εικόνα σου, να γελάς ξαφνικά... θα ήθελα να τη δω κάποια στιγμή!

- Πάει καιρός που δεν απολαμβάνω τη ζωή μου, δεν βρίσκω χαρά πουθενά, έχουν χαθεί τα χρώματα, τα αρώματα, οι μουσικές....
- Σε φαντάζομαι ξαπλωμένη σε ένα ανάκλιντρο, σε μια ταινία τύπου Καλιγούλα, να απολαμβάνεις τη ζωή... θέλω να παίξω κι εγώ σε αυτήν την ταινία!

Ένιωθα την έλξη να με ζεσταίνει και να λιώνει τον πάγο χαμηλά στην κοιλιά μου. Αγωνιούσα για κάθε γράμμα σου, αδημονούσα να χτενίσω τις προτάσεις για να ανακαλύψω μέσα τους εκείνα τα ελάχιστα ψήγματα αστρόσκονης.

Μια μέρα δεν άντεξα άλλο.

Κάθησα και σου έγραψα ένα τεράστιο γράμμα όπου ξεδίπλωνα όλη μου την αγωνία, όλη μου τη λαχτάρα να αγαπήσω και να αγαπηθώ γι' αυτό που είμαι, να νιώσω γυναίκα απέναντι σε έναν άντρα, να ερωτευτώ και να με ερωτευτούν.

Να ερωτευτώ για μια φορά στη ζωή μου με ανταπόκριση.

- Γνωρίζω από καιρό ότι έχω ανάγκη να αρέσω. Εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν παίρνω από πουθενά το μήνυμα ότι αρέσω, ότι είμαι όμορφη, ότι είμαι ελκυστική. Μόνον από τις φίλες μου, και όπως καταλαβαίνεις δεν είνα το ίδιο. Από τα γράμματά σου σχημάτισα την εντύπωση ότι με φλερτάρεις. Κάθησα και διάβασα όλα σου τα γράμματα και απομόνωσα κάποιες ατάκες που μου δίνουν αυτήν την εντύπωση. Βέβαια ξέρω ότι μια φράση έξω από το πλαίσιο που γράφτηκε αλλάζει νόημα.... Αν έκανα λάθος, με συγχωρείς, δεν θέλω να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Ξέρω ότι είσαι παντρεμένος και ότι δεν έχεις την πρόθεση να χωρίσεις. Αν όμως κατάλαβα σωστά, και αν το θέλεις κι εσύ, μπορούμε να μπούμε σε ένα παιχνίδι.... μέσα από τα γράμματα. Μπορείς να προχωρήσεις όσο θέλεις, όσο αισθάνεσαι άνετα, δεν ριψοκινδυνεύεις τίποτε, άλλωστε όλα γίνονται διαδικτυακά, ετεροχρονισμένα και αποστειρωμένα.

Το εικοσιτετράωρο που πέρασε μέχρι να έρθει η απάντησή σου ήταν το πιο γλυκό μαρτύριο που έζησα ποτέ μου. Ακόμη και τώρα, μετά από δύο χρόνια σχέσης και δύο μήνες πόνου, στη θύμηση εκείνης της μέρας το σώμα μου ξυπνά.

Τριγυρνούσα όλη μέρα σε όλο το σπίτι χαμένη, υπνοβατώντας με ανοιχτά τα μάτια, ταξιδεύοντας στο όνειρο. Οι ρώγες του στήθους μου τεντώνονταν τόσο που πονούσαν και διαγράφονταν ανάγλυφες στη μπλούζα, μικρά παρακλητικά κεράσια. Μια γλυκιά ζέστη απλωνόταν από την κοιλιά μου σε όλο μου το σώμα, ναρκώνοντας το μυαλό και διεγείρωντας τις αισθήσεις. Ένιωθα το κυλοτάκι μου να μουσκεύει συνέχεια και τον πόθο να με καίει. Άνοιγα κάθε τόσο το λογαριασμό μου να δω αν είχα γράμμα σου.

Έμεινα στην κατάσταση αυτή ώρες ολόκληρες.

Ποτέ μου δεν έχω νιώσει τόσο ηδονικό βασανιστήριο.

Ακόμη και τώρα που σου γράφω, τόσον καιρό και τόσο δρόμο αργότερα, το σώμα μου ξυπνάει, ερεθίζεται, ζεσταίνεται, τεντώνεται, υγραίνεται, σε αποζητάει.

Ακόμη και τώρα, τόσο πόνο και τόσο μίσος και τόσο κλάμα μετά, η σκέψη σου αρκεί για να με ερεθίσει.

- Είσαι απίθανη! Μεθοδική και καταπληκτική! Φυσικά και σε φλέρταρα, απλά δεν ήξερα πώς μπορεί να αισθάνεσαι εσύ με αυτό. Ήθελα να το προχωρήσω μόνον όσο εσύ θα ένιωθες άνετα. Δεν μπορώ να σου προσφέρω τίποτα, το ξέρεις, είμαι παντρεμένος και ζω τόσα χιλιόμετρα μακριά σου, δεν είναι ό,τι καλύτερο για σένα...

Αφέθηκα να ταξιδέψω στον ωκεανό που ανοίχτηκε ξαφνικά μπροστά μου.

Σε όλη μου τη ζωή, είναι ζήτημα αν συνάντησα δύο άντρες που να ένιωθα ότι μπορούσα να εμπιστευτώ, ότι μπορούσα να ερωτευτώ. Άντρες που να μην έχουν ανάγκη να το παίζουν άντρες, άντρες που να σέβονται τη γυναίκα στην ουσία και όχι στους τύπους, άντρες που να εκτιμούν την ευφυία, την ειλικρίνεια και την ελευθερία στη σύντροφό τους.

Αφέθηκα να παρασυρθώ από τη λαχτάρα μου να ερωτευτώ.

Και άξιζες να σε ερωτευτώ.

Ό,τι κι αν συνέβη πριν και μετά.

Άξιζες κάθε γέλιο και κάθε δάκρυ που μου πήρες.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

κατοπτρισμοί


κοιτάζομαι στον καθρέφτη


βλέπω μιαν άγνωστη


βλέπω τον εαυτό μου

γυάλινο και μακιγιαρισμένο

the mirror crack'd from side to side

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2008

παραφράζοντας τον Λόρκα

"Ay que trabajo me cuesta, el quererte como te quiero! Por tu amor me duele el aire, el corazón y el sombrero..."
"Αχ, πόσο μου στοιχίζει να σ' αγαπώ τόσο πολύ!
Για την αγάπη σου με πονά ο αέρας, η καρδιά και το καπέλο..."

Federico García Lorca,
"Es verdad", del Primer romancero gitano



Μου λείπεις τόσο πολύ που πονάει.

Μου λείπεις τόσο που η σκέψη σου με μαχαιρώνει.

Μου λείπεις τόσο πολύ που με πονάει ως και ο αέρας που αναπνέω.

Θέλω τόσο πολύ να ακούσω τη φωνή σου, να διαβάσω έστω δυο γραμμές γραμμένες με τα χέρια σου. Απλώνω το χέρι μου στο πληκτρολόγιο να σου γράψω, ο δείκτης του ποντικιού πλησιάζει τη διεύθυνσή σου στο ευρετήριο, και τελευταία στιγμή τραβιέται πίσω.

Με συγκρατεί μονάχα η γνώση ότι για ένα κόκκο χαράς θα πληρώσω με ποτάμια οδύνης από την καρδιά μου που αιμορραγεί.

Ας γινόταν να βρεθώ πάνω από τον ώμο σου αόρατη, μια μικρή λιβελούλα πολύχρωμη και βουερή, να κλέψω μια στιγμή από τη ζωή σου, από την όψη σου, από το χαμόγελό σου, χωρίς να νιώσω πάνω μου το βλέμμα σου!



Σ' ακολουθώ

Σ' ακολουθώ στην τσέπη σου γλιστράω
σαν διφραγκάκι τόσο δα μικρό
Σ' ακολουθώ και ξέρω πως χωράω
μες στο λακάκι που 'χεις στο λαιμό

Έλα κράτησέ με και περπάτησέ με
μες στο μαγικό σου το βυθό
πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου
μη μ' αφήνεις μόνο θα χαθώ

Σ' ακολουθώ και πάνω σου κολλάω
σαν φανελάκι καλοκαιρινό
Σ' ακολουθώ σ'αγγίζω και πονάω
κλείνω τα μάτια και σ' ακολουθώ

Στίχοι και μουσική: Μάνος Λοΐζος
Τραγουδά ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Get Your Own Player!

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2008

κατώφλι

Αυτό που με κέρδισε ήταν το μυαλό σου.

Όλα τα άλλα ήρθαν αργότερα.

Το πρώτο που γνώρισα ήταν οι σκέψεις σου. Μικρά μαύρα γράμματα στο λευκό φόντο της οθόνης. Σκέψεις που έτρεφαν τις δικές μου, που τις αγκάλιαζαν με ενθουσιασμό και ταξίδευαν μαζί τους.

Μαζί σου μπορούσα να Μιλήσω, μπορούσα να Μοιραστώ όσα γεννούσε το μυαλό μου, χωρίς να χρειάζεται ούτε να τα λογοκρίνω, ούτε να τα ερμηνεύσω, να τα απλουστεύσω, να τα κατακερματίσω για να μπορέσει να τα συλλάβει μια διάνοια λίγα σκαλιά πιο κάτω από τη δική μου.

Μαζί σου ένιωθα ίσος προς ίσον.

Ο νους μου αναμετριόταν με το δικό σου και εύρισκε έναν άξιο αντίπαλο, έναν άξιο συνοδοιπόρο.

Μα ο νους είναι το κατώφλι της ψυχής.

Πέρασα το κατώφλι αυτό και μπήκα στην ψυχή σου.

Ήταν τόσο εύκολο να μιλώ σε σένα! Ήξερες να ακούς με τόση αποδοχή, με τόση ηρεμία, με τόση γλύκα! Η υπομονή σου άνοιξε τη μία μετά την άλλη τις κλειδωμένες πόρτες της μνήμης μου. Ξεδίπλωσα το ένα μετά το άλλο τα τυλιγμένα φύλλα της καρδιάς μου. Ξετύλιξα τον εαυτό μου στα πόδια σου όπως ξετυλίγουν το ένα πάνω στο άλλο τα χαλιά οι ανατολίτες έμποροι.

Μπορούσα επιτέλους να μιλήσω με έναν Άντρα.

Πόσο διαφορετικό ήταν!

Είχα συνηθίσει να εμπιστεύομαι γυναίκες, να μοιράζομαι σκέψεις, αισθήματα, όνειρα, με γυναίκες. Λάτρευα το γυναικείο σώμα, τη γυναικεία ψυχή. Οι άντρες στροβιλίζονταν μακριά, στην περιφέρεια της ζωής μου, πλάσματα ανόητα και ακατανόητα.

Μα εσύ... εσύ ήσουν Διαφορετικός, εσύ ήσουν Ξεχωριστός.

Και ξεδιπλώθηκες κι εσύ στα πόδια μου, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, μικρά μαύρα γράμματα πάνω στο λευκό της οθόνης. Και πήρα τη φοβισμένη σου καρδιά και τη ζέστανα στη χούφτα μου και στην ξανάδωσα πίσω λεύτερη και δυνατή.

Έτοιμη να πετάξει μακριά μου στο πρώτο της φτερούγισμα.

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2008

χέρια αρπακτικού

σε γυρεύω με λαχτάρα

τα χέρια μου γλιστρούν πάνω σε τζάμι


σε προσμένω με αγωνία

η άμμος κυλά ανάμεσα στα δάχτυλά μου


σε αρπάζω απελπισμένα

μια χούφτα αέρας η μορφή σου


no longer can you feel me

you are beyond my grasp

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

θαυμαστός καινούριος κόσμος

Από τότε που έφυγες, το ερωτικό μου κομμάτι έχει στεγνώσει, έχει συρρικνωθεί, έχει ατροφήσει - ή μήπως ακρωτηριάστηκε; Μήπως το χτύπημα ήταν τόσο βαρύ και τόσο βαθύ ώστε το απόκοψε από τη ρίζα του, και ποτέ πια δεν θα το ξαναβρώ;

Φαντασιώνομαι εκδίκηση, βασανιστήρια, τιμωρία.

Βουλιάζω απολαυστικά στο βούρκο του μίσους, της ζήλιας, του φθόνου, αισθήματα πρωτόγνωρα, πάθη αδιανόητα. Ένα άγνωστο τέρας αναδύεται στην ψυχή μου. Γνωρίζω τις πλέον απόκρυφες και σκοτεινές πτυχές της ύπαρξής μου.

Σε σκέφτομαι μαζί της να γελάτε ευτυχισμένοι οι δυο σας και στο μυαλό μου κυλάει δηλητήριο πράσινο, πηχτό σαν αίμα. Παίζω και ξαναπαίζω στην οθόνη μέσα μου σενάρια γεμάτα καυστικές ατάκες, οργισμένα ξεσπάσματα, ψυχρή χαιρεκακία.

Σιχαίνομαι τον εαυτό μου και απολαμβάνω.

Αγάπη μου, χάρη σε σένα γνωρίζω ένα θαυμαστό καινούριο κόσμο.

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

μετά

Κοίταξα έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου.

Η θάλασσα γκρίζα, γαλήνια, τα σύννεφα χαμηλά και φιλικά.

Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα τέτοια πληρότητα, τέτοια γαλήνη, τέτοια ασφάλεια. Πρώτη φορά στη ζωή μου δόθηκα τόσο ολοκληρωτικά. Πρώτη φορά εμπιστεύτηκα απόλυτα. Σου πρόσφερα τον εαυτό μου ολόκληρο, τον εαυτό μου τον μισό, τον πονεμένο, και μου τον ξανάδωσες πίσω γιατρεμένο.

Η μουσική σε ενοχλούσε, δεν ήθελες καφέ, το παγωτό έλιωσε, το κερί έσβησε.

Η δική μας φλόγα άναψε και σιγοκαίει ακόμη μέσα μου άσβεστη.

Τα χέρια σου να με εξερευνούν διστακτικά, επιτακτικά, ακόρεστα, λατρευτικά.

Σκόρπιες λέξεις και εικόνες.

Σκυμμένος ανάμεσα στα πόδια μου με γλείφεις και μου λες,
- Α, πόσα χρόνια είχα να κάνω κάτι τέτοιο!

Μπαίνεις μέσα μου από πίσω για δεύτερη φορά - ή μήπως τρίτη;
Με κρατάς σφιχτά πάνω σου λίγο πριν τελειώσεις,

- Παράτησα τη γυναίκα μου για σένα!

Γλείφουμε τα βουτηγμένα στη μαρμελάδα αμαρτωλά μας χέρια, άτακτα παιδιά.

Και πάνω απ' όλα γελάμε, γελάμε!

Πόσο αγαπώ να γελάμε μαζί!

Πόσο αγαπώ να κάνουμε έρωτα, να σταματάμε, να κουβεντιάζουμε, να ξανακάνουμε έρωτα, και ενώ κάνουμε έρωτα να μιλάμε, να γελάμε, να παίζουμε, να παθιαζόμαστε, να χανόμαστε και να ξαναβρισκόμαστε, ηθοποιοί, θεατές και σκηνοθέτες.

Στο δρόμο της επιστροφής οι σκέψεις μου είναι ναρκωμένες. Αιωρούμαι μέσα σε ένα απαλό σύννεφο, γλιστρώ μαλακά πίσω στην πραγματικότητα. Στον ορίζοντα του μυαλού μου σκάνε πολύχρωμα πυροτεχνήματα, σβήνουν και σκορπούν αργά στο βάθος.

Όπου πηγαίνω σε κουβαλώ μέσα μου.

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2008

παρθενική πτήση

Η πρώτη μας συνάντηση.


Άρχισα τις ετοιμασίες μέρες, εβδομάδες πριν. Προγραμματισμός, συνεννοήσεις, κρατήσεις σε αεροπλάνα και σε ξενοδοχεία, ραντεβού στο κομμωτήριο.


Τι ρούχα να φορέσω; Κάτι κολακευτικό αλλά όχι πολύ προκλητικό, κάτι θηλυκό αλλά όχι πρόστυχο. Α, και να βγαίνουν εύκολα. Και εσώρουχα; Να είναι σέξυ αλλά όχι πουτανέ, να αναδεικνύουν το σώμα μου χωρίς να το αποκαλύπτουν, και να μπορώ να τα κάνω όλα και χωρίς να τα βγάλω.


Ναι, νιώθω αμηχανία για το σώμα μου. Αυτό το ταλαίπωρο, τυραννισμένο σώμα, αυτό το σώμα το κουρασμένο από μια πορεία σαράντα χρόνων, δυο γέννες, δέκα μήνες θηλασμού και μια εξωμήτρια κύηση, με μια ουλή σκαμμένη στη ρίζα της κοιλιάς μου, εκεί ακριβώς που αρχίζουν οι τρίχες του εφηβαίου.


Το κόκκινο κορμάκι. Μάλλον κομπιναιζόν θα το έλεγα. Ελαστικό, εφαρμοστό, κόκκινη δαντέλα να αγκαλιάζει παιχνιδιάρικα το σώμα μου, αφήνοντας να φαίνονται αρκετά και να υπονοούνται ακόμη περισσότερα. Ανοιχτό από κάτω επιτρέποντας τα παιχνίδια. Το κόκκινο κορμάκι λοιπόν, και ένα μαύρο δαντελένιο κυλοτάκι.



Κόκκινη μακριά φούστα με σκίσιμο στο πλάι και ένα μαύρο λεπτό ζακετάκι φορεμένο κατευθείαν πάνω από τα εσώρουχα. Μακριές μαύρες κάλτσες με σιλικόνη. Παπούτσια μαύρα ψηλοτάκουνα.


Στο κομμωτήριο έμεινα πέντε ώρες. Defriz, ρολά, σεσουάρ, μανικιούρ, χτένισμα. Απόλυτη χαλάρωση.


Αφέθηκα στα χέρια των κοριτσιών, αφέθηκα να με φροντίσουν, να με περιποιηθούν, να με κανακέψουν. Ίσως για πρώτη φορά στη ζωή μου. Αφέθηκα να με ετοιμάσουν σαν παρθένα νύφη για να δοθεί στον άντρα που την περιμένει, στον άντρα που περιμένει εκείνη μια ζωή, υφαίνοντας τα όνειρά της.


Τη μεγάλη μέρα έφυγα νωρίς από το σπίτι με εκδρομικά ρούχα. Στο πάρκινγκ του αεροδρομίου έβγαλα το τζην και τα αρβυλάκια και μεταμορφώθηκα. Έβγαλα από το σακίδιο την αμφίεση. Μακιγιάζ στις τουαλέτες. Κόκκινο κραγιόν της φωτιάς, μαύρο eyeliner, μαύρη μάσκαρα, φυσικοί τόνοι στις σκιές.



Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη.


Ποια ήμουν;


Άραγε υποδυόμουν έναν ρόλο ή απενδυόμουν έναν άλλον;


Ίσως και τα δύο.


Στο ξενοδοχείο ζήτησα δωμάτιο για μια μέρα. Ένας άντρας δίπλα μου στη ρεσεψιόν κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου και με κοίταξε μαγνητισμένος με ελαφρύ χαμόγελο.


Ήμουν ελκυστική.


Ήμουν θηλυκή.


Ήμουν όμορφη.


Όταν βρέθηκα στο δωμάτιο ξεδίπλωσα το σκηνικό. Ένα πορτοκαλί μαντίλι με χάντρες ριγμένο στη μια μεριά του καθρέφτη. Ένα walkman με μια κασσέτα των Asian Fusion. Ένα κερί με άρωμα τριαντάφυλλου. Παγωτό σοκολάτα στο ψυγείο – το αγαπημένο σου. Γκαζάκι, μπρίκι, φλιτζάνι, καφές. Θέλω τον καφέ που θα πιούμε μετά να τον φτιάξω με τα χέρια μου.



Κοιτάζω έξω από το παράθυρο και περιμένω.


Ο νους μου άδειο δοχείο δεκτικό.


Τρία ελαφριά χτυπήματα στην πόρτα.


Καλωσήλθες.

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2008

δώρο γενεθλίων

- Χρόνια πολλά αδελφούλα!
Μια σακούλα από το Χόντο κλεισμένη με σελοτέιπ.
- Θυμάμαι ότι κάποια στιγμή έψαχνες κάτι τέτοιο.

Ακόμη ένα ελατήριο σπάζει μέσα μου.

Μήνες πριν. Βγήκα με την αδελφή μου για χορό.
- Ρε συ, δε μου λες… έχεις ιδέα πού μπορώ να βρω πρόστυχα εσώρουχα;
Συνομωτικά γέλια.
- Έχει πολλά, και φτηνά, και ακριβά… εξαρτάται τι θέλεις...
- Να σου πω… μήπως ξέρεις πού θα βρω τίποτε προφυλακτικά με γεύσεις, κανένα λιπαντικό, τέτοια πράγματα;
- Εδώ πάνω στην Κηφισίας έχει ένα sex shop, το Eros, να κοίτα, τώρα περνάμε από μπροστά. Έχει και εσώρουχα και απ’ όλα.
Τεράστια πινακίδα μέσα στη μέση της λεωφόρου. Την έχω προσπεράσει δεκάδες, εκατοντάδες φορές. Σήμερα τη βλέπω για πρώτη φορά.

Μαζί σου βλέπω τον κόσμο για πρώτη φορά.

Γυρίζω όλη την Αθήνα με τα πόδια. Ομόνοια, Αιόλου, Αγίου Μάρκου, Ερμού, Σύνταγμα. Χαζεύω βιτρίνες. Αφήνω το βλέμμα μου να μαγνητιστεί, να φανταστεί, να ερεθιστεί. Μπαίνω σε μαγαζιά με εσώρουχα και δοκιμάζω. Είναι δικά σου τα χέρια που με γδύνουν, είναι δικό σου το βλέμμα που με κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη.

Ένας κορσές μαύρος με ζαρτιέρες. Μαύρη δαντέλα και φούξια κορδέλα. Κουμπώνω χαμογελαστή τις πολλές μικρές κόπιτσες καθώς φαντάζομαι τα δάχτυλά σου να τις ξεκουμπώνουν μία-μία. Κοιτάζω εξεταστικά το κορμί μου. Με βλέπω με τα δικά σου μάτια.

Είμαι όμορφη.

Το χέρι μου γλιστράει ανάμεσα στα πόδια μου. Χαϊδεύομαι μέσα στο δοκιμαστήριο. Η εικόνα μου στον καθρέφτη με κοιτάζει αναψοκοκκινισμένη, λαχανιασμένη, γεμάτη λαγνεία και ντροπή. Η ντροπή με ερεθίζει. Ακούω τη φωνή σου.
- Γιατί κλείνεις τα μάτια;
- Ντρέπομαι...
- Μου αρέσει όταν ντρέπεσαι.

Ανοίγω διάπλατα τα μάτια.
Δαγκώνω τα χείλη μου για να μη φωνάξω.




Πετάω τη σακούλα κλειστή σε μια γωνιά. Δεν αντέχω να την ανοίξω.
Όμως κάποια στιγμή πρέπει. Πρέπει να πάω να το αλλάξω.
Ξεκολλάω αργά και προσεκτικά το σελοτέιπ.
Ένα μαύρο δαντελένιο κορμάκι.

Αμέτρητα μαχαίρια σκίζουν τη σάρκα μου.

Το χώνω πάλι βιαστικά στη σακούλα.

Κάρτα αλλαγής.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

happy birthday

Σήμερα είχα τα γενέθλιά μου.

Άλλη μια μέρα κλεμμένη από τη ζωή μου. Μια μέρα δική μου, καταδική μου, στην υπηρεσία της πατρίδας, της θρησκείας, της οικογένειας. Τίποτα δικό μου δεν μου ανήκει πια.


- Τι δώρο θέλεις για τα γενέθλιά σου;

Αγγίζω το κορμί σου, το λατρεμένο σου κορμί, το κορμί της ψυχής μου. Το δώρο μου.

- Κινέζικα μπαλάκια.

Γελάς. Αγγίζεις τη ρώγα του στήθους μου με τον αντίχειρα. Ερεθίζομαι.

- Πονηρούλα.

Το βλέμμα σου με χαϊδεύει. Λιώνω.

- Είσαι υπέροχη.

- Θα το ξεχάσεις.

- Θα το βάλω στο ημερολόγιο του τζιμέιλ να μου το θυμίσει.


Το πρωί ο άντρας μου σηκώθηκε πρώτος κι έκλεισε την πόρτα για να με αφήσει να χουζουρέψω. Ετοίμασε εκείνος το παιδί για το σχολείο. Έμεινα κάτω από το πάπλωμα, μουδιασμένη, με κλειστά μάτια. Αναβολή μπροστά στο απόσπασμα.


Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου.

Δεν είσαι εδώ.

Δεν είσαι.

Δεν.

Αν ήμασταν ακόμη μαζί, το βράδυ θα έπαιρνα το τραίνο και θα ερχόμουν να περάσω το τριήμερο μαζί σου. Τώρα με περιμένει ένα ήσυχο οικογενειακό σαββατοκύριακο.


Χτύπησε το κουδούνι. Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα. Από το διάδρομο χαρούμενες φωνές. Η μάνα μου μπήκε στο υπνοδωμάτιο. Η κόρη μου όρμηξε πάνω στο κρεβάτι. Ο άντρας μου στάθηκε στο διάδρομο χαμογελαστός. Λουλούδια, ένα βιβλίο, μια καρτούλα ζωγραφισμένη από τη μικρή.


Η καρδιά μου σπαράζει.

Σπαράζει γιατί δεν είσαι μαζί μου, ποτέ πια δεν θα είσαι μαζί μου.

Σπαράζει για όλα αυτά τα δώρα που δεν μπορώ να χαρώ, σπαράζει γιατί ζω μια ζωή που δεν είναι δική μου.


Τα δάκρυα κυλούν ερήμην μου.

Από τη συγκίνηση, σκέφτονται όλοι.

Χαμογελούν.