Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

πουτάνα

Η μέρα της συνάντησης πλησίαζε.

Ο πυρετός της ετοιμασίας με έκαιγε.

Όταν γύρισα σπίτι από το κομμωτήριο όλα τα μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα πάνω μου. Ισιωμένα, τα μαλλιά μου φάνταζαν ακόμη πιο μακριά. Μαύρα με γαλαζωπές ανταύγειες, φτερούγα κόρακα. Πετούσα. Θαρρείς και βάδιζα πάνω σε βαμβάκι.



Το απόγευμα έκανα μπάνιο, προσέχοντας πολύ μη βρέξω το κεφάλι μου. Σαπουνίστηκα καλά ανάμεσα στα πόδια μου και πήρα το ξυράφι. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν τόσο απαλή εκεί κάτω όσο και στο υπόλοιπο σώμα. Αφέθηκα να γευτώ τη γλυκιά ζάλη της προσμονής.

Την άλλη μέρα το πρωί έχωσα στο σακίδιό μου τα απαραίτητα. Κορσές, ζαρτιέρες, κάλτσες δικτυωτές, όλα όσα είχα διαλέξει για χάρη σου. Κραγιόν, σκιές, αϊλάινερ, μάσκαρα, άρωμα. Μια ρόμπα ροζ μεταξωτή, κιτσάτη, πρόστυχη.

Ήθελα να γίνω πρόστυχη για σένα, να γίνω αγοραία, να γίνω χυδαία.

Μόνο για σένα.

Έφτασα πρώτη στο δωμάτιο. Πήγα στο μπάνιο και ετοιμάστηκα. Παρήγγειλα δυο καφέδες και σε περίμενα. Μια αιωνιότητα. Τρεις ελαφριοί χτύποι στην πόρτα. Σηκώθηκα ν' ανοίξω.

Έχει νόημα να θυμάμαι το μετά;

Το σμίξιμό μας ήταν πάντα μαγικό, κάθε φορά και με άλλον τρόπο. Αυτή τη φορά ήθελα να νιώσω να με παίρνεις έτσι όπως θέλεις εσύ, να με διατάζεις και να σε υπακούω, όπως η πουτάνα τον πελάτη. Ήθελα να με εκμεταλλευτείς, να με εξευτελίσεις, να με χρησιμοποιήσεις.

Αφέθηκα να γίνω παιχνίδι στα χέρια σου.

Θυμάμαι το έκπληκτο βλέμμα σου όταν τελείωσες για δεύτερη φορά.

Πόσο λάτρεψα αυτό το έκπληκτο βλέμμα.

Μα η στιγμή που πιότερο θυμάμαι, είναι να πίνουμε το καφεδάκι μας με ένα τσιγάρο τρίφυλλο, καθισμένοι γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον, με τον ήλιο να μας χαϊδεύει την πλάτη μέσα από τις κουρτίνες, με τα δάχτυλα των ποδιών μόλις να αγγίζονται, να μιλάμε.

Πόσο αγαπούσα να μιλώ μαζί σου! Πόσο αγαπούσα τις κουβέντες μας! Τέχνη, φιλοσοφία, ψυχολογία, έρωτας, ανέκδοτα, όλα μαζί κουτρουβαλιάζονταν και μπλέκονταν και ξεχώριζαν απολαυστικά.
Μα πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελάμε.

Πόσο μου λείπει αυτο το γέλιο!

Πόσο λαχταρώ να γελάσω μαζί σου!

Πόσο λαχταρώ να με πάρεις, να με εκμεταλλευτείς, να με κάνεις δική σου, να με χαϊδέψεις τρυφερά, να με κάνεις πάλι να γελάσω!


Με αγκάλιασες ξανά μετά από λίγο και με έριξες στο κρεβάτι. Ήσουν πίσω μου, έτοιμος να μπεις πάλι μέσα μου, όταν χτύπησε το κινητό σου.

Όλα θρυμματίστηκαν.

Όταν το έκλεισες και γύρισες κοντά μου, ήσουν αλλού.

- Η γυναίκα μου τηλεφώνησε στο γραφείο και έμαθε ότι δεν είμαι εκεί. Πρέπει να φύγω.
- Έχεις ήδη φύγει.
- Λυπάμαι.

Δεν είπα τίποτα. Τι να έλεγα; Αφού δεν ήσουν εκεί να με ακούσεις.

- Αντίο γλύκα.

Και μένω μόνη μου, με τα εώρουχα σκόρπια, με το μακιγιάζ πασαλειμμένο, με το σώμα γεμάτο υγρά δικά μου και δικά σου. Μόνη.


Σαν πουτάνα ξεβαμμένη.


[σκηνή απο ταινία: Επικίνδυνες σχέσεις (Liaisons dangereuses)
Στο τέλος της ταινίας, η μαρκησία ντε Μερτέιγ, μετά το δημόσιο εξευτελισμό της, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, ανέκφραστη, και με ένα βαμβάκι βγάζει την πούδρα από το πρόσωπό της.
Αυλαία.]