Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.1

.

Σου στέλνω μήνυμα, θα έρθω στην πόλη σου, θέλω να συναντηθούμε. Πού; Στο σπίτι σου. Όχι, όχι έξω. Θέλω έναν χώρο άνετο, ιδιωτικό. Είναι εντάξει με σένα;

Χτυπώ το κουδούνι. Κανένα συναίσθημα. Ανοίγεις χαμογελαστός, σαν την καλή χαρά, πάντα έτσι ήουν εσύ, τίποτα δεν είναι ικανό να σε ταράξει.
- Καλώς ήρθες! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
Χαμογελώ αδιόρατα, δεν απαντώ. Περνάω μέσα, αποφεύγοντας να αγγιχτούμε. Προχωρώ ίσια μπροστά και κάθομαι στην πρώτη καρέκλα που βρίσκω.
- Να σου προσφέρω κάτι;
- Δύο μεγάλα ποτήρια νερό.
Γελάς.
- Γιατί δύο;
- Ο γιατρός μου είπε να πίνω πολύ νερό. Αν δεν έχεις μεγάλα ποτήρια, βάλε δυο κούπες του καφέ, μεγάλες.
Επιστρέφεις από την κουζίνα με δυο μεγάλα φλιτζάνια γεμάτα νερό. Τα ακουμπάς δίπλα μου.
- Μπορούμε να ανοίξουμε τον υπολογιστή;
- Ανοιχτός είναι.
- Τέλεια. Θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες.
Σε βλέπω επιφυλακτικό. Ναι, κατά βάθος είσαι μίζερος και καχύποπτος.
- Τρεις χάρες - επαναλαμβάνω - όπως στις νεράιδες.
Γελάς. Πάντα είχες το γέλιο στο τσεπάκι σου. Μου άρεσε αυτό, τότε. Μετά με πλήγωνε, γιατί βρισκόμουν από την άλλη όχθη του ανέκδοτου.
- Να τις ακούσω.
- Μπες στο gmail, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα παλιά μου γράμματα. Τα έχεις ακόμη;
Αργείς να απαντήσεις.
- Ναι, φαντάζομαι πως ναι. Δεν τα έσβησα ποτέ.
- Ωραία. Θέλω να τους ρίξω μια ματιά.
Είναι εκεί, καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά κατεβατά, όσα πρόλαβα να στείλω αφότου σου έσβησα τον παλιό σου λογαριασμό και πριν διακόψουμε οριστικά την αλληλογραφία. Εμέσματα μίσους, φθόνου και πόνου.
- Θέλω να σε παρακαλέσω να τα σβήσεις. Όλα αυτά τα αφήσαμε πίσω μας τώρα πια, Ας μην κρατήσουμε τίποτε απ' αυτά. Εκείνες οι μέρες ήταν οδυνηρές και για τους δυο μας. Θα ένιωθα πολύ πιο ήσυχη αν ήξερα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τις θυμίζει.
Διστάζεις ελαφρά.
- Είναι το μόνο που έχω από σένα...
- Είναι το χειρότερο που έχεις από μένα. Θέλεις να κρατήσεις μόνο τα χειρότερα;
Δεν θέλεις να το κάνεις, το ξέρω. Όχι επειδή αγαπάς αυτά τα γράμματα, όχι. Από γινάτι και μόνο, από πείσμα. Για να μην περάσει το δικό μου.
- Έχεις τη δυνατότητα να μου δώσεις μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη αν το κάνεις.
Χαμογελάς στεγνά, αδιάφορα.
- Αν αισθάνεσαι έτσι...
Select all, Delete, Are you sure you want to delete these messages? Yes to all.
Βαθιά ανάσα.
- Και η δεύτερη χάρη;
Φοράω το πιο γοηευτικό χαμόγελό μου, γέρνω το κεφάλι μου λοξά, μισοκλείνω τα μάτια.
- Οι φωτογραφίες εκείνες. Τις έχεις ακόμη;
Τσιτώνεις, το βλέπω καθαρά. Με κοιτάς στα μάτια.
- Ναι, φυσικά.
- Μπορώ να τις δω;
Θέλω να δείχνω άνετη και αδιάφορη, αλλά το τρέμουλο στα χέρια με προδίνει. Σφίγγω το ποτήρι με το νερό.
Κομπιάζεις.
- Δεν... δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.
- Έλα τώρα! στο κάτω κάτω μου ανήκουν. Εγώ σου ζήτησα να τις τραβήξεις, και τώρα δεν μπορώ να τις δω;
- Δεν είναι αυτό...
Τι σκέφτεσαι άραγε; Την κοπέλα σου, ίσως; Τι θα σκεφτόταν αν μας έβλεπε μαζί να κοιτάζουμε ερωτικές φωτογραφίες μας;
- Έχω δυο χρόνια να τις δω, κοντεύω να τις ξεχάσω πια! Εσύ τις έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι δίκαιο. Μια ματιά μόνο.
Ανοίγεις ένα directory, ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Open file, unzip, και να τες.
Μου έρχεται ζάλη, ναυτία, αηδία. Είμαι εγώ ή μήπως άλλη; Δεν ταυτίζομαι πια με τη γυναίκα της φωτογραφίας, είναι μια ξένη. Τι κάνω εγώ εδώ;
Ευτυχώς δεν με προσέχεις. Περνάς από τη μια φωτογραφία στην άλλη, τις χαζεύεις.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε θέλω να ξέρω.
Βαθιά ανάσα, βουτιά.
- Θα σου χρωστούσα μεγάλη χάρη αν τις έσβηνες.
Γελάς.
- Το φανταζόμουν ότι αυτό θα μου ζητούσες.
Μίσος. Το μίσος που νιώθουμε όταν η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας εξαρτάται από το καπρίτσιο ενός ξένου.
- Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη. Όσο υπάρχουν, με βασανίζει η σκέψη τους.
- Ρε συ, στο είπα και πριν, στο είχα πει και τότε. Είναι το μόνο που έχω από σένα. Θέλω να κρατήσω κάτι από σένα.
Ρουφάω τον αέρα μέσ' απ' τα δόντια μου.
- Αν δεν τις σβήσεις αμέσως, αδειάζω τα νερά πάνω στο κομπιούτερ.
Δεν το πιάνεις αμέσως. Ύστερα γελάς, εκείνο το λίγο τσιριχτό γελάκι σου.
- Έλα τώρα! Πλάκα κάνεις!
- Αμέσως.
Το βλέμμα μου δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζω. Νιώθω χλωμή, κρύα. Φαίνεσαι ανήσυχος. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε με νοιάζει.
- Είσαι τρελή.
- Τελείως.
Με κοιτάζεις για λίγη ώρα ερευνητικά. Ύστερα ανασηκώνεις τους ώμους. Κλικ, κλικ, κλικ. Και μετά empty recycle bin. Τέλος.
- Ευχαριστημένη;
Νιώθω ταχυπαλμία, λιποθυμία. Καθομαι στην καρέκλα, πίνω σιγά σιγά το ένα νερό. Με κοιτάζεις ανήσυχος. Γέρνεις προς το μέρος μου.
- Είσαι καλά;
Γνέφω καταφατικά και τεντώνω το χέρι μου με την παλάμη απλωμένη. Δεν θέλω να με πλησιάσεις. Δεν θέλω να με αγγίξεις. Οτιδήποτε εκτός απ' αυτό.
- Μην κάνεις έτσι, επιτέλους, δεν αξίζει τον κόπο...
- Μια τελευταία χάρη.
Ξεφυσάς μπουχτισμένος, λες και είμαι κακομαθημένο παιδί.
- Έλα, ακούω.
- Τα βιβλία που σου έδωσα... τα έχεις;
Κι αν τα έχεις, σκέφτομαι, θυμάσαι που βρίσκονται; Ή τα έχεις καταχωνιάσει σε κανένα υπόγειο, σε καμμιά κούτα; Ή μήπως τα έδωσες πουθενά δανεικά κι αγύριστα;
- Κάτσε να δεις, κάπου εδώ θα είναι...
Τρυπώνεις στο δωμάτιό σου και σκαλίζεις την βιβλιοθήκη. Δεν σε ακολουθώ. Περιμένω.
Αρκετά λεπτά αργότερα επιστρέφεις θριαμβευτής:
- Να τα!
Τα τείνεις προς το μέρος μου. Κοιτάζω. Τα ακουμπάς στο γραφείο, δίπλα μου.
- Όμορφα βιβλιάκια, άρεσαν πολύ και στην κοπέλα μου.
Μαχαιριά.
Μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβες πόσο με πόνεσες;
Μα πόσο απίστευτα μαλάκας είσαι!
Απλώνω διστακτικά το χέρι μου, πιάνω το πρώτο.
"Το άσπρο ελάφι", James Thurber. Παλιά έκδοση. Μετάφραση, Σωτήρης Κακίσης. Με σκίτσα του ίδιου του Thurber.
Νιώθω ένα τσίμπημα στα βλέφαρα. Συγκρατούμαι με κόπο. Όχι τώρα, όχι μπροστά του.
Πιάνω το δεύτερο βιβλίο.
"Μύθοι για την εποχή μας", πάλι του Thurber, παλιά έκδοση κι αυτή. Χαϊδεύω το εξώφυλλο και πιάνω το τρίτο.
"Τα δεκατρία ρολόγια", του ίδιου συγγραφέα. Εξαντλημένο.
Πίνω μια γουλιά νερό από το δεύτερο ποτήρι. Παίρνω τα βιβλία και τα βάζω στο σακίδιό μου.
- Τι κάνεις εκεί; Έλα ρε! Έλα τώρα! Αυτά μου τα χάρισες, είναι δικά μου!
Σηκώνω το βλέμμα μου. Δεν ξέρω τι έκφραση έχω, αλλά μόλις με βλέπεις παγώνεις.
- Τα χάρισα στον άντρα που αγαπούσα και με αγαπούσε. Στον άντρα που εμπιστευόμουν. Στον άντρα που θα ήταν πάντα δίπλα μου.
Φτύνω τις φράσεις σαν χαστούκια, αλλά δεν σε βλέπω εντυπωσιασμένο. Πάντα ήσουν αναίσθητος φαίνεται, απλώς δεν το είχα καταλάβει.
- Μου τα χάρισες. Και σ' αγαπούσα, και μ' αγαπούσες. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω.
Σφίγγω πάνω μου το σακίδιο.
- Σου έδωσα την ψυχή μου. Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μου είπες ότι θα την φροντίσεις. Την τσαλαπάτησες και την πέταξες στα σκουπίδια.
Έχω ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μιλώ. Δεν μιλάς.
Μια φράση σαν λυγμός.
- Θέλω την ψυχή μου πίσω.
Κάνεις να απλώσεις το χέρι σου κι αποτραβιέμαι. Καλύτερα να με τσιμπήσει φίδι.
- Λυπάμαι...
- Χέστηκα άμα λυπάσαι. Άσε με να φύγω τώρα.
Κάνω μεταβολή και τρέχω, τρέχω. Κουτρουβαλάω τις σκάλες, ούτε βλέπω πού πηγαίνω. Για πότε βρέθηκα έξω, δεν το κατάλαβα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα κλαίω, πότε πρόλαβαν να μαζευτούν τόσα δάκρυα;
Τρέχω όσο φτάνει η ανάσα μου και σωριάζομαι λίγα τετράγωνα παρακάτω σ' ένα παγκάκι.
Ρίχνω πίσω το κεφάλι. Έχω νυχτώσει.
Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.

.

Ποτέ δεν θα το κάνω, φυσικά. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ούτε θα σου ζητήσω ποτέ να μου δώσεις πίσω αυτά που μου πήρες. Δεν θέλω να με θυμηθείς, σίγουρα με έχεις ξεχάσει. Δεν θέλω να βρεθώ στο έλεός σου, δεν θέλω να με οικτίρεις.

Αλλά κάποιες νύχτες που δεν με πιάνει ο ύπνος, στριφογυρίζω στο κρεβάτι και φτιάχνω τέτοιες ηλίθιες φαντασιώσεις.

.

καθήλωση

.

Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος.

Παράξενο αλήθεια.

Σε σκέφτομαι ακόμη, κάθε μέρα, πολλές ώρες τη μέρα. Η σκέψη σου έχει γίνει κάτι σαν καρκίνωμα μέσα στο μυαλό μου, κάπως σαν τον κάλλο στις φτέρνες, που όλο τον κόβεις και όλο ξαναγίνεται. Καμμιά φορά τυχαίνει να συγκεντρωθώ πολύ στη δουλειά μου και να μην σε σκεφτώ καθόλου για δυο ή τρεις ώρες. Ύστερα η σκέψη σου εισβάλει ξανά στο μυαλό μου απότομα, σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και να μπαίνει εκτυφλωτικό το φως του ήλιου, ή μήπως το σκοτάδι; Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ μου δεν σε ειχα ξεχάσει, απλώς είχα ξεχάσει να σε σκέφτομαι.

Τι σκέφτομαι; Πολλά και τίποτα. Σε θέλω ακόμη; Ούτε με σφαίρες. Σε αγαπώ; Αστείο πράγμα. Καλά καλά δεν θυμάμαι την όψη σου, δεν θυμάμαι πια πώς ήσουν, δεν θυμάμαι πια πώς ένιωθα. Δεν θυμάμαι τίποτα σχεδόν, ούτε αισθάνομαι. Έχω κλείσει το μπαούλο κι έχω κάτσει πάνω στο καπάκι με όλο μου το βάρος. Αν τυχόν ανοίξει κατά λάθος μια χαραμάδα, από αφηρημάδα ή από αδυναμία, το πρώτο πράγμα που ξεχύνεται από μέσα είναι πόνος. Υγρός, ψυχρός πόνος που καίει, κάπως σαν υγρό άζωτο ή σαν χυτό πυρακτωμένο μέταλλο.

Καλύτερα λοιπόν να μην αισθάνομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι, αλλά κάνω σκέψεις. Αυτές δεν μπορώ να τις φυλακίσω, είναι σαν τον σκώρο ή σαν τα ασημόψαρα, ξεγλιστρούν από τις χαραμάδες. Τι σκέψεις; Ούτε και ξέρω. Ξαναπαίζω τα γνωστά παλιά σενάρια, τα τελειοποιώ, τα παραλάσσω, φτιάχνω καινούρια. Σενάρια εκδίκησης, σενάρια γεμάτα καυστικές ειρωνικές ατάκες που εξαντλούνται από τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί σκοντάφτουν πάνω στο αξεπέραστο: κέρδισες κι έχασα. Τι θα μπορούσα ποτέ να πω ή να κάνω που να με κάνει εμένα κερδισμένη;

Ξαναμασώ λοιπόν τις παλές γνωστές τσίχλες, καλύτερα έτσι, απαλλάχτηκα από σένα, έτσι κι αλλιώς δεν οδηγούσε πουθενά, αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε.

Και ξαναγράφω το σενάριο, μαζεύω το καπέλο μου, το φοράω στραβά στο κεφάλι μου και απομακρύνομαι κόντρα στον ήλιο, για να μη φανούν τα αυλάκια στα μάγουλά μου.

.