Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

μαγική εικόνα

Διαβάζω Στρατή Τσίρκα,
"Ακυβέρνητες πολιτείες", μέρος πρώτο: "Η λέσχη", σελίδα 222.

- Εσύ φταις, μου κάνει γυρισμένη πάντα, όταν τελείωσα. Την έσπρωξες στην αγκαλιά του με τις κοκεταρίες σου. Αυτός ήταν πρόθυμος, μήτε να το καλοσκεφτεί, μήτε να το χωνέψει. Δεν καταλαβαίνεις πως η αγωνία του πολέμου ερεθίζει αφάνταστα τις ευαισθησίες μας; Θέλουμε να πάρουμε και να δώσουμε, το ερωτικό πάλεμα στρώνει τα κουβαριασμένα νεύρα, γαληνεύει την αναστατωμένη ψυχή μας. Δεν έχει σημασία το πώς και με ποιον, είναι ζήτημα υγείας πια.


Βέβαια η περίπτωσή σου είναι πολύπλοκη, γιατί υπάρχει εξιδανίκευση, αυτό που λέμε αγάπη, αίσθημα. Δεν καταλαβαίνω πότε προφτάσατε, γνωριστήκατε τόσο λίγο. Να σου πω, εγώ δεν πιστεύω στους κεραυνοβόλους έρωτες. Θ' αγαπήσατε κάποια μορφή που την είχατε στο μυαλό σας από πριν. Τ' αποτέλεσμα είναι πως αχρηστεύθηκες, κι είναι κρίμα. Σε κυρίεψε ένα πάθος να φύγεις, δηλαδή να πεθάνεις, που πρέπει να το προσέξεις, και γρήγορα.

Κάποια μορφή που είχαμε στο μυαλό μας από πριν.

Μα φυσικά, αυτό είναι!

Και θα μου πεις, δεν το 'ξερες; Το 'ξερα και δεν το 'ξερα. Ξέρω ότι ο έρωτας είναι εξιδανίκευση, ότι είναι μύθος, ότι πλάθει κανείς μια μορφή φανταστική κι ερωτεύεται κείνο το φάντασμα, που τις πιο πολλές φορές ελάχιστη σχέση έχει με το σαρκίο του άτυχου ανθρώπου που έγινε φορέας κι αντικείμενο του έρωτα.

Άλλο όμως να το ξέρω θεωρητικά, κι άλλο να το νιώσω στο πετσί μου, να το καταλάβω, να κοιτάξω στον καθρέφτη και να το δω μέσα μου.

Είναι μαγική εικόνα, σαν εκείνο το λευκό κηροπήγιο σε μαύρο φόντο, που το κοιτάζεις ώρες κι ώρες, και ξαφνικά βλέπεις τα δυο μαύρα προφίλ δεξιά κι αριστερά. Ήταν πάντα εκεί, μονάχα εσύ δεν το 'βλεπες, γιατί δεν ήξερες πώς να κοιτάξεις.




Τόσο απλό και να μην έχω μπορέσει να το δω τόσον καιρό!

Ήθελες να ξεχαρμανιάσεις από έναν πληκτικό και καταπιεστικό γάμο, ήθελες μια γκόμενα διαθέσιμη κι έτοιμη για όλα, ήθελες τρέλα και σεξουαλικές ακρότητες. Ήθελα να ερωτευτώ και να δοθώ ολοκληρωτικά, ήθελα έναν άντρα έξυπνο κι ευαίσθητο, ήθελα επικοινωνία και μοίρασμα απόλυτο. Πράματα τελείως διαφορετικά και ασυμβίβαστα. Βρεθήκαμε ο ένας στον δρόμο του άλλου, είδαμε ο ένας στον άλλον αυτό που ήθελε. Ασυναίσθητα προβάλαμε τις επιθυμίες μας και ασυναίσθητα πήραμε τους ρόλους που μας ζητήθηκαν. Εσύ έπαιξες τον γαλάζιο πρίγκηπα, όσο καλύτερα μπορούσες τέλος πάντων, έφτασες στο σημείο να πείσεις τον εαυτό σου ότι ήσουν ερωτευμένος μαζί μου, ότι εγώ ήμουν η γυναίκα της ζωής σου κι άλλη δεν ήταν ποτέ πια. Εγώ έπαιξα την ερωτική μούσα, σε ακολούθησα στους σεξουαλικούς πειραματισμούς, έφτασα στο σημείο να πείσω τον εαυτό μου ότι αυτό λαχταρούσα πάντα μόνο που δεν το ήξερα. Έπαιξα το παιχνίδι σου κι έπαιξες το δικό μου. Γίναμε ο καθένας το είδωλο του άλλου. Μα το είδωλο είναι σκέτος καπνός, όραμα χωρίς υπόσταση. Πίσω από τα είδωλα υπήρχαν άνθρωποι. Κι εμείς τους κρύψαμε, τους αγνοήσαμε.

Υποκριθήκαμε και οι δύο.

Ωστόσο δεν μπορούσε να κρατήσει για πάντα αυτό.

Εσύ με ήθελες δίπλα σου άμεσα, τώρα, ολόκληρη. Εγώ ήθελα χρόνο, να βυθομετρήσω τα συναισθήματά μου, να σε πλησιάσω σιγά σιγά, να γλιστρήσουμε απαλά μαζί σε ένα άγγιγμα ψυχών. Εσύ το εξέλαβες αυτό ως δισταγμό και αμφιβολία, και ίσως να ήταν. Ίσως και γω να μην ήμουν σίγουρη, ίσως και να ήξερα βαθιά μέσα μου ότι δεν ήσουν αυτό που γύρευα. Ίσως και συ να βαρέθηκες απλώς, ίσως και να κατάλαβες βαθιά μέσα σου πως εγώ δεν ήμουν αυτό που γύρευες.

Και τότε βρέθηκε στο δρόμο σου η Άλλη.

Ακριβώς όπως την ήθελες, έτοιμη, τώρα. Χωρίς ψευτοντροπές και δισταγμούς, χωρίς αμφιβολίες, σίγουρη, ελεύθερη, διαθέσιμη. Άρπαξες την ευκαιρία, κι έκανες καλά. Ακολούθησες την ανάγκη σου, υπηρέτησες το συναίσθημά σου, ό,τι πιο ιερό υπάρχει.

Ελευθερώθηκες και ελευθέρωσες και μένα.

Μόνο που μου πήρε καιρό να καταλάβω.

Τώρα όμως ξέρω.

Τώρα μπορώ πια να σε αφήσω να φύγεις.

Ελεύθεροι και οι δύο.

.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

esprit d'escalier

.


Έτσι λένε οι γάλλοι όλες εκείνες τις εξυπνάδες που μας έρχονται στο μυαλό όταν είναι πια πολύ αργά, καθώς κατεβαίνουμε την σκάλα αφότου μας έχουν πετάξει έξω. Όλες εκείνες τις φοβερές ατάκες που δεν σταθήκαμε ικανοί να κατεβάσουμε όσο ήταν ακόμα καιρός, και αναμασάμε τώρα σκαλί σκαλί, φτιάχνοντας φανταστικούς διαλόγους, ολόκληρα σενάρια.


Και τότε θα μου είπες, και θα σου είπα, και θα μου απάντησες, και θα σε αποστόμωσα. Και μετά ξύπνησα, και μετά άντε πάλι μέχρι να το σιχαθώ. Βρε δε μας παρατάς πλέον που θα ασχολούμαι μαζί σου. Σιγά τον μπαγλαμά.


Εδώ ρίχνω και μια λαθραία ματιά πάνω απ' τον ώμο μου, μην τυχόν πήρε κανείς χαμπάρι ότι καθόλου υπεράνω δεν είμαι, το παίζω μόνο. Όμφακες εισίν, που έλεγε κι αλεπού του Αίσωπου.


Ή όπως λέμε στα ελληνικά, άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου.


.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.2

.

Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;

Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.

- Τι κάνεις;

- Κουκιά σπέρνω.

Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.

- Και σεις;

- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.

Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.

- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.

Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.

Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.

Μια ζωή καρατερίστα.

.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

πιασμένη ανάσα

.
Σε είδα στον ύπνο μου απόψε.
Παράξενο δεν είναι; Πάνω που λες, τον ξέχασα - οκέι, όχι εντελώς, αλλά τέλος πάντων αρκετά, δεν τον σκέφτομαι όλη την ώρα, μπορεί να περάσει και μια ώρα χωρίς να τον σκεφτώ ή και δύο, αν τύχει να βρεθώ με παρέα μπορεί να περάσει μια ολόκληρη βραδιά ευλογημένης λήθης, κι άλλωστε δεν νιώθω πια το ίδιο, ακόμα κι όταν τον σκέφτομαι δεν νιώθω το ίδιο, δεν τον νοσταλγώ ούτε τον επιθυμώ, ούτε καν τον μισώ, νιώθω μόνο κάτι σαν περιφρόνηση, σαν απαξίωση. Δυσπιστώ βέβαια απέναντι στα συναισθήματά μου, τα εξετάζω εξονυχιστικά, τα διαμελίζω, αυτή η περιφρόνηση είναι κάπως ύποπτη, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ωστόσο καλύτερα έτσι παρά αλλιώς.
Έχω ένα δυο μήνες τώρα που κοιμάμαι. Εντάξει, όχι κάθε νύχτα, αλλά τις περισσότερες. Πέφτω νωρίς και κοιμάμαι σε ρει ως το πρωί, καμμιά φορά κι εννιά, και δέκα ώρες. Τίποτα δεν ταράζει τον ύπνο μου, τέρμα οι εφιάλτες, τέρμα η αγωνία - τέλος πάντων δεν ξέρω αν φύγαν εντελώς ή όχι, τουλάχιστον όμως δεν με ξυπνούν πια. Καμμιά φορά τυχαίνει να ξυπνήσω ιδρωμένη στη μέση της νύχτας, όμως αυτό συμβαίνει πια πολύ σπάνια, μια φορά στις δέκα μέρες ή και λιγότερο. Κοιμάμαι, κοιμάμαι συνέχεια, αναπαύομαι, αναρρώνω.
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πετάχτηκα πάνω, αγωνιζόμουν να πάρω ανάσα, σα να πνιγόμουν με το μαξιλάρι. Μα όχι, ήσουν εσύ, η αποπνιχτική σου παρουσία, τα γλυκερά σου λόγια, κολλώδη σαν το νέκταρ σαρκοβόρου φυτού. Και πάλι το σκοτάδι της κάμαρας, και πάλι η ήσυχη ανάσα του κοιμισμένου σπιτιού.
Να πω κι ότι το θυμάμαι, ψέμα θα πω. Εκείνη την ώρα βέβαια το θυμόμουν ολοκάθαρα, μα δεν είχα τρόπο να το καταγράψω, ούτε κι όρεξη, να λέμε την αλήθεια. Τώρα πια είναι μια θολούρα σκέτη, μια δυο εικόνες και τρεις λέξεις, ένα τίποτα. Με πήρες, λέει, τηλέφωνο, για να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη. Άκου συγγνώμη! Αν είχα γέλια κονσέρβα θα τα κόλλαγα εδώ. Εσύ, να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη! Τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Το όνειρο κάθε παρατημένης γκόμενας. Πρωτοτυπία μηδέν.
Ένας γνωστός μου είπε κάποτε πως διαβάζει την ιστορία μου σαν αρχέτυπο, γιατί δεν υπάρχει, λέει, τίποτε πιο κοινό από τον έρωτα.
Πραγματικά, ποτέ στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο κοινότυπη.
.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.1

.

Σου στέλνω μήνυμα, θα έρθω στην πόλη σου, θέλω να συναντηθούμε. Πού; Στο σπίτι σου. Όχι, όχι έξω. Θέλω έναν χώρο άνετο, ιδιωτικό. Είναι εντάξει με σένα;

Χτυπώ το κουδούνι. Κανένα συναίσθημα. Ανοίγεις χαμογελαστός, σαν την καλή χαρά, πάντα έτσι ήουν εσύ, τίποτα δεν είναι ικανό να σε ταράξει.
- Καλώς ήρθες! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
Χαμογελώ αδιόρατα, δεν απαντώ. Περνάω μέσα, αποφεύγοντας να αγγιχτούμε. Προχωρώ ίσια μπροστά και κάθομαι στην πρώτη καρέκλα που βρίσκω.
- Να σου προσφέρω κάτι;
- Δύο μεγάλα ποτήρια νερό.
Γελάς.
- Γιατί δύο;
- Ο γιατρός μου είπε να πίνω πολύ νερό. Αν δεν έχεις μεγάλα ποτήρια, βάλε δυο κούπες του καφέ, μεγάλες.
Επιστρέφεις από την κουζίνα με δυο μεγάλα φλιτζάνια γεμάτα νερό. Τα ακουμπάς δίπλα μου.
- Μπορούμε να ανοίξουμε τον υπολογιστή;
- Ανοιχτός είναι.
- Τέλεια. Θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες.
Σε βλέπω επιφυλακτικό. Ναι, κατά βάθος είσαι μίζερος και καχύποπτος.
- Τρεις χάρες - επαναλαμβάνω - όπως στις νεράιδες.
Γελάς. Πάντα είχες το γέλιο στο τσεπάκι σου. Μου άρεσε αυτό, τότε. Μετά με πλήγωνε, γιατί βρισκόμουν από την άλλη όχθη του ανέκδοτου.
- Να τις ακούσω.
- Μπες στο gmail, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα παλιά μου γράμματα. Τα έχεις ακόμη;
Αργείς να απαντήσεις.
- Ναι, φαντάζομαι πως ναι. Δεν τα έσβησα ποτέ.
- Ωραία. Θέλω να τους ρίξω μια ματιά.
Είναι εκεί, καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά κατεβατά, όσα πρόλαβα να στείλω αφότου σου έσβησα τον παλιό σου λογαριασμό και πριν διακόψουμε οριστικά την αλληλογραφία. Εμέσματα μίσους, φθόνου και πόνου.
- Θέλω να σε παρακαλέσω να τα σβήσεις. Όλα αυτά τα αφήσαμε πίσω μας τώρα πια, Ας μην κρατήσουμε τίποτε απ' αυτά. Εκείνες οι μέρες ήταν οδυνηρές και για τους δυο μας. Θα ένιωθα πολύ πιο ήσυχη αν ήξερα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τις θυμίζει.
Διστάζεις ελαφρά.
- Είναι το μόνο που έχω από σένα...
- Είναι το χειρότερο που έχεις από μένα. Θέλεις να κρατήσεις μόνο τα χειρότερα;
Δεν θέλεις να το κάνεις, το ξέρω. Όχι επειδή αγαπάς αυτά τα γράμματα, όχι. Από γινάτι και μόνο, από πείσμα. Για να μην περάσει το δικό μου.
- Έχεις τη δυνατότητα να μου δώσεις μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη αν το κάνεις.
Χαμογελάς στεγνά, αδιάφορα.
- Αν αισθάνεσαι έτσι...
Select all, Delete, Are you sure you want to delete these messages? Yes to all.
Βαθιά ανάσα.
- Και η δεύτερη χάρη;
Φοράω το πιο γοηευτικό χαμόγελό μου, γέρνω το κεφάλι μου λοξά, μισοκλείνω τα μάτια.
- Οι φωτογραφίες εκείνες. Τις έχεις ακόμη;
Τσιτώνεις, το βλέπω καθαρά. Με κοιτάς στα μάτια.
- Ναι, φυσικά.
- Μπορώ να τις δω;
Θέλω να δείχνω άνετη και αδιάφορη, αλλά το τρέμουλο στα χέρια με προδίνει. Σφίγγω το ποτήρι με το νερό.
Κομπιάζεις.
- Δεν... δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.
- Έλα τώρα! στο κάτω κάτω μου ανήκουν. Εγώ σου ζήτησα να τις τραβήξεις, και τώρα δεν μπορώ να τις δω;
- Δεν είναι αυτό...
Τι σκέφτεσαι άραγε; Την κοπέλα σου, ίσως; Τι θα σκεφτόταν αν μας έβλεπε μαζί να κοιτάζουμε ερωτικές φωτογραφίες μας;
- Έχω δυο χρόνια να τις δω, κοντεύω να τις ξεχάσω πια! Εσύ τις έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι δίκαιο. Μια ματιά μόνο.
Ανοίγεις ένα directory, ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Open file, unzip, και να τες.
Μου έρχεται ζάλη, ναυτία, αηδία. Είμαι εγώ ή μήπως άλλη; Δεν ταυτίζομαι πια με τη γυναίκα της φωτογραφίας, είναι μια ξένη. Τι κάνω εγώ εδώ;
Ευτυχώς δεν με προσέχεις. Περνάς από τη μια φωτογραφία στην άλλη, τις χαζεύεις.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε θέλω να ξέρω.
Βαθιά ανάσα, βουτιά.
- Θα σου χρωστούσα μεγάλη χάρη αν τις έσβηνες.
Γελάς.
- Το φανταζόμουν ότι αυτό θα μου ζητούσες.
Μίσος. Το μίσος που νιώθουμε όταν η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας εξαρτάται από το καπρίτσιο ενός ξένου.
- Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη. Όσο υπάρχουν, με βασανίζει η σκέψη τους.
- Ρε συ, στο είπα και πριν, στο είχα πει και τότε. Είναι το μόνο που έχω από σένα. Θέλω να κρατήσω κάτι από σένα.
Ρουφάω τον αέρα μέσ' απ' τα δόντια μου.
- Αν δεν τις σβήσεις αμέσως, αδειάζω τα νερά πάνω στο κομπιούτερ.
Δεν το πιάνεις αμέσως. Ύστερα γελάς, εκείνο το λίγο τσιριχτό γελάκι σου.
- Έλα τώρα! Πλάκα κάνεις!
- Αμέσως.
Το βλέμμα μου δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζω. Νιώθω χλωμή, κρύα. Φαίνεσαι ανήσυχος. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε με νοιάζει.
- Είσαι τρελή.
- Τελείως.
Με κοιτάζεις για λίγη ώρα ερευνητικά. Ύστερα ανασηκώνεις τους ώμους. Κλικ, κλικ, κλικ. Και μετά empty recycle bin. Τέλος.
- Ευχαριστημένη;
Νιώθω ταχυπαλμία, λιποθυμία. Καθομαι στην καρέκλα, πίνω σιγά σιγά το ένα νερό. Με κοιτάζεις ανήσυχος. Γέρνεις προς το μέρος μου.
- Είσαι καλά;
Γνέφω καταφατικά και τεντώνω το χέρι μου με την παλάμη απλωμένη. Δεν θέλω να με πλησιάσεις. Δεν θέλω να με αγγίξεις. Οτιδήποτε εκτός απ' αυτό.
- Μην κάνεις έτσι, επιτέλους, δεν αξίζει τον κόπο...
- Μια τελευταία χάρη.
Ξεφυσάς μπουχτισμένος, λες και είμαι κακομαθημένο παιδί.
- Έλα, ακούω.
- Τα βιβλία που σου έδωσα... τα έχεις;
Κι αν τα έχεις, σκέφτομαι, θυμάσαι που βρίσκονται; Ή τα έχεις καταχωνιάσει σε κανένα υπόγειο, σε καμμιά κούτα; Ή μήπως τα έδωσες πουθενά δανεικά κι αγύριστα;
- Κάτσε να δεις, κάπου εδώ θα είναι...
Τρυπώνεις στο δωμάτιό σου και σκαλίζεις την βιβλιοθήκη. Δεν σε ακολουθώ. Περιμένω.
Αρκετά λεπτά αργότερα επιστρέφεις θριαμβευτής:
- Να τα!
Τα τείνεις προς το μέρος μου. Κοιτάζω. Τα ακουμπάς στο γραφείο, δίπλα μου.
- Όμορφα βιβλιάκια, άρεσαν πολύ και στην κοπέλα μου.
Μαχαιριά.
Μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβες πόσο με πόνεσες;
Μα πόσο απίστευτα μαλάκας είσαι!
Απλώνω διστακτικά το χέρι μου, πιάνω το πρώτο.
"Το άσπρο ελάφι", James Thurber. Παλιά έκδοση. Μετάφραση, Σωτήρης Κακίσης. Με σκίτσα του ίδιου του Thurber.
Νιώθω ένα τσίμπημα στα βλέφαρα. Συγκρατούμαι με κόπο. Όχι τώρα, όχι μπροστά του.
Πιάνω το δεύτερο βιβλίο.
"Μύθοι για την εποχή μας", πάλι του Thurber, παλιά έκδοση κι αυτή. Χαϊδεύω το εξώφυλλο και πιάνω το τρίτο.
"Τα δεκατρία ρολόγια", του ίδιου συγγραφέα. Εξαντλημένο.
Πίνω μια γουλιά νερό από το δεύτερο ποτήρι. Παίρνω τα βιβλία και τα βάζω στο σακίδιό μου.
- Τι κάνεις εκεί; Έλα ρε! Έλα τώρα! Αυτά μου τα χάρισες, είναι δικά μου!
Σηκώνω το βλέμμα μου. Δεν ξέρω τι έκφραση έχω, αλλά μόλις με βλέπεις παγώνεις.
- Τα χάρισα στον άντρα που αγαπούσα και με αγαπούσε. Στον άντρα που εμπιστευόμουν. Στον άντρα που θα ήταν πάντα δίπλα μου.
Φτύνω τις φράσεις σαν χαστούκια, αλλά δεν σε βλέπω εντυπωσιασμένο. Πάντα ήσουν αναίσθητος φαίνεται, απλώς δεν το είχα καταλάβει.
- Μου τα χάρισες. Και σ' αγαπούσα, και μ' αγαπούσες. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω.
Σφίγγω πάνω μου το σακίδιο.
- Σου έδωσα την ψυχή μου. Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μου είπες ότι θα την φροντίσεις. Την τσαλαπάτησες και την πέταξες στα σκουπίδια.
Έχω ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μιλώ. Δεν μιλάς.
Μια φράση σαν λυγμός.
- Θέλω την ψυχή μου πίσω.
Κάνεις να απλώσεις το χέρι σου κι αποτραβιέμαι. Καλύτερα να με τσιμπήσει φίδι.
- Λυπάμαι...
- Χέστηκα άμα λυπάσαι. Άσε με να φύγω τώρα.
Κάνω μεταβολή και τρέχω, τρέχω. Κουτρουβαλάω τις σκάλες, ούτε βλέπω πού πηγαίνω. Για πότε βρέθηκα έξω, δεν το κατάλαβα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα κλαίω, πότε πρόλαβαν να μαζευτούν τόσα δάκρυα;
Τρέχω όσο φτάνει η ανάσα μου και σωριάζομαι λίγα τετράγωνα παρακάτω σ' ένα παγκάκι.
Ρίχνω πίσω το κεφάλι. Έχω νυχτώσει.
Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.

.

Ποτέ δεν θα το κάνω, φυσικά. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ούτε θα σου ζητήσω ποτέ να μου δώσεις πίσω αυτά που μου πήρες. Δεν θέλω να με θυμηθείς, σίγουρα με έχεις ξεχάσει. Δεν θέλω να βρεθώ στο έλεός σου, δεν θέλω να με οικτίρεις.

Αλλά κάποιες νύχτες που δεν με πιάνει ο ύπνος, στριφογυρίζω στο κρεβάτι και φτιάχνω τέτοιες ηλίθιες φαντασιώσεις.

.

καθήλωση

.

Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος.

Παράξενο αλήθεια.

Σε σκέφτομαι ακόμη, κάθε μέρα, πολλές ώρες τη μέρα. Η σκέψη σου έχει γίνει κάτι σαν καρκίνωμα μέσα στο μυαλό μου, κάπως σαν τον κάλλο στις φτέρνες, που όλο τον κόβεις και όλο ξαναγίνεται. Καμμιά φορά τυχαίνει να συγκεντρωθώ πολύ στη δουλειά μου και να μην σε σκεφτώ καθόλου για δυο ή τρεις ώρες. Ύστερα η σκέψη σου εισβάλει ξανά στο μυαλό μου απότομα, σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και να μπαίνει εκτυφλωτικό το φως του ήλιου, ή μήπως το σκοτάδι; Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ μου δεν σε ειχα ξεχάσει, απλώς είχα ξεχάσει να σε σκέφτομαι.

Τι σκέφτομαι; Πολλά και τίποτα. Σε θέλω ακόμη; Ούτε με σφαίρες. Σε αγαπώ; Αστείο πράγμα. Καλά καλά δεν θυμάμαι την όψη σου, δεν θυμάμαι πια πώς ήσουν, δεν θυμάμαι πια πώς ένιωθα. Δεν θυμάμαι τίποτα σχεδόν, ούτε αισθάνομαι. Έχω κλείσει το μπαούλο κι έχω κάτσει πάνω στο καπάκι με όλο μου το βάρος. Αν τυχόν ανοίξει κατά λάθος μια χαραμάδα, από αφηρημάδα ή από αδυναμία, το πρώτο πράγμα που ξεχύνεται από μέσα είναι πόνος. Υγρός, ψυχρός πόνος που καίει, κάπως σαν υγρό άζωτο ή σαν χυτό πυρακτωμένο μέταλλο.

Καλύτερα λοιπόν να μην αισθάνομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι, αλλά κάνω σκέψεις. Αυτές δεν μπορώ να τις φυλακίσω, είναι σαν τον σκώρο ή σαν τα ασημόψαρα, ξεγλιστρούν από τις χαραμάδες. Τι σκέψεις; Ούτε και ξέρω. Ξαναπαίζω τα γνωστά παλιά σενάρια, τα τελειοποιώ, τα παραλάσσω, φτιάχνω καινούρια. Σενάρια εκδίκησης, σενάρια γεμάτα καυστικές ειρωνικές ατάκες που εξαντλούνται από τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί σκοντάφτουν πάνω στο αξεπέραστο: κέρδισες κι έχασα. Τι θα μπορούσα ποτέ να πω ή να κάνω που να με κάνει εμένα κερδισμένη;

Ξαναμασώ λοιπόν τις παλές γνωστές τσίχλες, καλύτερα έτσι, απαλλάχτηκα από σένα, έτσι κι αλλιώς δεν οδηγούσε πουθενά, αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε.

Και ξαναγράφω το σενάριο, μαζεύω το καπέλο μου, το φοράω στραβά στο κεφάλι μου και απομακρύνομαι κόντρα στον ήλιο, για να μη φανούν τα αυλάκια στα μάγουλά μου.

.

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

σύζυγος και ερωμένη

Περίληψη και απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Φορτουνάτα και Χαθίντα", του ισπανού συγγραφέα Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, γραμμένο στα 1887.


Η Φορτουνάτα είναι μια νέα πανέμορφη, αμόρφωτη και απολίτιστη. Γνωρίζει τον αριστοκράτη Χουάν ντε Σάντα Κρουθ, τον ερωτεύεται με τρελό πάθος, συνδέονται ερωτικά, εκείνος της υπόσχεται γάμο, αλλά σύντομα την παρατάει για να παντρευτεί μια γοητευτική κοπέλα της δικής του κοινωνικής τάξης, την όμορφη και ενάρετη Χαθίντα.
Η Φορτουνάτα, έγκυος, υποκύπτει στις προτάσεις ενός άλλου άντρα, για να εξασφαλίσει την συντήρησή της. Ο μικρός γιος της σύντομα αρρωσταίνει και πεθαίνει. Εκείνη, μετά από πολλούς καταστροφικούς δεσμούς, παντρεύεται έναν καλόκαρδο αλλά ασθενικό και άσχημο νεαρό φαρμακοποιό, τον Μαξιμιλιάνο. Εκείνος την λατρεύει, εκείνη όμως τον δέχεται μόνο και μόνο για να αποκατασταθεί, πιστεύοντας ότι με τον καιρό ίσως μπορέσει να τον αγαπήσει.
Εξακολουθεί όμως να είναι ερωτευμένη με τον Σάντα Κρουθ, και μόλις εκείνος την πλησιάζει πάλι, βαριεστημένος από την ρουτίνα της οικογενειακής ζωής, εκείνη πέφτει αμέσως στην αγκαλιά του. Εγκαταλείπει τον άντρα της και εγκαθίσταται σε ένα σπίτι που της εξασφαλίζει ο εραστής της.
Ζουν έναν φλογερό αλλά λαθραίο έρωτα. Η Φορτουνάτα ζηλεύει με πάθος την Χαθίντα, την οποία όλοι εκθειάζουν: όμορφη, καλλιεργημένη, αριστοκρατική, καλόψυχη, γενναιόδωρη, ενάρετη. Λαχταράει όσο κάθε τι άλλο να βρεθεί στην θέση της, ενώ γνωρίζει πως αυτό είναι αδύνατον. Ο Χουάν ντε Σάντα Κρουθ έχει αδυναμία στην ερωμένη του, αλλά κατά βάθος λατρεύει την γυναίκα του και δεν σκοπεύει να την αφήσει.
Μια μέρα συμβαίνει το αναπόφευκτο: ο Χουάν την εγκαταλείπει και πάλι, γιατί η γυναίκα του πληροφορήθηκε την κρυφή ζωή του, και δεν θέλει να ριψοκινδυνέψει τον γάμο του. Η Φορτουνάτα, απελπισμένη, αποφασίζει να επιστρέψει στον σύζυγό της, μετά από πιέσεις φίλων και γνωστών. Ο καιρός περνά, το παρελθόν μοιάζει να ξεχάστηκε, φαινομενικά ζει μια ήρεμη συντηρητική ζωή, μέσα της όμως τα αισθήματα εξακολουθούν να χοχλάζουν.

Ο άντρας της την ζηλεύει παθολογικά, μέχρις τρέλας. Φτάνει στο σημείο να αρρωστήσει, κι εκείνη του παραστέκεται με αυταπάρνηση, αλλά χωρίς στοργή.

"Πλάγιασε και κείνη, και κουβέντιαζε μαζί του μέχρι που εκείνος νύσταξε. Τον καημένο! Ο οίκτος που ένιωθε η Φορτουνάτα, έσβηνε την αποστροφή στην ψυχή της, ή τουλάχιστον την κάλυπτε, σαν ένα πέπλο, δεν της επέτρεπε να εκδηλωθεί. Και η συμπόνια έκανε να ξεπηδούν μέσα της εκείνη η λαχτάρα για ηθική αρετή που ανθούσε κάθε τόσο σαν εφήμερο λουλούδι, θρεμμένο από την αντιζηλία."

Πόσο καλά γνωρίζω αυτόν τον οίκτο, αυτήν την συμπόνια!
Πώς μοιάζουν τόσο πολύ με την αγάπη!



Μια μέρα η Φορτουνάτα συναντά τυχαία την Χαθίντα ενώ επισκέπτεται ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα.

"Συναντήθηκαν στη μέση του στενού διαδρόμου. Η Φορτουνάτα κάρφωσε τα χέρια της στα μπράτσα της άλλης, και η Χαθίντα την κοίταξε έντρομη, σάμπως να έβλεπε μπροστά της ένα θεριό... Τότε είδε το σκληρό ειρωνικό χαμόγελο στα χείλη της άγνωστης, και άκουσε τη φονική φωνή της να προφέρει καθαρά:
- Είμαι η Φορτουνάτα.
Η Χαθίντα έμεινε άφωνη... ύστερα άφησε ένα στριγγό Αχ!, σαν κάποιος που νιώθει το τσίμπημα της όχεντρας. Στο αναμεταξύ η Φορτουνάτα έγνεφε καταφατικά με θράσος, και ξανάλεγε:
- Είμαι... είμαι η... η...
Μα τόσο πολύ πνιγότανε, ώστε δεν άρθρωσε τις τελευταίες λέξεις. Η Χαθίντα χαμήλωσε το βλέμμα, και μ' ένα τράβηγμα λευτέρωσε το χέρι της. Θέλησα να πει κάτι, μα δεν μπόρεσε. Η άλλη μέριασε, πετώντας σπίθες απ' τα μάτια και φλόγες απ' το στήθος, και πισωπατώντας συνέχισε να λέει, με λέξεις που πάγωναν στα χείλη:
- Δεν αξίζεις τίποτα... γιατί αν εγώ ήμουνα στη θέση σου, θα ήμουνα...
Τότε ξαναβρήκε την ανάσα της, και μπόρεσε να πει:
- Καλύτερή σου, καλύτερή σου!
Η κυρία Σάντα Κρουθ ξαναβρήκε πρώτη την αυτοκυριαρχία της, και μπαίνοντας στη σάλα, κάθησε και πάλι στον σοφά. Η στάση της έδειχνε τόσο αξιοπρέπεια όσο και αθωότητα. Ήταν το θύμα της επίθεσης, κι έτσι όχι μόνο μπορούσε να ηρεμήσει πιο γρήγορα, αλλά και να αποκριθεί στην επίθεση με περιφρόνηση και ανωτερότητα, ακόμη και με συγγνώμη. Η άλλη, αντίθετα, ένιωσε τεράστιο βάρος μέσα της."

Πόσο καλά γνωρίζω αυτήν την ζήλια και τον θαυμασμό! Πόσο καλά γνωρίζω αυτό το βάρος, αυτήν την τυφλή οργή, αυτήν την ντροπή! Πόσο καλά γνωρίζω πώς ζεματάει αυτή η ανωτερότητα!

Σε ό,τι αφορά εμένα, η ανάρτηση τελειώνει εδώ.

Για όσους θέλουν να μάθουν το τέλος: η Φορτουνάτα εγκαταλείπει ξανά τον άντρα της για χάρη του Χουάν, αυτή τη φορά όμως μένει έγκυος. Όταν λοιπόν ο εραστής της την προδίνει για τρίτη φορά, εκείνη νιώθει ευτυχισμένη γιατί έχει το παιδί της. Μια μέρα όμως την επισκέπτεται ο άντρας της και την πληροφορεί ότι ο πρώην εραστής της έχει άλλη ερωμένη, την καλύτερη φίλη της. Ξετρελαμένη από ζήλια επιτίθεται στην νέα αντίζηλό της, με παρ' ολόγον τραγικά αποτελέσματα. Επιστρέφει σπίτι, όμως μια επιπλοκή της λοχείας, σε συνδυασμό με την αναστάτωση από τον καυγά, τής προκαλεί αιμορραγία και πεθαίνει πριν προλάβουν να την βοηθήσουν.

Πριν ξεψυχήσει, αναθέτει σε έναν έμπιστο φίλο της να παραδώσει το μωρό στην Χαθίντα. Εκείνη, συγκινημένη από την τραγωδία της αντιζήλου της και αηδιασμένη με την συμπεριφορά του συζύγου της, υιοθετεί το παιδί και εγκαταλείπει τον άπιστο και εγωιστή Χουάν.
Τέλος.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

παραλειπόμενα

Είναι μια ταινία που ήθελα να συνδέσω με το μπλογκ αυτό, αλλά για κάποιο λόγο ποτέ δεν κόλλησε σε καμμιά ανάρτηση. Ίσως γιατί κολλάει σε όλες.

Εξαιρετική ταινία, τη συνιστώ ανεπιφύλακτα.

Μια πορνογραφική σχέση (Une liaison pornographique), σενάριο Philippe Blasband (Φιλίπ Μπλαμπάν), σκηνοθεσία Frederic Fonteyne (Φρεντερίκ Φοντέν), παίζουν Nathalie Baye (Ναταλί Μπάιγ), Sergi López (Σερζί Λοπέζ γαλλιστί, Σέρχι Λόπεθ ισπανιστί).

Μια γυναίκα βάζει αγγελία στην εφημερίδα ζητώντας παρτεναίρ για την πραγμάτωση μιας σεξουαλικής φαντασίωσης που δεν κατονομάζεται. Ένας άντρας ανταποκρίνεται και ξεκινούν μια σχέση καθαρά σεξουαλική, χωρίς ονόματα, χωρίς υποχρεώσεις. Ερωτεύονται ο ένας τον άλλον ανεπαίσθητα. Όταν εκείνος θέλει να προχωρήσει σε μια σχέση ανοιχτή, "φυσιολογική", εκείνη διστάζει και τελικά υπαναχωρεί. Στον εαυτό της λέει ότι εκείνος κατά βάθος δεν θα ήθελε: ήταν μικρότερός της, αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα θα κουραζόταν, θα ήθελε οικογένεια, παιδιά.

Γλυκόπικρη γεύση, τέλος χωρίς τέλος, μα μήπως η ζωή έχει ποτέ τέλος;


Une liaison pornographique

(Δεν μπόρεσα να βρω κάποιο trailer με ελληνικούς υπότιτλους, το αγγλόφωνο trailer μου φάνηκε πολύ αμερικανιά, ξεσκονίστε λοιπόν τα γαλλικά του σχολείου και χαλαρώστε).

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

κατακλείδα

.

Η ιστορία μου έφτασε στο τέλος της. Το ιστολόγιο αυτό εκπλήρωσε το σκοπό του.

Πολλά λόγια για να διηγηθώ κάτι τόσο απλό και κοινότυπο όσο μια ερωτική ιστορία.

Ευχαριστώ όλους εσάς που με συντροφέψατε σε τούτη την πορεία. Όλους εσάς που με διαβάζατε τακτικά, όλους εσάς που με διαβάσατε έστω και μία φορά. Χωρίς τη συντροφιά σας δεν θα μπορούσα να είχα συνεχίσει ως το τέλος.

Δεν θέλω να σας αναφέρω ονομαστικά, μην τυχόν ξεχάσω ή αδικήσω κάποιον. Σας ξέρω και με ξέρετε, κι αυτό φτάνει. Αν κάποιος θέλει κάτι να μου πει, μπορεί να το κάνει εδώ στα σχόλια, ή να μου γράψει στην ηλεκτρονική διεύθυνση που πρόσθεσα στο προφίλ μου. Τώρα είμαι εδώ κι ακούω.


Να είστε όλοι καλά.

.





Get Your Own Player!

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

ψυχή απενδυόμενη



Πόσο δύσκολο είναι να ξεγυμνωθείς μπροστά στους άλλους;


Ξεγυμνώνουμε το κορμί μας καθημερινά. Αλλάζουμε ρούχα, κάνουμε μπάνιο, κάνουμε σεξ. Εκθέτουμε το σώμα μας γυμνό, πολλές φορές μπροστά σε αγνώστους, κάποτε ακόμη και μπροστά στον καθρέφτη.


Πόσο εύκολα κάνουμε το ίδιο και με την ψυχή;


Βγάζουμε την ψυχή μας βόλτα, την στολίζουμε για να εντυπωσιάσουμε και για να την προστατέψουμε. Της φοράμε ρούχα, εσώρουχα, κοσμήματα, κορσέδες. Την περιφέρουμε και την επιδεικνύουμε μεταμφιεσμένη, σαν γκέισα ή σαν άρμα του καρνάβαλου.


Κάποτε όμως θέλει κι εκείνη να ξεγυμνωθεί, να πετάξει τα ενδύματα των ρόλων, κι ελεύθερη να τεντωθεί, να χορέψει, να νιώσει πάνω της το καλοκαιρινό αεράκι. Κάποτε θέλει να εκτεθεί σε μάτια άλλων χωρίς φόβο και χωρίς πάθος.


Όμως και τότε ακόμη, πάντα κρατά ένα κομμάτι της κρυφό.


. . .

Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

απολογισμός

.

Ήρθε η ώρα του απολογισμού.

Αμύθητα κέρδη, ανυπολόγιστες ζημίες. Ισολογισμός αρνητικός. Λάθος επένδυση. Μηδέν εις το πηλίκον.

Μόνη ξεκίνησα, μόνη κατέληξα.

Μα πώς κατάφερα να είμαι τώρα περισσότερο μόνη παρά πρώτα;

.



Μόνος ήσουν πάντα

Λευτέρης Παπαδόπουλος-Τάσος Καρακατσάνης
τραγουδά η Χαρούλα Αλεξίου

Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
σαν κρυφή πηγή.

Μόνος είσαι πάλι
στ' άδειο προσκεφάλι
μοναχός στη ζωή.

Γείρε και κοιμήσου
όσο κι αν πονείς.
Χάνεσαι, σκορπιέσαι
μα για σένα κανείς.

Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
σαν κρυφή, σαν κρυφή πηγή.

Χάραξε κι ακόμα
τριγυρνάς στο στρώμα
για να ξεχαστείς.

Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
μόνος όπως κι εμείς.

Γείρε και κοιμήσου
όσο κι αν πονείς.
Χάνεσαι, σκορπιέσαι
μα για σένα κανείς.

Μόνος ήσουν πάντα
σαν κρυφή μπαλάντα
μόνος, μόνος όπως κι εμείς.


.

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

νικητές και ηττημένοι

.

Νόμιζα πως ο έρωτας ήταν ένα παιχνίδι που παίζουν δύο άνθρωποι μαζί. Ένα παιχνίδι που διασκεδάζουνε μαζί, ένα παιχνίδι που η νίκη του ενός είναι και νίκη του άλλου.

Τόσο αφελής ήμουν.

Δεν φανταζόμουν πως είναι το πιο σκληρό και ανταγωνιστικό παιχνίδι που υπάρχει.

Άκουγα εκείνες τις ατάκες, πως ο έρωτας είναι σαν τον πόλεμο, και δεν τις καταλάβαινα. Νόμιζα πως για να κερδίσεις πρέπει να δοθείς ολόψυχα, να παραδοθείς άνευ όρων.

Τέτοια ασχετοσύνη.

Άνοιξα όλα τα χαρτιά μου και στα έδειξα. Έπαιξα όλους μου τους άσσους στον πρώτο γύρο. Ποντάρισα όλες μου τις μάρκες, νομίζοντας πως έκανες κι εσύ το ίδιο.

Τέτοιος μαλάκας είμαι.

Για να βρεθώ στο τέλος όχι απλώς χαμένη, αλλά μαδημένη.

Κι εσύ, ο κερδισμένος, τα παίρνεις όλα.

Δε λέω, ήξερα πως γίνονται και τέτοια. Αλλά νόμιζα πως συμβαίνουν μόνο στους άλλους. Νόμιζα πως στον αληθινό έρωτα είναι διαφορετικά.

Άκου να δεις τώρα!

Σαράντα χρονών γυναίκα!

Να νομίζω πως ο δικός μας έρωτας είναι αλλιώτικος από τους άλλους!

Αφέλεια και αλαζονεία μαζί!

Να πεις ότι δεν είχα διαβάσει ούτ' ένα φωτορομάντζο, ότι δεν είχα ακούσει ούτ' ένα τραγουδάκι; Είχα, πώς δεν είχα, αλλά νόμιζα ότι αφορούσαν τους άλλους.

Καβάλα στο καλάμι.

Έπαιξα με λάθος κανόνες.

Κι έχασα.

Κι εσύ, ο κερδισμένος, τα πήρες όλα και ζητούσες κι άλλα. Ζητούσες και δεύτερο βραβείο, ζητούσες και άφεση, ζητούσες και δικαίωση. Λες και δεν ήταν αρκετό που κέρδισες.

Η αλαζονεία του νικητή.

...

Δε βαριέσαι, αγόρι μου. Τελικά, στο ίδιο καζάνι βράζουμε όλοι.


Νικητές και ηττημένοι.

.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

φαύλος κύκλος

.

Πρέπει μήπως να πω ότι ακόμα σε ποθώ, ακόμα σε θέλω, ακόμα και τώρα που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν σε θέλω πια;

Υπερβολικά προφανές, έτσι δεν είναι;

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν σε θέλησα ποτέ πραγματικά, ότι οι καθυστερήσεις και οι αμφιβολίες μου κατά βάθος έδειχναν ότι δεν σε είχα αγαπήσει, ότι ήταν μια επιπόλαιη περαστική ιστορία, ένα πυροτέχνημα που θα διαλυόταν αργά ή γρήγορα.

Μαλακίες.

Σε ήθελα πάνω από κάθε τι άλλο, μου άρεσε τρελά να είμαι μαζί σου, να μιλώ, να γελώ, πάνω από όλα αυτό, αγαπούσα τις κουβέντες μας, αγαπούσα την άνεση και την ελευθερία που ένιωθα κοντά σου, την ελευθερία να είμαι εγώ και να νιώθω αγαπημένη.

Αυτό που μου στοίχισε περισσότερο δεν ήταν τόσο η καθαυτό απώλεια, όσο το σπάσιμο της εμπιστοσύνης. Εμπιστεύτηκα τα αισθήματά μου κι έκανα λάθος. Αισθάνομαι πως δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να τα εμπιστευτώ. Κι αυτό είναι το χειρότερο.

Κατά τα άλλα, σε μισώ, σε φθονώ, σε περιφρονώ, και σ' αγαπώ, και σε θέλω, και μου λείπεις, και όλα αυτά είναι αμβλυμένα από την εξάντληση και το μούδιασμα του πόνου.

Ξέρω καλά πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ, δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ, κι αν κάποτε ιδωθούμε θα είμαστε δυο άλλοι.

Ξέρω καλά πως τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία.

Και να που τώρα που έφτασα στο τέλος, μοιάζει να μην έχω κουνήσει ούτ' ένα βήμα απ' την αρχή.

.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

ανατροπή

.

Ανεβαίνω την Κηφισίας με το παπί. Πιάνω αριστερή, σε λίγο θα στρίψω. Κόβω ταχύτητα, πλησιάζω στο φανάρι. Μια πόρτα ανοίγει ξαφνικά μπροστά μου. Τα χέρια μου εκτελούν τον ελιγμό πριν ο εγκέφαλός μου προλάβει να συνηδειτοποιήσει τι συμβαίνει. Περνάω, μα η άκρη του καθρέφτη αγγίζει την πόρτα. Μια ελάχιστη επαφή. Αρκετή για να χάσω την ισορροπία μου.

Την άλλη στιγμή βρίσκομαι στη άσφαλτο, καυτή και σκληρή. Τρίξιμο λαμαρίνας, καμμένο λάστιχο κι ένας απίστευτος πόνος μου διαπερνά το σώμα. Παγιδευμένη ανάμεσα στη μηχανή και το οδόστρωμα.

Μια πελώρια μαύρη ρόδα στριγγλίζει μπροστά στα μάτια μου. Μετρώ μέσα μου ένα, δύο, τρία.
Σταματά μια πιθαμή από το πρόσωπό μου.

Ξαφνικά με τριγυρίζουν πολλοί άνθρωποι, φωνές, χέρια που σηκώνουν τη μηχανή, με τραβάνε.
- Μη, το πόδι μου, μη.
Όλο μου το σώμα είναι ξεγδαρμένο, διαλυμένο, νιώθω σαν να με έχουν κοπανήσει με το γουδοχέρι. Κάποιος μου βγάζει το κράνος. Ήταν το πρώτο που έσκασε στην άσφαλτο. Πάει για πέταμα τώρα, δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς το είχα χρόνια, καλά που δεν είχε λήξει.


Το ασθενοφόρο φτάνει με ταχύτητα κινηματογραφική. Το νοσοκομείο είναι σχεδόν δίπλα. Ακτινογραφίες, εξετάσεις, ράμματα. Ευτυχώς δεν έσπασα τίποτα. Ένα τεράστιο αιμάτωμα σχηματίζεται στο δεξί μου μπούτι. Ο παράμεσος του αριστερού χεριού έχει σκιστεί στα δύο σαν σαρδέλλα. Κατά τα άλλα, μώλωπες και εκδορές, πάει να πει ψιλοπράγματα, μόνο που καίνε κολασμένα.


Τύχη βουνό, λένε όλοι. Πράγματι. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω πάλι τη ρόδα του φορτηγού.

Τι σκέφτομαι;


Τίποτα.


Η ζωή μου δεν πέρασε από τα μάτια μου σαν ταινία σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ίσως επειδή δεν ήτανε η ώρα μου. Περνάει όμως τώρα, όλη, αργά, σαν απογευματινό σήριαλ.

Σκέφτομαι το παιδί μου, τον άντρα μου, τη μάνα μου, την οικογένειά μου. Σκέφτομαι τα χαμένα όνειρα, το παρελθόν, το μέλλον. Το μέλλον που παραλίγο να μην υπήρχε. Δεν σκέφτομαι πια όσα έχασα, μα όσα έχω. Δεν κάνω σχέδια πια, δεν κάνω όνειρα.

Ζω το σήμερα.

Το χτες υπάρχει μόνο μέσα στη μνήμη.
Το αύριο μόνο μέσα στη φαντασία. Εξάλλου, ίσως και να μην έρθει ποτέ.

Τέλος του παραμυθιού, καλημέρα σας.

.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

γεράματα

.

Έχω ακούσει ότι στους γέρους τα συναισθήματα αμβλύνονται.

Μάλλον γερνάω.

.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

τι τα θες

.

Άκουσα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ένα τραγούδι της Γκλόρια Εστέφαν:

"ας ξεχάσουμε το παρελθόν, η ζωή είναι σύντομη..."

Σκέφτηκα τον άντρα μου. Σκέφτηκα μόλις γυρίσω στο σπίτι να βάλω το τραγούδι να παίζει και να τον πάρω να χορέψουμε. Να τον σφίξω πάνω μου και να ξεχάσουμε όσα μας πλήγωσαν. Να ξαναβρούμε τη χαμένη ζεστασιά μας.

Λουλούδια και πουλάκια στην οθόνη.


The end.


Όταν γύρισα σπίτι, έβαλα το τραγούδι να παίζει. Ο άντρας μου ήταν κακόκεφος, ούτε που το πρόσεξε. Η αλήθεια ήταν πως κι εγώ δεν είχα πολλή όρεξη να τον τραβολογάω. Κοντά είκοσι χρόνια πια μαζί, έχουμε βαρεθεί ο ένας τον άλλον. Άσε πια τις κοιλιές και τις φαλάκρες και τις ρυτίδες.


Είναι και που ποτέ δεν μας αρέσουν τα ίδια μέρη, ποτέ δεν γελάμε με τα ίδια ανέκδοτα, όταν εγώ θέλω να βγω εκείνος θέλει να δει τηλεόραση, όταν εκείνος θέλει να παίξουμε μουσική εγώ θέλω να πάμε εκδρομή, βαριέται τις κουβέντες μου, με πνίγουν οι σιωπές του.

Άλλωστε τα ερωτικά τραγουδάκια με τα μέλια και τη ζάχαρη και τα λοιπά καραγκιοζιλίκια είναι για τους ερωτευμένους πιτσιρικάδες, όχι για τις μεσότριβες νοικοκυρές. Όλα αυτά μου φάνηκαν κάλπικα, αγιοβασιλιάτικα, φτηνά κόλπα πανηγυριάτικα.


Τι τα θες αυτά κούκλα μου, δε βαριέσαι...

Πήγα στην κουζίνα να καθαρίσω φασολάκια.


Μέσα το τραγούδι έπαιζε ακόμη.


Get Your Own Player!


Ayer
Gloria Estefan
Ayer encontré la flor que tú me diste, 
imagen del amor que me ofreciste, 
aun guarda fiel el aroma, aquel tierno clavel 
ayer encontré la flor que tú me diste. 
 
Aun guardo aquella carta que me escribiste, 
de un rojo pasional tenia una marca, 
tu firma junto al clavel me puso triste. 
aun guardo aquella carta que me escribiste. 
 
Regresa por favor pues la vida es muy corta, 
salgamos de la duda y del rencor, 
muy bien dice el cantor, lo pasado no importa 
de todo nuestro orgullo es lo peor. 
 
Renovemos la pasión pues la vida es muy corta, 
llenemos de calor el corazón. 
 
Aroma de perdón añora nuestro ser, 
perfume de ilusión de un nuevo amanecer, 
frescor de primavera por toda eternidad 
aroma de perdón añora nuestro ser. 
 
Regresa por favor pues la vida es muy corta, 
salgamos de la duda y del rencor, 
muy bien dice el cantor, lo pasado no importa 
de todo nuestro orgullo es lo peor. 
 
Renovemos la pasión pues la vida es muy corta, 
llenemos de calor el corazón. 
 
Ayer encontré la flor que tú me diste, 
imagen del amor que me ofreciste, 
aun guarda fiel el aroma, aquel tierno clavel 
ayer encontré la flor que tú me diste. 
 
¡Levántense y gocen que la vida es corta! 
¡Alégrense por fin que lo demás no importa! 
Oigan bien sin temor lo que enseña la vida señores 
¡No te busques otra herida con el mismo error! 
¡Oigan bien! 
¡Levántense y gocen que la vida es corta! 
¡Alégrense por fin que lo demás no importa! 
 
Tiren ya todas las penas y busquen la vida buena 
con cariño y armonía como el agua y la arena, 
¡Qué bueno! 
¡Levántense y gocen que la vida es corta! 
 
¡Alégrense por fin que lo demás no importa! 
anímense, sacúdanse, acérquense sin problema, familia 
ya los cueros te llaman, te llaman. 
¡Levántense y gocen que la vida es corta!
¡Alégrense por fin que lo demás no importa! 



Χθες
Γλόρια Εστέφαν

Χθες βρήκα το λουλούδι που μου χάρισες
εικόνα της αγάπης φυλαγμένη
σκορπά ακόμα τριγύρω του γλυκιά ευωδιά 
χθες βρήκα το λουλούδι που μου χάρισες.
 
Χθες βρήκα ένα γράμμα που είχες γράψει
με κόκκινο του πάθους σφραγισμένο
τα λόγια σου ηχούν ακόμα τρυφερά
χθες βρήκα ένα γράμμα που είχες γράψει.
 
Γύρνα σε παρακαλώ, η ζωή είναι μικρή
μακριά ας σκορπίσει φόβος και θυμός
και όλα τα παλιά σβήσ’ τα μονοκοντυλιά
το πείσμα ας διαλύσουν τα φιλιά.
 
Αγάπα με ξανά, η ζωή είναι μικρή
ας γεμίσει η καρδιά με ζεστασιά.
 
Συγγνώμη λαχταράνε οι ψυχές μας
τη λάμψη μιας καινούριας χαραυγής
τη δροσερή φρεσκάδα νέας άνοιξης
συγγνώμη λαχταράνε οι ψυχές μας.
 
Χθες βρήκα το λουλούδι που μου χάρισες 
εικόνα της αγάπης φυλαγμένη
σκορπά ακόμα τριγύρω του γλυκιά ευωδιά 
χθες βρήκα το λουλούδι που μου χάρισες.
 
Σηκωθείτε και γλεντήστε, η ζωή είναι μικρή!
Χαρείτε τη ζωή, τίποτε άλλο δεν μετρά!
Ακούστε καλά τι σας μαθαίνει η ζωή,
μην σκαλίζετε πληγές παλιές και λάθη!
Ακούστε καλά!
 
Διώξτε όλους τους καημούς και χαρείτε τη ζωή
Με αγάπη και στοργή 
Τι χαρά!
 
Σηκωθείτε και γλεντήστε, η ζωή είναι μικρή!
Χαρείτε τη ζωή, τίποτε άλλο δεν μετρά!
Κέφι, χαρά, χορός, αγκαλιά όλοι μαζί,
τα όργανα φωνάζουν δυνατά.
Σηκωθείτε και γλεντήστε, η ζωή είναι μικρή!
Χαρείτε τη ζωή, τίποτε άλλο δεν μετρά!

.

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

υποκατάστατα

.

Όταν απέκτησα τη σκύλα μου, εδώ και οκτώ χρόνια, πήγαινα μαζί της μεγάλες βόλτες σε ένα δασάκι κοντά στο σπίτι μας. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι σε φυσική κατάσταση. Σε μερικά σημεία υπάρχουν ερειπωμένα παλιά κτίρια.

Το μεγαλύτερο μέρος καλύπτεται από ψηλά πεύκα και το υπόλοιπο από πουρνάρια και σκίνα. Ένα πλέγμα μονοπατιών απλώνεται στο δάσος ανάμεσα από τους φαρδείς χωματόδρομους. Υπάρχουν σημεία όπου μπορεί κανείς να χωθεί ανάμεσα στη βλάστηση και να χάσει κάθε επαφή με τον πολιτισμό.

Εκεί βρίσκεσαι μόνος με τη φύση.

Στις βόλτες μου συναντούσα ανθρώπους να κάνουν jogging, ποδήλατο, περίπατο, να βγάζουν βόλτα τον σκύλο τους. Με κάποιους έπιανα κουβέντα, ιδίως όταν τα σκυλιά έπαιζαν μαζί. Μετά από λίγες μέρες ανταλάσσαμε χαμόγελα καλοσωρίσματος, μετά από λίγες εβδομάδες ήμασταν φίλοι.

Σε μια τέτοια κουβέντα με μια φίλη είπα ότι το δάσος αυτό ήταν όμορφο, αλλά δεν ήταν παρά ένα υποκατάστατο. Εγώ λαχταρούσα ένα μεγάλο δάσος, ένα δάσος αληθινό, απέραντο, άγριο, μακριά από την πόλη, όχι ένα δάσος μικρό που σε μια ώρα το φέρνεις βόλτα ολόκληρο, όχι ένα δάσος τσουρούτικο, με πάρκινγκ δίπλα στη λεωφόρο, με πόρτα και μαντρότοιχο. Η φίλη με άκουσε προσεκτικά και είπε:

- Δεν είναι υποκατάστατο. Είναι το δάσος σου. Εδώ ζεις. Εδώ πηγαίνεις την καθημερινή σου βόλτα. Αυτό το δάσος σε ζει, σε τρεφει, σε στηρίζει. Το άλλο, το μεγάλο που λαχταράς, είναι ένα όνειρο, μια φαντασίωση.


Ομολογώ ότι κλονίστηκα. Από τη μέρα εκείνη άρχισα να βλέπω το δάσος με άλλο μάτι. Είδα ότι ήταν μεγάλο και πυκνό, τόσο ακριβώς μεγάλο και πυκνό όσο χρειαζόμουν. Είδα ότι ήταν αγνό και καθαρό και φροντισμένο. Είδα ότι ήταν δροσερό και φιλόξενο, σκιερό όταν ήθελα σκιά, ηλιόλουστο όταν ποθούσα φως. Είδα ότι ήταν εκεί, κοντά μου, παρόν, όταν το χρειαζόμουν. Αγάπησα το δάσος μου. Έμαθα να το βλέπω και να το εκτιμώ όπως ήταν. Έμαθα να το αγκαλιάζω με ευγνωμοσύνη, όπως με αγκάλιαζε κι εκείνο.

...

Τις προάλλες κοίταζα τον άντρα μου.

Τον άντρα που στάθηκε δίπλα μου δεκαπέντε χρόνια. Τον άντρα που τσακωθήκαμε χίλιες φορές και που φιλιώσαμε άλλες τόσες. Τον άντρα που κάναμε έρωτα εκατοντάδες φορές με δεκάδες τρόπους: με πάθος, με θυμό, με θλίψη, με πλήξη, με αγάπη, με στοργή, με απογοήτευση.

Γέννησα το παιδί μου καθισμένη πάνω στα γόνατά του.

Θυμήθηκα τα αδέξια δώρα του, το ζεστό φαγητό τις κρύες νύχτες, τα ερωτικά γράμματα χωμένα στο συρτάρι. Μαζί πέσαμε άπειρες φορές και σηκωθήκαμε ξανά.

Ο άντρας που λατρεύω να μισώ.

Ο άντρας που ζει δίπλα μου βουβά ενόσω εγώ ονειρεύομαι άλλους άντρες.

Ο άντρας μου.


...


Όχι, δεν είναι υποκατάστατο.


Είναι η ζωή μου.

Όλα τα άλλα είναι ένα όνειρο.

...


Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει ενόσω είμαστε απασχολημένοι κάνοντας άλλα σχέδια.

Τζων Λέννον

.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2009

στροφή

.

Εκείνη τη μέρα πάλι ξύπνησα κλαίγοντας.

Πλύθηκα, συνήλθα λίγο, έφαγα πρωινό. Φίλησα την κόρη μου που έφευγε για το σχολείο. Ύστερα γύρισα στο κρεβάτι και συνέχισα να κλαίω.

Ο άντρας μου ήρθε δίπλα μου. Αιφνιδιάστηκα. Πάει πολύς καιρός που δεν μιλάμε πια. Κάθησε στην άλλη άκρη του κρεβατιού, με την πλάτη στραμμένη προς τα μένα.

- Ξέρω πως δεν είσαι ευτυχισμένη μαζί μου. Έχω καταλάβει πως δεν με αγαπάς. Δεν ήθελα να το πιστέψω, αλλά είναι φανερό πια. Θέλω να ξέρεις ότι το ξέρω. Δεν σκοπεύω να φύγω, θέλω να είμαι δίπλα στο παιδί μου. Αλλά θέλω να ξέρεις πώς αισθάνομαι.

Πνίγω το πρόσωπό μου στα χέρια μου.

- Θέλω να είσαι καλά, δεν θέλω να σε πληγώσω, θέλω να είσαι καλά...

- Είμαι καλά. Όσο καλά γίνεται τέλος πάντων. Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε αυτό, πιστεύω πως θα είμαι καλύτερα.

Θέλω να πω κάτι, μα η φωνή μου δεν βγαίνει.

Σηκώνεται και φεύγει απ' το δωμάτιο.

Μένω μόνη.

...

Κοιτάζω μέσα μου.

Πόσοι μήνες πέρασαν;

Πέντε, έξι, επτά, οκτώ;

Απούσα. Τόσον καιρό ήμουν απούσα. Γύρω μου η ζωή συνεχίζεται, η πραγματική ζωή, κι εγώ χαμένη σε παράλληλους κόσμους. Πόσους μήνες χάνω τη ζωή μου;

...

Βράδυ.

Σβήνω το φως.

Για πρώτη φορά εδώ και μήνες, γυρίζω και αγκαλιάζω τον άντρα μου. Βρίσκω τη γνώριμη ζεστασιά του παρήγορη. Νιώθω την καρδιά μου να κλαίει, τα δάκρυα με ζεσταίνουν. Αφήνομαι να βυθιστώ στον ύπνο, έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο, χωρίς όνειρα.

...

Πρωί.

Το σώμα μου τον αποζητάει. Χαϊδεύω τη μέση του, την πλάτη, την κοιλιά, τα πόδια. Αφήνεται. Με τα μάτια κλειστά, σαν κοιμισμένος. Όπως έκανα εγώ τόσες φορές.

Αυτή τη φορά είμαι εγώ που θέλω να προσφέρω.

Για κείνον, όχι για μένα.

...

Έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε.

Είμαι χαρούμενη.

Ζω.

.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

spring cleaning

.

Ήρθε η άνοιξη.

Καιρός για ξεκαθάρισμα.

Να βγάλουμε τα καλοκαιρινά, να μαζέψουμε τα μάλλινα στη ναφθαλίνη.

Ανοίγω το κάτω συρτάρι της ντουλάπας μου, εκείνο με τα μαντίλια. Στο βάθος μια σακούλα χωμένη, ανέγγιχτη για μήνες. Το σουτιέν και το κυλοτάκι που μου χάρισες, ο κορσές με τις ζαρτιέρες που αγόρασα για χάρη σου, η μεταξωτή ρόμπα, το δαντελένιο κόκκινο κορμάκι. Σε μιαν άλλη σακούλα, το μπατίκ καλοκαιρινό φόρεμα που μου πήρες στην εκδρομή μας και που δεν πρόλαβα να βάλω ούτε μια φορά.

Μπαίνω στο μπάνιο. Σε μια γωνιά ένα μπουκάλι από σαμπουάν δύο σε ένα, προϊόν από προσφορά συγκευασίας, λέει η ετικέτα. Μ' αυτό λουζόσουν. Μάζεψα το άδειο μπουκάλι όταν το πέταξες και το φύλαξα ευλαβικά σαν ιερό κειμήλιο.

Ξεπλένω το μπουκάλι και το βάζω στην ανακύκλωση.

Παίρνω τη σακούλα με τα εσώρουχα και την αφήνω στο πεζοδρόμιο.

Το φόρεμα θα το στείλω σε μια ξαδέλφη που μένει εξωτερικό, δεν βλεπόμαστε ποτέ. Έχει γενέθλια τον άλλο μήνα. Θα χαρεί που την θυμήθηκα.

Βγάζω τα ρούχα έξω, να αεριστούν.

Πολλή κλεισούρα.

.

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2009

το παράθυρο

.

Ανάπηρη.

Ακρωτηριασμένη.

Λείπει ένα κομμάτι, το κομμάτι που σου είχα δώσει, το πήρες μαζί σου φεύγοντας και δεν επέστρεψε ποτέ.

Έχω μια μεγάλη τρύπα καταμεσίς στο σώμα μου, μια τρύπα διαμπερή. Όλα τα ζωτικά όργανα έχουν αφαιρεθεί. Συνεχίζω να ζω, δεν ξέρω πώς. Μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς χέρι, χωρίς πόδι, χωρίς μάτια, χωρίς γλώσσα, πώς όμως μπορεί να ζήσει χωρίς σπλάχνα;

Και όμως ζω.

Η τρύπα είναι εκεί.

Δεν πονάω πια, η πληγή έχει κλείσει, μόνο κάτι σαν τράβηγμα όταν αλλάζει ο καιρός.

Μέσα από την τρύπα βλέπεις πίσω μου, χωράφια, λιβάδια, τοπία.

Τώρα την φτιάχνω λιγάκι, την μερεμετίζω να μην χτυπάει τόσο άσχημα, μια τρύπα καταμεσίς στο σώμα.

Έβαλα ξύλινο κούφωμα και παραθυρόφυλλα, θα κρεμάσω και κουρτίνες, ένα απαλό γαλάζιο με ψιλά λουλουδάκια θα είναι ό,τι πρέπει.

Τέλος πάντων, μπορεί να είμαι ανάπηρη, αλλά έχω και την κοκεταρία μου.

.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

διχασμός

.

Δυο γυναίκες κατοικούν εντός μου.

Η μία είναι νέα, ίσαμε είκοσι χρονώ. Ψηλή, μελαχρινή, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Την πρωτοείδα χρόνια πριν. Ξυπόλητη, ρούχα κουρέλια, χέρια και πόδια γεμάτα γραντζουνιές. Ένα σκισμένο τζην κι ένα μακώ μπλουζάκι.

Δεν μιλούσε. Ποτέ της δεν μίλησε. Μόνο με κοίταζε με βλέμμα καυτό, σκοτεινό, πληγωμένο. Μου προκαλούσε τρόμο και συμπόνια, σαν λαβωμένος λύκος.

Θέλησα να την φροντίσω, να την αγκαλιάσω, να της πλύνω τις πληγές. Δεν μ' άφησε. Μονάχα μια φορά, στα όνειρά μου, την είδα λουσμένη, μ' ένα μπουρνούζι, να στάζει νερά. Αμίλητη πάντα.

Την λέω η Μελαχρινή.

Η άλλη είναι μεσόκοπη, πάντα ήταν. Μικροκαμωμένη, γκρίζα, με φούστα γεροντίστικη και καλοκουμπωμένο κολλαριστό πουκάμισο. Μαλλιά ξεπλυμένα ξανθά, άχρωμα, βλέμμα σβηστό.

Από την πρώτη μου στιγμή την αντιπάθησα. Τίποτε πάνω της δεν ξεχ ωρίζει, τίποτε δεν τραβά την προσοχή, δεν έλκει ούτε απωθεί. Αδιάφορη, απαρατήρητη, ζει τη μικρή ζωή της ανενόχλητη.

Ξέρω πως είναι κομμάτι μου, για τούτο προσπαθώ καμμιά φορά να της μιλήσω, μα δεν έχω τι να της πω. Θέλησα να την ξεφορτωθώ, μα γλιστρά σαν χέλι, δεν πιάνεται από πουθενά. Είναι πάντα εκεί, ήσυχη, βουβή.

Την λέω η Σταχτιά.

Τις προάλλες ξανάδα τη Μελαχρινή. Είχα χρόνια να την δω. Έπλεε στο νερό της μπανιέρας γυμνή με τα μάτια ορθάνοιχτα. Οι πληγές δεν αιμορραγούσαν πια. Δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια μέρα από τότε που την πρωτοείδα.

Δεν άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω.

Δεν ξέρω αν θα την ξαναδώ.

.

Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

κληρονομιά

.

Ο πατέρας μου φοβόταν τα γερατειά.

Δεν φοβόταν τον θάνατο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Δεν άντεχε όμως με τίποτα την σκέψη της αργής κατάρρευσης σώματος και πνεύματος.

Είχε φυλαγμένο στο ντουλάπι μιας παλιάς βιβλιοθήκης δύο φιαλίδιο από καφέ γυαλί, με γυάλινο πώμα κλεισμένο με βουλοκέρι, και την επιγραφή acid hydrocyanic. Δεν ξέρω από πού τα είχε βρει. Χημικός το επάγγελμα, ίσως τα είχε κρατήσει από κάποιο εργαστήριο, ίσως από το πανεπιστήμιο ακόμη, μπορεί και πριν την κατοχή.

Είχε ακόμη κι ένα κουτί με φύσιγγες μορφίνης.

Εκτός από τα γερατειά, φοβόταν και τον πόνο. Είχε περάσει πολύ πόνο στη ζωή του, κι είχε μια αναπηρία που πήγαινε αγκαλιά με αδιάκοπο πόνο. Ποτέ του δεν βαρυγγόμησε, αλλά τον τρόμαζε η σκέψη ότι κάποια μέρα ίσως ο πόνος νικούσε την αξιοπρέπεια.

Τελικά άντεξε τον πόνο, άντεξε και τα γερατειά, πέθανε ήσυχα, από φυσικό θάνατο, σε προχωρημένη ηλικία, στα χέρια των παιδιών του.

Όταν πέθανε πήρα τα φιαλίδια και το κουτί και τα φύλαξα στο βάθος της ντουλάπας μου.

Μια νύχτα αγρύπνιας έβγαλα τα φιαλίδια από τη ντουλάπα και βγήκα στο μπαλκόνι. Παιδεύτηκα ώρες με το πώμα, στάθηκε αδύνατον να το αφαιρέσω. Είχε κολλήσει με τα χρόνια και το κερί.

Με το χάραμα τα ξανάβαλα στο βάθος της ντουλάπας μου.

Μένουν εκεί, έξοδος κινδύνου, οδός διαφυγής, δικλείδα ασφαλείας.

Όπως και να το κάνουμε, είναι μια παρηγοριά.

.






.

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

σαμψών αυτόχειρ

.

Είμαι εξαντλημένη.

Αργά το βράδυ, είναι ώρα να βάλω την μικρή για ύπνο, πάμε μαζί στο μπάνιο. Πλένει τα δόντια της, προσπαθώ να χτενίσω τα μαλλιά μου. Τα μακριά μαλλιά μου. Τα μακριά ως τη μέση μαλλιά μου. Τα μαλλιά που αγαπούσες. Τα μαλλιά που χάιδευες.

Γεμάτα κόμπους.

Η βούρτσα σκοντάφτει.

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές.

Κάτι σαν κύμα οργής και απελπισίας.

Πιάνω το ψαλίδι από το ντουλαπάκι του μπάνιου.

- Τι κάνεις μαμά;

- Κόβω τα μαλλιά μου.

Πέντε, δέκα ψαλιδιές. Αυτό ήτανε.

Ούτε μακριά τώρα, ούτε κοντά. Κάπου στη μέση, πάνω απ' τους ώμους, κάτω απ' τα αυτιά. Μεσαία, μέτρια, κοινότυπα. Μαλλιά συνηθισμένα.

Κουνάω το κεφάλι δεξιά-αριστερά.

Νιώθω ακόμη αδύναμη.

Αλλά ανάλαφρη.

.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

ελευθερία

.

Αγαπούσα την ελευθερία μας.

Ελευθερία για μένα σήμαινε να επιλέγω κάθε φορά να είμαι μαζί σου, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλω. Ελευθερία σήμαινε να είσαι κοντά μου όχι δεμένος από μια υπόσχεση, αλλά επειδή το λαχταρούσες. Ελευθερία σήμαινε να φεύγουμε και να γυρίζουμε, να μπορούμε να διαθέτουμε το κορμί και την καρδιά μας όπως θέλαμε. Ελευθερία σήμαινε να είσαι μαζί μου επειδή ήμουν η καλύτερη επιλογή για σένα, όχι επειδή δεν είχες άλλες επιλογές.

Η απόσταση μας εμπόδιζε να βρισκόμασταν όσο συχνά θα θέλαμε. Σε συναντούσα όμως κάθε μέρα μέσα στα γράμματά σου. Μου έγραφες για μια κοπέλα που γνώρισες στη δουλειά, για μια φίλη που πίνατε καφέ και κουβεντιάζατε, για μια συνάδελφο που πήγατε εκδρομή μαζί. Σου έγραφα για τους άντρες που με κοίταζαν, για τις κοπέλες που με μαγνήτιζαν, για τις κοντές φούστες και τις εφαρμοστές μπλούζες, για ένα παθιάρικο χορό με ένα αγόρι που είχε τα μισά μου χρόνια.

Μοιραζόμασταν τα πάντα, κάθε στιγμή της ζωής μας. Ήμουν μαζί σου όταν αγκάλιαζες άλλες γυναίκες, και ήσουν μαζί μου όταν φλέρταρα με άλλους άντρες. Πράμα παράξενο, τώρα που είμαι μόνη, καθόλου δεν θέλω να φλερτάρω, δεν θέλω να δω ούτε άντρα ούτε γυναίκα, ούτε για δείγμα. Όταν ήμουν μαζί σου, θαρρείς και ο ερωτισμός ξεχείλιζε, περίσσευε, ένιωθα τόσο γεμάτη από αισθησιασμό ώστε ήθελα να τον σκορπίσω παντού γύρω, ήθελα να γοητεύσω το σύμπαν με τον καινούριο θηλυκό εαυτό μου.

Μοιραζόμασταν τα πάντα. Τις ιδιοτροπίες, τις αποκλίσεις, τις φαντασιώσεις.

Σου μίλησα για τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, μια κοπέλα με γαλάζιο χαμόγελο και κορακάτη χαίτη, με σώμα πλασμένο από λευκό πηλό. Μου μίλησες για τη δική σου χαμένη αγάπη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με λουλουδάτο όνομα και σχιστά μάτια. Σου μίλησα για το φόβο και το μίσος που έτρεφα από μικρή για τους άντρες, κληρονομιά της μάνας μου, ακατανόμαστη απειλή ανάκατη με ακατανόητη έλξη. Απεχθανόμουν τη γυναικεία φύση μου, προσπάθησα να την ακυρώσω, να την τυλίξω μέσα σε γύψο και επιδέσμους και να της δώσω σχήμα τετράγωνο, αντρικό. Δεν τα κατάφερα, μα ούτε κατάφερα ποτέ να την δεχτώ. Οι άντρες έμοιαζαν να είναι αναγκαίο κακό, μοιραία ευθύνη και έργο καταναγκαστικό. Τους ποθούσα και τους αποστρεφόμουν.

Και μαζί σου για πρώτη φορά αγαπούσα έναν άντρα σαν γυναίκα, και ένιωθα στρογγυλή και μαλακή και δεκτική. Γιατί ήσουν σαν ένα γαλήνιο κύμα που πλημμυρίζει την ακτή. Ενώ όλοι οι άλλοι πάντα φάνταζαν παρείσακτοι, ιππότες πάνοπλοι με τη λόγχη έτοιμη να διαπεράσει τον εχθρό και να κατακτήσει θριαμβευτικά την καρδιά της δέσποινάς τους, εσύ καθόσουν σταυροπόδι ξαρμάτωτος στην πόρτα του κάστρου, με κείνο σου το χαμόγελο, και οι κλειδαριές έλιωναν, οι αμπάρες θρυμματίζονταν, οι βαριές θύρες άνοιγαν διάπλατες από μόνες τους, σπρωγμένες θαρρείς από απαλό αεράκι.

Μαζί σου για πρώτη φορά ένιωσα Γυναίκα, γαμώτο, και τώρα που το γράφω δακρύζω.

Μαζί σου ένιωθα ελεύθερη.

Ελεύθερη να ποθήσω, ελεύθερη να δοθώ.

Σου είπα πόσο λάτρευα τις γυναίκες, πλάσματα αέρινα και καμπυλωτά, καμωμένα από πηλό και ζάχαρη. Πόσο αγαπούσα να εξερευνώ υγρές πτυχές, να γεύομαι τραγανά φρούτα. Πόσο εύκολο μου ήταν να αγαπήσω τις γυναίκες, ίσως επειδή ήμουν κι εγώ η ίδια μια γυναίκα. Ποιος άλλος μπορεί να εισχωρήσει άσφαλτα στο σκοτεινό λαβύρινθο της γυναικείας ψυχής, εκτός από μια γυναίκα; Ποιος άλλος μπορεί να αγγίξει πιο τρυφερά τα φυλλοκάρδια της, φτερά πεταλούδας που διαλύονται αφήνοντας μια πολύχρωμη σκόνη στα δάχτυλα; Ποιος μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα καλύτερα από όσο τη γνωρίζει μια άλλη γυναίκα;

Μαζί σου μπορούσα να μιλώ για όλα αυτά, για άντρες, για γυναίκες, για ηδονή, για έρωτα. Μπορούσα να μοιραστώ πόθους και περιπέτειες, ένιωθα ελεύθερη να τα χαρώ, ξέροντας ότι κι εσύ ήσουν ελεύθερος να κάνεις το ίδιο. Και κάθε φορά που σε συναντούσα, είχα την απερίγραπτη ικανοποίηση να ξέρω ότι γύρισες σε μένα όχι από υποχρέωση, αλλά από λαχτάρα.

Μαζί ήμασταν ελεύθεροι.

Ελεύθεροι να είμαστε μαζί.

Αυτήν την ελευθερία αγάπησα πάνω από κάθε τι άλλο.

Αυτήν την ελευθερία δεν θα την έχανα με τίποτα.

Αυτήν την ελευθερία την κράτησα ως το τέλος.

.