Σάββατο, 6 Ιουνίου 2009

κληρονομιά

.

Ο πατέρας μου φοβόταν τα γερατειά.

Δεν φοβόταν τον θάνατο, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Δεν άντεχε όμως με τίποτα την σκέψη της αργής κατάρρευσης σώματος και πνεύματος.

Είχε φυλαγμένο στο ντουλάπι μιας παλιάς βιβλιοθήκης δύο φιαλίδιο από καφέ γυαλί, με γυάλινο πώμα κλεισμένο με βουλοκέρι, και την επιγραφή acid hydrocyanic. Δεν ξέρω από πού τα είχε βρει. Χημικός το επάγγελμα, ίσως τα είχε κρατήσει από κάποιο εργαστήριο, ίσως από το πανεπιστήμιο ακόμη, μπορεί και πριν την κατοχή.

Είχε ακόμη κι ένα κουτί με φύσιγγες μορφίνης.

Εκτός από τα γερατειά, φοβόταν και τον πόνο. Είχε περάσει πολύ πόνο στη ζωή του, κι είχε μια αναπηρία που πήγαινε αγκαλιά με αδιάκοπο πόνο. Ποτέ του δεν βαρυγγόμησε, αλλά τον τρόμαζε η σκέψη ότι κάποια μέρα ίσως ο πόνος νικούσε την αξιοπρέπεια.

Τελικά άντεξε τον πόνο, άντεξε και τα γερατειά, πέθανε ήσυχα, από φυσικό θάνατο, σε προχωρημένη ηλικία, στα χέρια των παιδιών του.

Όταν πέθανε πήρα τα φιαλίδια και το κουτί και τα φύλαξα στο βάθος της ντουλάπας μου.

Μια νύχτα αγρύπνιας έβγαλα τα φιαλίδια από τη ντουλάπα και βγήκα στο μπαλκόνι. Παιδεύτηκα ώρες με το πώμα, στάθηκε αδύνατον να το αφαιρέσω. Είχε κολλήσει με τα χρόνια και το κερί.

Με το χάραμα τα ξανάβαλα στο βάθος της ντουλάπας μου.

Μένουν εκεί, έξοδος κινδύνου, οδός διαφυγής, δικλείδα ασφαλείας.

Όπως και να το κάνουμε, είναι μια παρηγοριά.

.






.

Δεν υπάρχουν σχόλια: