Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

διχασμός

.

Δυο γυναίκες κατοικούν εντός μου.

Η μία είναι νέα, ίσαμε είκοσι χρονώ. Ψηλή, μελαχρινή, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Την πρωτοείδα χρόνια πριν. Ξυπόλητη, ρούχα κουρέλια, χέρια και πόδια γεμάτα γραντζουνιές. Ένα σκισμένο τζην κι ένα μακώ μπλουζάκι.

Δεν μιλούσε. Ποτέ της δεν μίλησε. Μόνο με κοίταζε με βλέμμα καυτό, σκοτεινό, πληγωμένο. Μου προκαλούσε τρόμο και συμπόνια, σαν λαβωμένος λύκος.

Θέλησα να την φροντίσω, να την αγκαλιάσω, να της πλύνω τις πληγές. Δεν μ' άφησε. Μονάχα μια φορά, στα όνειρά μου, την είδα λουσμένη, μ' ένα μπουρνούζι, να στάζει νερά. Αμίλητη πάντα.

Την λέω η Μελαχρινή.

Η άλλη είναι μεσόκοπη, πάντα ήταν. Μικροκαμωμένη, γκρίζα, με φούστα γεροντίστικη και καλοκουμπωμένο κολλαριστό πουκάμισο. Μαλλιά ξεπλυμένα ξανθά, άχρωμα, βλέμμα σβηστό.

Από την πρώτη μου στιγμή την αντιπάθησα. Τίποτε πάνω της δεν ξεχ ωρίζει, τίποτε δεν τραβά την προσοχή, δεν έλκει ούτε απωθεί. Αδιάφορη, απαρατήρητη, ζει τη μικρή ζωή της ανενόχλητη.

Ξέρω πως είναι κομμάτι μου, για τούτο προσπαθώ καμμιά φορά να της μιλήσω, μα δεν έχω τι να της πω. Θέλησα να την ξεφορτωθώ, μα γλιστρά σαν χέλι, δεν πιάνεται από πουθενά. Είναι πάντα εκεί, ήσυχη, βουβή.

Την λέω η Σταχτιά.

Τις προάλλες ξανάδα τη Μελαχρινή. Είχα χρόνια να την δω. Έπλεε στο νερό της μπανιέρας γυμνή με τα μάτια ορθάνοιχτα. Οι πληγές δεν αιμορραγούσαν πια. Δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια μέρα από τότε που την πρωτοείδα.

Δεν άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω.

Δεν ξέρω αν θα την ξαναδώ.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: