Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

μικρότητες

.

Πάνε κάτι μήνες που ο ένας κοινός μας φίλος ήρθε να σε δει. Του είχα ζητήσει να μου φέρει τα βιβλία που σου είχα δώσει. Πέραν τούτου ουδέν - θέλω να πω, ο φίλος δεν ήξερε τίποτα για την όλη ιστορία, ήξερε μόνο για την παλιά φιλία μας.

Τις προάλλες λοιπόν που βγήκαμε για μπύρες, μου μίλησε για σένα και για κείνη, τελείως ανυποψίαστος. Ανεπηρέαστος όπως ήταν, υπήρξε για μένα η ιδανική πηγή πληροφόρησης. Μου μιλούσε για σένα, τον παλιό μας φίλο, γνωρίζοντας μονάχα τη φιλία μας. Δεν φανταζόταν ότι υπήρχε λόγος να μου κρύψει ή να παραποιήσει τίποτε. Δεν του ζήτησα εγώ να μιλήσει, το έκανε μόνος του.

Ήταν η πρώτη αντικειμενική περιγραφή της που άκουσα. Και ταίριαζε με όσα είχα υποθέσει. Φτηνή, ρηχή, με μια επίφαση κουλτούρας, ένα λούστρο που μόλις και καλύπτει την ένδεια από κάτω του. Αφέντρα, αρχηγός, σε σέρνει από το λουρί - από το ίδιο λουρί που σέρνονται όλοι οι άντρες. Κι εσύ είσαι ευτυχισμένος, ικανοποιημένος να υπακούς και να θαυμάζεις. "Περίμενα κάτι καλύτερο από κείνον", μου είπε ο φίλος μας με ύφος πικραμένο και αηδιασμένο.

Ποτέ μου θαρρώ δεν υπήρξα πιο μικρόψυχη. Χαιρέκακη, ναι, κι εκδικητική, απάντησα όσο μπορούσα πιο ευγενικά και ουδέτερα. Κανέναν δεν κατηγόρησα, κανέναν δεν έθιξα. Θα είχες τους λόγους σου, είπα, ίσως κατά βάθος να ταιριάζατε, σίγουρα κάτι θα είχε να σου δώσει.

Ναι, σίγουρα, ένα ζεστό κώλο καβαντζωμένο μονίμως στο κρεβάτι.

Άγρια χαρά.

Και θλίψη για την κατάντια μου, για τη δική σου κατάντια, για όσα θα μπορούσαμε να ήμασταν, για όσα αφήσαμε να χαθούν.

Για τη μικρότητα, δική σου και δική μου.

.

εντάξει, υπερβάλλω...

Σίγουρα πέρασε καιρός, κύλησε νερό στ' αυλάκι, και λοιπά και λοιπά.
Δεν σε σκέφτομαι πλέον όλη μέρα, αλλά δεν περνά μέρα που να μην σε σκεφτώ, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο.
Δεν σε αγαπώ πια, ούτε σε ποθώ ερωτικά, αλλά σε περιφρονώ ακόμη. Ο πόνος υποχώρησε, αλλά η οργή παρέμεινε.
Προχωρώ με αραιά άλματα. Περνώ μήνες σε μια κατάσταση, τελματωμένη θαρρείς, φαίνεται όμως πως μέσα μου κάτι ζυμώνεται, και ξαφνικά μέσα σε μια μέρα περνώ σε μια νέα κατάσταση.
Δεν υποφέρω πια, μα ούτε και χαίρομαι. Δεν είμαι δυστυχής, μα ούτε κι ευτυχής.
Πριν λίγους μήνες ξαναβρήκα τη χαρά της ζωής, μόνον όμως σε πολύ θεμελιώδες επίπεδο, σε επίπεδο ζωικών απολαύσεων: φαγητό, ζεστασιά, ένας καλός ύπνος. Μην το γελάς, δεν είναι λίγο: τα είχα χάσει όλα, και τώρα πάλι ξανάβρισκα τη γεύση, την αφή, την όσφρηση.
Εκεί έχω μείνει - δεν πάω παρακάτω.
Μου φαίνεται πως πλησιάζει η στιγμή για άλλο ένα άλμα, δεν ξέρω κατά πού, θα δείξει. Ίσως και να είναι η ιδέα μου. Ωστόσο δυο χρόνια είναι πολύς καιρός: κάτι πρέπει να γίνει πια.
Η ζωή μου είναι ήρεμη και τακτική, κι έτσι τη θέλω. Κάθε τόσο κάνω σκέψεις απόδρασης, σκέψεις επανάστασης - μα σύντομα επανέρχομαι στην τάξη: θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία, και μένα τώρα μου λείπουν και τα δυο.
Προχωρώ και μένω στο ίδιο μέρος.
Αλλάζω απαράλλακτη.

Τίποτα δεν έχει αλλάξει, και τίποτα δεν είναι όπως παλιά.