Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2009

παγωμένες βουτιές

.

Ήτανε μαγικές εκείνες οι μέρες.


Πατούσα πάνω σε απαλά σύννεφα, έπλεα διαρκώς μέσα σε μια αχλύ ανείπωτης ευτυχίας. Κάθε πρωί, κάθε βράδυ, κάθε στιγμή ήσουν δίπλα μου. Κάθε στιγμή ένιωθα αγαπημένη, ξεχωριστή, μοναδική. Κάθε στιγμή η ύπαρξή μου ξεδιπλωνόταν σε όλη της την έκταση.


Μοιράστηκα μαζί σου αγαπημένους τόπους, αγαπημένες σκέψεις. Σε πήγα σε μέρη που είχα περπατήσει, που είχα πονέσει, που είχα ερωτευτεί την άμμο και τα κύματα. Σκαρφάλωσα μαζί σου γνώριμα βράχια, βούτηξα σε γνώριμα νερά.



Κάναμε έρωτα στην έρημη παραλία, αργά το πρωί, δεξιά κι αριστερά χιλιόμετρα ολόκληρα φαρδιάς αμμουδιάς, μπροστά μου η θάλασσα, πάνω μου ο ουρανός, μέσα μου εσύ. Με γέλια, με παιχνίδια, με κείνη την αίσθηση του απίστευτου, του εξωπραγματικού, είναι δυνατόν να αξιώθηκα τόση ευτυχία;



Πολλή ώρα, πόση ώρα; Τόση που η πλάτη σου κοκκίνισε και ξεφλούδισε, σε πασαλείβω αντηλιακό και γελάω, πόσα χρόνια είχα να κάνω έρωτα στην παραλία μέρα μεσημέρι; Δεκαπέντε, είκοσι;


Μπαίνεις στα παγωμένα νερά, κάνω να σε ακολουθήσω μα κρυώνω, φωνάζω, διαμαρτύρομαι, πιτσιλάω, τσαλαβουτάω, κάνω χίλιες χαζομάρες και γελάω, θέλω να είμαι ναζιάρα, όπως ποτέ μου δεν ήμουν, σφίγγομαι πάνω σου κάνοντας πως κρυώνω, με γυρίζεις γύρω γύρω στην αγκαλιά σου, αφήνομαι, ξέρεις ότι ξέρω ότι ξέρεις, φιλιόμαστε και γελάμε πάλι, είναι τόσο μεγάλη πολυτέλεια να σε φιλώ και μετά να σε σπρώχνω μακριά και να απομακρύνομαι με λίγες απλωτές για να βγω στον ήλιο, στη ζεστή άμμο.

Όταν έρχεσαι κοντά μου είμαι σκεφτική.

- Σκεφτόμουν κάτι.
- Πες μου.
- Σκεφτόμουν, να, εσένα σου αρέσει το κρύο νερό. Εμένα όχι. Ίσως να θες να μοιραστείς μαζί μου αυτή σου την αγάπη, ίσως να θες να κάνουμε μαζί βουτιές στα κρύα νερά. Στην αρχή ίσως το κάνω, από λαχτάρα να είμαι κοντά σου, μα σύντομα θα κουραστώ. Ίσως το κάνω λίγο ακόμη από επιθυμία να σε ευχαριστήσω, μα κάποια μέρα θα με κουράσει και αυτό. Τότε θα κάνεις μόνος σου βουτιές σε κρύα νερά.
Ίσως να νιώσεις μοναξιά.
Και τότε ίσως τύχει να γνωρίσεις κάποια κοπέλα που να της αρέσουν οι βουτιές στα κρύα νερά. Και ίσως να θελήσεις να βουτήξεις μαζί της. Και ίσως να διαπιστώσεις ότι μαζί της είναι πιο απολαυστικά, γιατί άλλωστε σε κείνην αρέσουν πραγματικά τα κρύα νερά, όχι όπως σε μένα που το έκανα μόνο για χάρη σου.

Και τότε τι θα γίνει;
Θα μπορούσα να αρχίσω πάλι να κάνω παγωμένες βουτιές, για να σου τραβήξω την προσοχή και να σε κρατήσω κοντά μου. Σε τι θα ωφελούσε όμως αυτό; Πόσο θα κρατούσε; Πόσο θα μας ευχαριστούσε; Θα ένιωθα αγωνία μήπως σε χάσω, θα ένιωθα θυμό, ζήλια, ανταγωνισμό. Οι βουτιές μαζί σου δεν θα μου έδιναν πλέον καμμιά απόλαυση. Και πάντοτε μαζί της θα ήτανε πιο απολαυστικά, γιατί εκείνης θα της άρεσαν πραγματικά οι παγωμένες βουτιές, ενώ σε μένα όχι. Αργά ή γρήγορα θα διάλεγες να είσαι μαζί της και όχι μαζί μου.

- Δεν χρειάζεται να μου τα λες αυτά.
- Χρειάζεται. Θέλω να στα πω. Είναι σκέψεις που θέλω να μοιραστώ μαζί σου. Τι θα έκανα λοιπόν; Τι θα κάνω αν κάποτε γνωρίσεις μια κοπέλα που αγαπά τις παγωμένες βουτιές;

Στέκομαι και σε κοιτάζω λίγο. Με παρατηρείς προσεκτικά, περιμένεις. Μια ανάσα, δυο.

- Θα σε αγκαλιάσω σφιχτά, θα σε ευχαριστήσω για όλα όσα ζήσαμε μαζί, και θα σου ευχηθώ καλές βουτιές με το κορίτσι σου στα κρύα νερά.


Με σφίγγεις πάνω σου, το πρόσωπό σου μια ανάσα απ' το δικό μου.

- Τέτοιο κορίτσι, που αφήνει τέτοια ελευθερία, δεν το αφήνω με τίποτα.

Κλείνω τα μάτια και βουλιάζω στο λακάκι του λαιμού σου. Έτσι σε θέλω, ελεύθερο, δικό μου από επιλογή και όχι από υποχρέωση. Κι εγώ δική σου, ελεύθερη.

Δυο ελεύθερα πλάσματα που επιλέγουν κάθε στιγμή να είναι μαζί.

.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

ένα τσαμπί σταφύλια

.

Το πρωί πήγαμε για ψώνια.


Διάλεξα δυο μεγάλα, ζουμερά ροδάκινα κι ένα μικρό πεπόνι. Έχωσες σε μια χαρτοσακούλα ένα μεγάλο τσαμπί κόκκινα σταφύλια. Τα πλύναμε στη βρύση, κοντά στη σκηνή μας.

Κρέμασα την αιώρα ανάμεσα σε δυο μεγάλα πεύκα. Μπροστά, σε αρκετή απόσταση, η θάλασσα. Κάθε τόσο μια συστάδα πεύκων και σκηνούλες διάσπαρτες. Σε αποστάσεις τέτοιες ώστε να μην ενοχλείς και να μην σε ενοχλούνε.



Μου άρεσε ο τρόπος που φορούσες τη γύμνια σου. Με μια φυσικότητα καθημερινή, σαν να μην ήταν και τίποτε σπουδαίο. Τα τελευταία χρόνια ασφυκτιούσα μέσα στις διακοπές κονσέρβα των ενοικιαζόμενων δωματίων και των ξενοδοχείων. Λαχταρούσα να βρεθώ σε μια απόμερη, ανοιχτή παραλία όπου η γύμνια είναι τόσο δεδομένη όσο η αναπνοή.

Τύλιξα γύρω μου το παρεό και άραξα στην αιώρα. Κάθησες δίπλα μου πάνω σε μια ψάθα, με τα πλυμένα σταφύλια σ' ένα πιάτο.


- Θέλεις;
- Μμμ, δε μ' αρέσουν τα σταφύλια με κουκούτσια.
- Αυτό θα σ' αρέσει, δοκίμασε.

Είναι ιδέα μου, ή μήπως το δάχτυλό σου κοντοστάθηκε στα χείλη μου για μια στιγμή παραπάνω;

- Άλλο ένα;

Αυτή τη φορά περιμένεις λίγο πριν μου το δώσεις, αφήνεις το χέρι μετέωρο πάνω από το στήθος μου για ένα δύο δευτερόλεπτα. Τα χείλη μου μισάνοιχτα δέχονται την πρόκληση.


- Είναι γλυκό.

Η επόμενη ρώγα σμίγει με τη δική μου, τη δροσίζει απρόσμενα, καθώς ξυπνά από το λήθαργο του μεσημεριού. Καθώς βάζεις τη ρώγα στο στόμα σου, αναρριγώ.

- Και τραγανό.


Γελάμε. Άλλη μια ρώγα βρίσκει το δρόμο της. Αυτή τη φορά το χέρι σου κοντοστέκεται πάνω από τον αφαλό μου. Σε κοιτάζω. Το βλέμμα σου αιχμαλωτίζει το δικό μου και το κρατά ακίνητο ενώ το χέρι σου οδηγεί τη ρώγα στην υγρή σπηλιά που την περιμένει.

Ανασαίνω βαθιά.



Καθώς γεύεσαι το γλυκό φρούτο, αφήνω τον αέρα να βγει, σε παρακολουθώ, παρακολουθώ την έκφραση του προσώπου σου, τις κινήσεις των χεριών σου. Το σώμα μου χαλαρώνει στην αιώρα, αφήνεται, άλλη μια ρώγα σταφυλιού κατρακυλάει ανάμεσα στα πόδια μου, τυλίγεται με το άρωμά μου, ύστερα τη φέρνεις στα χείλη μου, γεύομαι την αλμύρα μου, κλείνω τα μάτια, όλη μου η ύπαρξη συγκεντρώνεται στη γλώσσα.

Συνεχίζεις να μου προσφέρεις μια μια τις ρώγες, μια για σένα, μια για μένα, ποτισμένες τη γεύση του κορμιού μου. Ο μεσημεριάτικος ήλιος με μαργώνει, ανάμεσα από τις μισόκλειστες βλεφαρίδες οι αντανακλάσεις των κυμάτων χορεύουν στις πευκοβελόνες.


Περιμένω την κάθε ρώγα ακίνητη, με αδημονία, αφήνω το άγγιγμά της να με πλημμυρίσει, η γεύση της μου φέρνει δάκρυα, πνίγω ένα λυγμό καθώς το κύμα φουσκώνει και ξεσπάει.

Σφίξε με στην αγκαλιά σου, κράτα με σφιχτά, έτσι, μη μ' αφήνεις...


Τα χείλη σου είναι σαν γλυκά σταφύλια.


.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2009

Από προχτές δεν μπορώ να γράψω.

Δεν ζω πια μέσα στις αναμνήσεις, όπως πριν. Δεν είναι πια πολύχρωμες, τρισδιάστατες, πανταχού παρούσες, αλλά έχουν γίνει ασπρόμαυρες, χάρτινες, με ξεφτισμένες άκρες.

Κάπως σαν αφίσα παλιάς ελληνικής ταινίας.

Δεν αντέχω πια τις ερωτικές πριγραφές. Όταν πάω να ξαναπαίξω μια σκηνή μέσα στο κεφάλι μου, η εικόνα σκοντάφτει, ο ήχος κολλάει, και μέσα μου αναδεύεται κάτι σαν ναυτία.

Οι λέξεις δεν ρέουν πια αβίαστα από μόνες τους. Τις κυνηγώ με την απόχη, σκαλίζω ανάμεσα σε πέτρες και αγριόχορτα, ανασκαλεύω.

Όσο πλησιάζω στο τέλος της αφήγησης, τόσο αυτό απομακρύνεται, σαν αντικατοπτρισμός. Κι εγώ ασθμαίνοντας το κυνηγώ, διψασμένος ταξιδευτής χαμένος στην έρημο.

Ίσως και να μην φτάσω ποτέ.

Οι χαμένοι ταξιδιώτες δεν φτάνουν πάντοτε στην όαση.

Τα κόκαλα των άτυχων ασπρίζουν στην άμμο της ερήμου.

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

ονειροβασία

.

Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου: ποτέ ξανά.


Ποτέ ξανά δεν θα πω ψέματα, ποτέ ξανά δεν θα τεντωθώ σαν ελατήριο, την επόμενη φορά που θα σε δω θα είμαι ελεύθερη.

Ονειρευόμασταν μια εκδρομή οι δυο μας, μια ολόκληρη εβδομάδα με τη σκηνούλα, μόνοι, ελεύθεροι. Είχαμε κάνει σχέδια, πρόγραμμα, όνειρα.

Και οι μέρες πλησίαζαν, και δεν ήμουν ελεύθερη.

Ανόητη, αδύναμη, άχρηστη, ανίκανη να πάρεις μια απόφαση και να την πραγματοποιήσεις, ανίκανη να πάρεις την ευθύνη της επιθυμίας σου!

Και οι μέρες πλησίαζαν, και ήμουν ακόμη αιχμάλωτη.

Δυο μέρες πριν, σε πήρα τηλέφωνο, κλαίγοντας, σπαράζοντας, δεν ήθελα να το κάνω, όχι έτσι, όχι πάλι έτσι, όχι άλλα ψέματα, αν είναι να σε δω να σε δω ελεύθερη, αλλιώς ας μη σε δω καθόλου.

Μια μέρα πριν, σε πήρα τηλέφωνο με χτυποκάρδι, δεν άντεχα να σε στερηθώ, μου ήταν αδύνατον, από τα δύο δεινά αυτό ήταν το μικρότερο, στο διάβολο η συνέπεια, η ειλικρίνεια, η εντιμότητα, στο διάβολο όλα, φτάνει να σε αγκαλιάσω πάλι.

Έδωσα αναβολή στον εαυτό μου.

Θα ξεκινούσαμε δευτέρα πρωί. Την κυριακή το βράδυ βγήκαμε οι δυο μας. Πήγαμε για ποτό και για χορό. Ήταν η πρώτη φορά που βγαίναμε βράδυ οι δυο μας.

Πόσο διαφορετικά είναι όλα όταν συντροφεύεσαι! Πόσο πιο έντονα τα χρώματα, πόσο πιο γλυκιές οι μελωδίες, πόσο πιο δυνατές οι γεύσεις!

Ήταν όμορφα να είμαι μαζί σου, να μπορώ να πω κάθε μου σκέψη, να μπορώ να ακούσω κάθε δική σου. Και ήταν πιο όμορφα επειδή ήξερα πως την άλλη μέρα θα ταξιδεύαμε μαζί.

Ξεκίνησα με το σακίδιο στην πλάτη, μ' ένα τζην παντελόνι κι ένα τριμμένο πάνινο καπέλο. Ανάλαφρη όπως πριν είκοσι χρόνια. Πήρα το τραίνο και κατέβηκα στο σταθμό που με περίμενες.

Φορτώσαμε τα πράματα στο πορτ μπαγκάζ, πήραμε καφέδες, έβαλες μπροστά τη μηχανή. Αυτοκινητάδα, μουσικούλα, και στο τιμόνι ένας άντρας που αγαπώ. Ποιος είπε ότι αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια;

Οδηγώ από δεκαοχτώ χρονών. Λατρεύω το τιμόνι, τους ήσυχους επαρχιακούς δρόμους, τις μεγάλες άδειες λεωφόρους, τα γκάζια στην εθνική. Γουστάρω να οδηγώ, γουστάρω να πηγαίνω κι όχι να με πηγαίνουν. Ήταν η πρώτη φορά που γούσταρα να κάθομαι και να αφήνω να με πηγαίνει άλλος. Η πρώτη φορά που εμπιστεύτικα άλλον στο τιμόνι. Η πρώτη φορά που ένιωσα ότι ήθελα να ξεκουραστώ.

Τα χιλιόμετρα περνούσαν τραγουδιστά, ψιθυριστά, αέρινα. Φτάσαμε με το σούρουπο. Στήσαμε τη σκηνή μέσα στο πευκοδάσος την ώρα που έπεφτε ο ήλιος. Ύστερα κατεβήκαμε στην παραλία. Δεκάδες μέτρα φάρδος, χιλιόμετρα άμμου δεξιά κι αριστερά, όσο έφτανε το μάτι. Στο βάθος τα φώτα μιας καντίνας με ομπρέλες από φοινικόφυλλα.

Καθήσαμε στην άμμο.

Ο ήχος των κυμάτων.

Τα δάχτυλά μας μπλεγμένα.

Ακροβάτες του ονείρου.

Ονειροβάτες.

.

ατέρμονας

ατέρμονας - ατέρμονη - ατέρμονο:

[ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ :‹ στερητικό α + τέρμονας ‹ τέρμα ]

  1. αυτός που δεν έχει τέρμα (τοπικό ή χρονικό), ο ατελείωτος, ο ατερμάτιστος: "ατέρμονες διαπραγματεύσεις"
  2. για αντικείμενα που είναι κυκλικά ή έχουν δεμένες τις άκρες τους, αυτός που δεν έχει αρχή και τέλος, που κινείται κυκλοτερά: "ατέρμονη αλυσίδα".
από την Live-Pedia

ατέρμονος κοχλίας:

Σύστημα που αποτελείται από έναν κοχλία που δεν τερματίζει ποτέ, ο οποίος συνεργάζεται με έναν οδοντωτό τροχό, που ονομάζεται κορώνα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η συνεργασία τους να μοιάζει με τον τρόπο εμπλοκής ενός κοχλία με το περικόχλιό του.

από το λεξικό όρων αυτοκινήτου και μοτοσυκλέτας





Και ήρθε η στιγμή.

Τελείωσαν τα μαθήματα, οι εξετάσεις, οι υποχρεώσεις. Οι δικαιολογίες εξαντλήθηκαν. Είχαν περάσει κοντά τέσσερις μήνες από την προηγούμενη φορά που του είπα ότι θέλω να χωρίσουμε. Και τώρα είχα ένα παραπάνω κίνητρο: ήσουν ελεύθερος και με περίμενες.

Είπα στον εαυτό μου, σήμερα.

Τώρα.

Ήταν σαββάτο, ή μήπως κυριακή;

Είναι τόσο δύσκολο να εξηγήσω τι συνέβη.

Η κουβέντα έγινε, κι έγινε ήρεμα. Όλα ξεκαθαρίστηκαν, όλα ειπώθηκαν όταν και όπως έπρεπε. Συμφώνησα για άλλη μια φορά να φύγει εκείνος, συμφώνησα να περιμένω να βρει σπίτι.

Και πήγαμε για ύπνο.

Και την άλλη μέρα όλα ήταν σαν να μην είχε αλλάξει κάτι. Σαν να μην είχε ειπωθεί απολύτως τίποτε. Σαν η κουβέντα αυτή να είχε γίνει μόνο μέσα στη φαντασία μου.

Περίμενα κάποια κίνηση, κάποια ενέργεια από μέρους του. Τίποτα. Καλημέρα, ετοίμασα τσάι, τι θα φάμε το μεσημέρι; Θέλω να μελετήσω λίγο τώρα, εντάξει, εγώ θα παίξω με τη μικρή.

Είναι τόσο δύσκολο να το περιγράψω.

Δεκαπέντε χρόνια μαζί και άλλοι τόσοι χωρισμοί. Και κάθε φορά εκείνος γύριζε, και κάθε φορά του άνοιγα την πόρτα. Πάντα χωρίς να ξέρω το γιατί. Μου ήταν αδύνατον να κάνω κάτι άλλο.

Αγάπη, ενοχές, αβεβαιότητα, ντροπή, ανασφάλεια, τρυφερότητα, στοργή, συμπόνια, εξάρτηση;

Και κάθε φορά που συνέβαινε το ίδιο, έχανα λίγη από την πίστη στον εαυτό μου. Και κάθε φορά ταμπουρωνόμουνα μέσα μου και έλεγα, οκέι, την επόμενη φορά. Και κάθε φορά ξαφνιαζόμουν από τον ίδιο τον εαυτό μου. Ώσπου στο τέλος ούτε κι εγώ η ίδια δεν με πίστευα.

Άλλες φορές πάλι προσπαθούσα, έλεγα οκέι, είσαι εδώ, είσαι εδώ για κάποιο λόγο, κάτι σου δίνει, κάπου σε γεμίζει. Άνοιξε τις πόρτες, τα παράθυρα, άσε να τρυπώσει στην καρδιά σου, δέξου τον όπως είναι, πάρε αυτό που σου προσφέρει, μοιράσου όσα έχετε κοινά.

Και βρισκόμουνα πάλι αντιμέτωπη με χάσματα που έμοιαζαν αγεφυρωτα.

Και κάθε φορά έτρωγα τα μούτρα μου ξανά.

Και πάλι έλεγα, όχι.

Και ξανά.

Πόσο εύκολο είναι να ερμηνεύσεις τις πράξεις των άλλων, πόσο εύκολο να καταλάβεις τις ξένες ζωές, πόσο εύκολο να βγάζεις κρίσεις και να δίνεις συμβουλές!

Πόσο δύσκολο είναι να δεις τον εαυτό σου!

Και βράδιασε εκείνη η μέρα, και ξημέρωσε η επόμενη, και βράδιασε ξανά.

Και ξαναζούσα τα ίδια, ξανά, και πάλι, και ξανά.

Και γύριζα στα ίδια μου τα λόγια.

Ατέρμονα.

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2009

απόκριση

.

απόκριση αντί σχολίου

γιατί η ποίηση είναι δώρο

και το δώρο θέλει αντίδωρο



Tus pies


Cuando no puedo mirar tu cara
miro tus pies.

Tus pies de hueso arqueado,
tus pequeños pies duros.

Yo se que te sostienen,
y que tu dulce peso
sobre ellos se levanta.

Tu cintura y tus pechos,
la duplicada púrpura
de tus pezones,
la caja de tus ojos
que recién han volado,
tu ancha boca de fruta,
tu cabellera roja,
pequeña torre mía.

Pero no amo tus pies
sino porque anduvieron
sobre la tierra y sobre
el viento y sobre el agua,
hasta que me encontraron.

Pablo Neruda, Los versos del capitán



Τα ποδια σου

Σαν δε μπορώ το πρόσωπό σου ν' αντικρίσω,
τα πόδια σου κοιτάζω.

Τα κοκάλινα τόξα των ποδιών σου,
τα μικρά σκληρά πόδια σου.

Ξέρω πως σε στηρίζουν,
πως πάνω τους σηκώνουν
το γλυκό σου το βάρος.

Η μέση και τα στήθη,
η διπλή πορφύρα
στις ρώγες σου,
η κοίτη των ματιών σου
που τώρα δα πετάξαν,
πλατύ φρουτένιο στόμα,
και κόκκινα μαλλιά,
μικρέ μου πύργε εσύ.

Μα αν αγαπώ τα πόδια σου
είναι επειδή περπάτησαν
πάνω στη γη πάνω στον άνεμο
και πάνω στο νερό
ως να με συναντήσουν.

Πάβλο Νερούδα, Οι στίχοι του καπετάνιου

μετάφραση δική μου

.

γλυκό του κουταλιού

.

...σταφύλι...




...κεράσι...



...μύρτιλλο...



...δειλά κρυφοκοιτάζει

μια στάλα σιρόπι στην άκρη της γλώσσας

.