Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2009

ένα τσαμπί σταφύλια

.

Το πρωί πήγαμε για ψώνια.


Διάλεξα δυο μεγάλα, ζουμερά ροδάκινα κι ένα μικρό πεπόνι. Έχωσες σε μια χαρτοσακούλα ένα μεγάλο τσαμπί κόκκινα σταφύλια. Τα πλύναμε στη βρύση, κοντά στη σκηνή μας.

Κρέμασα την αιώρα ανάμεσα σε δυο μεγάλα πεύκα. Μπροστά, σε αρκετή απόσταση, η θάλασσα. Κάθε τόσο μια συστάδα πεύκων και σκηνούλες διάσπαρτες. Σε αποστάσεις τέτοιες ώστε να μην ενοχλείς και να μην σε ενοχλούνε.



Μου άρεσε ο τρόπος που φορούσες τη γύμνια σου. Με μια φυσικότητα καθημερινή, σαν να μην ήταν και τίποτε σπουδαίο. Τα τελευταία χρόνια ασφυκτιούσα μέσα στις διακοπές κονσέρβα των ενοικιαζόμενων δωματίων και των ξενοδοχείων. Λαχταρούσα να βρεθώ σε μια απόμερη, ανοιχτή παραλία όπου η γύμνια είναι τόσο δεδομένη όσο η αναπνοή.

Τύλιξα γύρω μου το παρεό και άραξα στην αιώρα. Κάθησες δίπλα μου πάνω σε μια ψάθα, με τα πλυμένα σταφύλια σ' ένα πιάτο.


- Θέλεις;
- Μμμ, δε μ' αρέσουν τα σταφύλια με κουκούτσια.
- Αυτό θα σ' αρέσει, δοκίμασε.

Είναι ιδέα μου, ή μήπως το δάχτυλό σου κοντοστάθηκε στα χείλη μου για μια στιγμή παραπάνω;

- Άλλο ένα;

Αυτή τη φορά περιμένεις λίγο πριν μου το δώσεις, αφήνεις το χέρι μετέωρο πάνω από το στήθος μου για ένα δύο δευτερόλεπτα. Τα χείλη μου μισάνοιχτα δέχονται την πρόκληση.


- Είναι γλυκό.

Η επόμενη ρώγα σμίγει με τη δική μου, τη δροσίζει απρόσμενα, καθώς ξυπνά από το λήθαργο του μεσημεριού. Καθώς βάζεις τη ρώγα στο στόμα σου, αναρριγώ.

- Και τραγανό.


Γελάμε. Άλλη μια ρώγα βρίσκει το δρόμο της. Αυτή τη φορά το χέρι σου κοντοστέκεται πάνω από τον αφαλό μου. Σε κοιτάζω. Το βλέμμα σου αιχμαλωτίζει το δικό μου και το κρατά ακίνητο ενώ το χέρι σου οδηγεί τη ρώγα στην υγρή σπηλιά που την περιμένει.

Ανασαίνω βαθιά.



Καθώς γεύεσαι το γλυκό φρούτο, αφήνω τον αέρα να βγει, σε παρακολουθώ, παρακολουθώ την έκφραση του προσώπου σου, τις κινήσεις των χεριών σου. Το σώμα μου χαλαρώνει στην αιώρα, αφήνεται, άλλη μια ρώγα σταφυλιού κατρακυλάει ανάμεσα στα πόδια μου, τυλίγεται με το άρωμά μου, ύστερα τη φέρνεις στα χείλη μου, γεύομαι την αλμύρα μου, κλείνω τα μάτια, όλη μου η ύπαρξη συγκεντρώνεται στη γλώσσα.

Συνεχίζεις να μου προσφέρεις μια μια τις ρώγες, μια για σένα, μια για μένα, ποτισμένες τη γεύση του κορμιού μου. Ο μεσημεριάτικος ήλιος με μαργώνει, ανάμεσα από τις μισόκλειστες βλεφαρίδες οι αντανακλάσεις των κυμάτων χορεύουν στις πευκοβελόνες.


Περιμένω την κάθε ρώγα ακίνητη, με αδημονία, αφήνω το άγγιγμά της να με πλημμυρίσει, η γεύση της μου φέρνει δάκρυα, πνίγω ένα λυγμό καθώς το κύμα φουσκώνει και ξεσπάει.

Σφίξε με στην αγκαλιά σου, κράτα με σφιχτά, έτσι, μη μ' αφήνεις...


Τα χείλη σου είναι σαν γλυκά σταφύλια.


.

Δεν υπάρχουν σχόλια: