Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα just text. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα just text. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Ενύπνιο

 Σε είδα στον ύπνο μου.


Ήμουν με φίλους σ' έναν χώρο άπλετο, υπαίθριο, κόσμος πολύς και δρώμενα, μια συναυλία, ένα θέαμα... Βράδιαζε κι ήταν γλυκά, σαν άρωμα από γιασεμιά και σα μακρινή αρμύρα. Ξάφνου κατάλαβα πώς πήγαινε ώρα που δεν είχα δει την Ε. Σκέφτηκα πως θα είχε φύγει, γιατί ήταν αργά, είχε νυχτώσει πια και θα ήταν κουρασμένη, θα 'πρεπε να γυρίσει σπίτι να ξεκουραστεί, θα είχε δουλειά... Ωστόσο σηκώθηκα, άφησα τους φίλους κι άρχισα να κοιτάζω γύρω. Και τότε την είδα λίγο πιο πέρα. Είχε αλλάξει ρούχα, φορούσε ένα σύνολο πρωτότυπο, μοντέρνο και κομψό, μπλούζα και παντελόνι από ύφασμα χυτό, σαν μεταξένιο, με πολύχρωμο σχέδιο. Και δίπλα της ήσουν εσύ.

Σκέφτηκα να φύγω, μα ήθελα να τη δω. Κι άλλωστε κάτι με καθήλωσε στη θέση μου. Την κοιτούσα, σας κοιτούσα, σε κοιτούσα μαγνητισμένη. Τότε εκείνη με είδε και στράφηκε προς το μέρος μου. Και στράφηκες κι εσύ.

Και δεκαπέντε χρόνια ακαμψίας έλιωσαν μονομιάς. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Ήξερα πως δεν είχα ξεχάσει. Πώς θα μπορούσα; Αλλά και πώς θα μπορούσα να θυμάμαι;
Στήλη άλατος, με βλέμμα πυρωμένο, σε περίμενα.

Χαμογέλασες ελαφρά, με εκείνο το μικρό, αδιόρατο χαμόγελό σου, και άρχισες να έρχεσαι προς το μέρος μου, με την Ε. ένα βήμα πίσω σου. Τότε ξεκόλλησα και μπήκε το μυαλό σε κίνηση. Προχώρησα κι εγώ, χαμογελαστή, ψύχραιμη, αγέρωχη, με το στομάχι κόμπο. Το βλέμμα σου ήταν καρφωμένο πάνω μου, το βλέμμα μου στρεφόταν όλο προς την Ελένη και πεταχτά μονάχα προς τα εσένα. Όταν φτάσαμε κοντά ο ένας στον άλλο, έκανα μισό βηματάκι δεξιά και βρέθηκα σε ίση απόσταση από τους δυο σας. Εσύ προπορευόσουν, μα άνοιξα τα χέρια μου να σας αγκαλιάσω και τους δύο.
-Ποιον να πρωτοφιλησω;
Τη φίλησα, φίλησα κι εσένα πεταχτά. Όλα έγιναν αστραπιαία και αφύσικα. Δεν πρόλαβες να δείξεις την αμηχανία σου. Άρχισα να μιλώ για τη βραδιά, για το κομψό της σύνολο, για το πώς νόμιζα ότι είχε φύγει,  για το πόσο καιρό είχαμε να ιδωθουμε όλοι μαζί. Έλεγα πολλά και τίποτα. Εσύ έλεγες τίποτα και πολλά. Εκείνη με κοιτούσε σαν να με έβλεπε για πρώτη φορά. Ίσως για πρώτη φορά να έβλεπε κάτι που δεν είχε ξαναδεί σε μένα.
 
Μιλούσα ώρα, με την ευφράδεια του πανικού, της ψεύτικης άνεσης. Εσύ είπες ίσως δυο τρεις κουβέντες, ήρεμος, συγκρατημένος όπως πάντα. Ένιωθα πως ο δεσμός μας υπήρχε, ήταν πάντα εκεί και ταυτόχρονα για πάντα χαμένος.
 
Βασανισμένη. Νιώθω βασανισμένη.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

esprit d'escalier

.


Έτσι λένε οι γάλλοι όλες εκείνες τις εξυπνάδες που μας έρχονται στο μυαλό όταν είναι πια πολύ αργά, καθώς κατεβαίνουμε την σκάλα αφότου μας έχουν πετάξει έξω. Όλες εκείνες τις φοβερές ατάκες που δεν σταθήκαμε ικανοί να κατεβάσουμε όσο ήταν ακόμα καιρός, και αναμασάμε τώρα σκαλί σκαλί, φτιάχνοντας φανταστικούς διαλόγους, ολόκληρα σενάρια.


Και τότε θα μου είπες, και θα σου είπα, και θα μου απάντησες, και θα σε αποστόμωσα. Και μετά ξύπνησα, και μετά άντε πάλι μέχρι να το σιχαθώ. Βρε δε μας παρατάς πλέον που θα ασχολούμαι μαζί σου. Σιγά τον μπαγλαμά.


Εδώ ρίχνω και μια λαθραία ματιά πάνω απ' τον ώμο μου, μην τυχόν πήρε κανείς χαμπάρι ότι καθόλου υπεράνω δεν είμαι, το παίζω μόνο. Όμφακες εισίν, που έλεγε κι αλεπού του Αίσωπου.


Ή όπως λέμε στα ελληνικά, άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου.


.

Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.2

.

Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;

Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.

- Τι κάνεις;

- Κουκιά σπέρνω.

Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.

- Και σεις;

- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.

Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.

- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.

Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.

Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.

Μια ζωή καρατερίστα.

.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

πιασμένη ανάσα

.
Σε είδα στον ύπνο μου απόψε.
Παράξενο δεν είναι; Πάνω που λες, τον ξέχασα - οκέι, όχι εντελώς, αλλά τέλος πάντων αρκετά, δεν τον σκέφτομαι όλη την ώρα, μπορεί να περάσει και μια ώρα χωρίς να τον σκεφτώ ή και δύο, αν τύχει να βρεθώ με παρέα μπορεί να περάσει μια ολόκληρη βραδιά ευλογημένης λήθης, κι άλλωστε δεν νιώθω πια το ίδιο, ακόμα κι όταν τον σκέφτομαι δεν νιώθω το ίδιο, δεν τον νοσταλγώ ούτε τον επιθυμώ, ούτε καν τον μισώ, νιώθω μόνο κάτι σαν περιφρόνηση, σαν απαξίωση. Δυσπιστώ βέβαια απέναντι στα συναισθήματά μου, τα εξετάζω εξονυχιστικά, τα διαμελίζω, αυτή η περιφρόνηση είναι κάπως ύποπτη, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ωστόσο καλύτερα έτσι παρά αλλιώς.
Έχω ένα δυο μήνες τώρα που κοιμάμαι. Εντάξει, όχι κάθε νύχτα, αλλά τις περισσότερες. Πέφτω νωρίς και κοιμάμαι σε ρει ως το πρωί, καμμιά φορά κι εννιά, και δέκα ώρες. Τίποτα δεν ταράζει τον ύπνο μου, τέρμα οι εφιάλτες, τέρμα η αγωνία - τέλος πάντων δεν ξέρω αν φύγαν εντελώς ή όχι, τουλάχιστον όμως δεν με ξυπνούν πια. Καμμιά φορά τυχαίνει να ξυπνήσω ιδρωμένη στη μέση της νύχτας, όμως αυτό συμβαίνει πια πολύ σπάνια, μια φορά στις δέκα μέρες ή και λιγότερο. Κοιμάμαι, κοιμάμαι συνέχεια, αναπαύομαι, αναρρώνω.
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πετάχτηκα πάνω, αγωνιζόμουν να πάρω ανάσα, σα να πνιγόμουν με το μαξιλάρι. Μα όχι, ήσουν εσύ, η αποπνιχτική σου παρουσία, τα γλυκερά σου λόγια, κολλώδη σαν το νέκταρ σαρκοβόρου φυτού. Και πάλι το σκοτάδι της κάμαρας, και πάλι η ήσυχη ανάσα του κοιμισμένου σπιτιού.
Να πω κι ότι το θυμάμαι, ψέμα θα πω. Εκείνη την ώρα βέβαια το θυμόμουν ολοκάθαρα, μα δεν είχα τρόπο να το καταγράψω, ούτε κι όρεξη, να λέμε την αλήθεια. Τώρα πια είναι μια θολούρα σκέτη, μια δυο εικόνες και τρεις λέξεις, ένα τίποτα. Με πήρες, λέει, τηλέφωνο, για να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη. Άκου συγγνώμη! Αν είχα γέλια κονσέρβα θα τα κόλλαγα εδώ. Εσύ, να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη! Τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Το όνειρο κάθε παρατημένης γκόμενας. Πρωτοτυπία μηδέν.
Ένας γνωστός μου είπε κάποτε πως διαβάζει την ιστορία μου σαν αρχέτυπο, γιατί δεν υπάρχει, λέει, τίποτε πιο κοινό από τον έρωτα.
Πραγματικά, ποτέ στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο κοινότυπη.
.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.1

.

Σου στέλνω μήνυμα, θα έρθω στην πόλη σου, θέλω να συναντηθούμε. Πού; Στο σπίτι σου. Όχι, όχι έξω. Θέλω έναν χώρο άνετο, ιδιωτικό. Είναι εντάξει με σένα;

Χτυπώ το κουδούνι. Κανένα συναίσθημα. Ανοίγεις χαμογελαστός, σαν την καλή χαρά, πάντα έτσι ήουν εσύ, τίποτα δεν είναι ικανό να σε ταράξει.
- Καλώς ήρθες! Τι κάνεις; Πώς είσαι;
Χαμογελώ αδιόρατα, δεν απαντώ. Περνάω μέσα, αποφεύγοντας να αγγιχτούμε. Προχωρώ ίσια μπροστά και κάθομαι στην πρώτη καρέκλα που βρίσκω.
- Να σου προσφέρω κάτι;
- Δύο μεγάλα ποτήρια νερό.
Γελάς.
- Γιατί δύο;
- Ο γιατρός μου είπε να πίνω πολύ νερό. Αν δεν έχεις μεγάλα ποτήρια, βάλε δυο κούπες του καφέ, μεγάλες.
Επιστρέφεις από την κουζίνα με δυο μεγάλα φλιτζάνια γεμάτα νερό. Τα ακουμπάς δίπλα μου.
- Μπορούμε να ανοίξουμε τον υπολογιστή;
- Ανοιχτός είναι.
- Τέλεια. Θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες.
Σε βλέπω επιφυλακτικό. Ναι, κατά βάθος είσαι μίζερος και καχύποπτος.
- Τρεις χάρες - επαναλαμβάνω - όπως στις νεράιδες.
Γελάς. Πάντα είχες το γέλιο στο τσεπάκι σου. Μου άρεσε αυτό, τότε. Μετά με πλήγωνε, γιατί βρισκόμουν από την άλλη όχθη του ανέκδοτου.
- Να τις ακούσω.
- Μπες στο gmail, σε παρακαλώ. Θέλω να δω τα παλιά μου γράμματα. Τα έχεις ακόμη;
Αργείς να απαντήσεις.
- Ναι, φαντάζομαι πως ναι. Δεν τα έσβησα ποτέ.
- Ωραία. Θέλω να τους ρίξω μια ματιά.
Είναι εκεί, καμμιά τριανταριά ή σαρανταριά κατεβατά, όσα πρόλαβα να στείλω αφότου σου έσβησα τον παλιό σου λογαριασμό και πριν διακόψουμε οριστικά την αλληλογραφία. Εμέσματα μίσους, φθόνου και πόνου.
- Θέλω να σε παρακαλέσω να τα σβήσεις. Όλα αυτά τα αφήσαμε πίσω μας τώρα πια, Ας μην κρατήσουμε τίποτε απ' αυτά. Εκείνες οι μέρες ήταν οδυνηρές και για τους δυο μας. Θα ένιωθα πολύ πιο ήσυχη αν ήξερα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να τις θυμίζει.
Διστάζεις ελαφρά.
- Είναι το μόνο που έχω από σένα...
- Είναι το χειρότερο που έχεις από μένα. Θέλεις να κρατήσεις μόνο τα χειρότερα;
Δεν θέλεις να το κάνεις, το ξέρω. Όχι επειδή αγαπάς αυτά τα γράμματα, όχι. Από γινάτι και μόνο, από πείσμα. Για να μην περάσει το δικό μου.
- Έχεις τη δυνατότητα να μου δώσεις μεγάλη χαρά και ανακούφιση. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη αν το κάνεις.
Χαμογελάς στεγνά, αδιάφορα.
- Αν αισθάνεσαι έτσι...
Select all, Delete, Are you sure you want to delete these messages? Yes to all.
Βαθιά ανάσα.
- Και η δεύτερη χάρη;
Φοράω το πιο γοηευτικό χαμόγελό μου, γέρνω το κεφάλι μου λοξά, μισοκλείνω τα μάτια.
- Οι φωτογραφίες εκείνες. Τις έχεις ακόμη;
Τσιτώνεις, το βλέπω καθαρά. Με κοιτάς στα μάτια.
- Ναι, φυσικά.
- Μπορώ να τις δω;
Θέλω να δείχνω άνετη και αδιάφορη, αλλά το τρέμουλο στα χέρια με προδίνει. Σφίγγω το ποτήρι με το νερό.
Κομπιάζεις.
- Δεν... δεν ξέρω αν είναι καλή ιδέα.
- Έλα τώρα! στο κάτω κάτω μου ανήκουν. Εγώ σου ζήτησα να τις τραβήξεις, και τώρα δεν μπορώ να τις δω;
- Δεν είναι αυτό...
Τι σκέφτεσαι άραγε; Την κοπέλα σου, ίσως; Τι θα σκεφτόταν αν μας έβλεπε μαζί να κοιτάζουμε ερωτικές φωτογραφίες μας;
- Έχω δυο χρόνια να τις δω, κοντεύω να τις ξεχάσω πια! Εσύ τις έχεις στη διάθεσή σου, δεν είναι δίκαιο. Μια ματιά μόνο.
Ανοίγεις ένα directory, ύστερα κι άλλο, κι άλλο. Open file, unzip, και να τες.
Μου έρχεται ζάλη, ναυτία, αηδία. Είμαι εγώ ή μήπως άλλη; Δεν ταυτίζομαι πια με τη γυναίκα της φωτογραφίας, είναι μια ξένη. Τι κάνω εγώ εδώ;
Ευτυχώς δεν με προσέχεις. Περνάς από τη μια φωτογραφία στην άλλη, τις χαζεύεις.
Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε θέλω να ξέρω.
Βαθιά ανάσα, βουτιά.
- Θα σου χρωστούσα μεγάλη χάρη αν τις έσβηνες.
Γελάς.
- Το φανταζόμουν ότι αυτό θα μου ζητούσες.
Μίσος. Το μίσος που νιώθουμε όταν η πραγματοποίηση μιας επιθυμίας εξαρτάται από το καπρίτσιο ενός ξένου.
- Θα μου κάνεις μεγάλη χάρη. Όσο υπάρχουν, με βασανίζει η σκέψη τους.
- Ρε συ, στο είπα και πριν, στο είχα πει και τότε. Είναι το μόνο που έχω από σένα. Θέλω να κρατήσω κάτι από σένα.
Ρουφάω τον αέρα μέσ' απ' τα δόντια μου.
- Αν δεν τις σβήσεις αμέσως, αδειάζω τα νερά πάνω στο κομπιούτερ.
Δεν το πιάνεις αμέσως. Ύστερα γελάς, εκείνο το λίγο τσιριχτό γελάκι σου.
- Έλα τώρα! Πλάκα κάνεις!
- Αμέσως.
Το βλέμμα μου δεν αφήνει περιθώρια για παρεξηγήσεις. Αναρωτιέμαι πώς να μοιάζω. Νιώθω χλωμή, κρύα. Φαίνεσαι ανήσυχος. Δεν ξέρω τι σκέφτεσαι ούτε με νοιάζει.
- Είσαι τρελή.
- Τελείως.
Με κοιτάζεις για λίγη ώρα ερευνητικά. Ύστερα ανασηκώνεις τους ώμους. Κλικ, κλικ, κλικ. Και μετά empty recycle bin. Τέλος.
- Ευχαριστημένη;
Νιώθω ταχυπαλμία, λιποθυμία. Καθομαι στην καρέκλα, πίνω σιγά σιγά το ένα νερό. Με κοιτάζεις ανήσυχος. Γέρνεις προς το μέρος μου.
- Είσαι καλά;
Γνέφω καταφατικά και τεντώνω το χέρι μου με την παλάμη απλωμένη. Δεν θέλω να με πλησιάσεις. Δεν θέλω να με αγγίξεις. Οτιδήποτε εκτός απ' αυτό.
- Μην κάνεις έτσι, επιτέλους, δεν αξίζει τον κόπο...
- Μια τελευταία χάρη.
Ξεφυσάς μπουχτισμένος, λες και είμαι κακομαθημένο παιδί.
- Έλα, ακούω.
- Τα βιβλία που σου έδωσα... τα έχεις;
Κι αν τα έχεις, σκέφτομαι, θυμάσαι που βρίσκονται; Ή τα έχεις καταχωνιάσει σε κανένα υπόγειο, σε καμμιά κούτα; Ή μήπως τα έδωσες πουθενά δανεικά κι αγύριστα;
- Κάτσε να δεις, κάπου εδώ θα είναι...
Τρυπώνεις στο δωμάτιό σου και σκαλίζεις την βιβλιοθήκη. Δεν σε ακολουθώ. Περιμένω.
Αρκετά λεπτά αργότερα επιστρέφεις θριαμβευτής:
- Να τα!
Τα τείνεις προς το μέρος μου. Κοιτάζω. Τα ακουμπάς στο γραφείο, δίπλα μου.
- Όμορφα βιβλιάκια, άρεσαν πολύ και στην κοπέλα μου.
Μαχαιριά.
Μα είναι δυνατόν να μην κατάλαβες πόσο με πόνεσες;
Μα πόσο απίστευτα μαλάκας είσαι!
Απλώνω διστακτικά το χέρι μου, πιάνω το πρώτο.
"Το άσπρο ελάφι", James Thurber. Παλιά έκδοση. Μετάφραση, Σωτήρης Κακίσης. Με σκίτσα του ίδιου του Thurber.
Νιώθω ένα τσίμπημα στα βλέφαρα. Συγκρατούμαι με κόπο. Όχι τώρα, όχι μπροστά του.
Πιάνω το δεύτερο βιβλίο.
"Μύθοι για την εποχή μας", πάλι του Thurber, παλιά έκδοση κι αυτή. Χαϊδεύω το εξώφυλλο και πιάνω το τρίτο.
"Τα δεκατρία ρολόγια", του ίδιου συγγραφέα. Εξαντλημένο.
Πίνω μια γουλιά νερό από το δεύτερο ποτήρι. Παίρνω τα βιβλία και τα βάζω στο σακίδιό μου.
- Τι κάνεις εκεί; Έλα ρε! Έλα τώρα! Αυτά μου τα χάρισες, είναι δικά μου!
Σηκώνω το βλέμμα μου. Δεν ξέρω τι έκφραση έχω, αλλά μόλις με βλέπεις παγώνεις.
- Τα χάρισα στον άντρα που αγαπούσα και με αγαπούσε. Στον άντρα που εμπιστευόμουν. Στον άντρα που θα ήταν πάντα δίπλα μου.
Φτύνω τις φράσεις σαν χαστούκια, αλλά δεν σε βλέπω εντυπωσιασμένο. Πάντα ήσουν αναίσθητος φαίνεται, απλώς δεν το είχα καταλάβει.
- Μου τα χάρισες. Και σ' αγαπούσα, και μ' αγαπούσες. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω.
Σφίγγω πάνω μου το σακίδιο.
- Σου έδωσα την ψυχή μου. Δεν σου ζήτησα τίποτα. Μου είπες ότι θα την φροντίσεις. Την τσαλαπάτησες και την πέταξες στα σκουπίδια.
Έχω ένα κόμπο στο λαιμό. Δεν μιλώ. Δεν μιλάς.
Μια φράση σαν λυγμός.
- Θέλω την ψυχή μου πίσω.
Κάνεις να απλώσεις το χέρι σου κι αποτραβιέμαι. Καλύτερα να με τσιμπήσει φίδι.
- Λυπάμαι...
- Χέστηκα άμα λυπάσαι. Άσε με να φύγω τώρα.
Κάνω μεταβολή και τρέχω, τρέχω. Κουτρουβαλάω τις σκάλες, ούτε βλέπω πού πηγαίνω. Για πότε βρέθηκα έξω, δεν το κατάλαβα.
Ποιος ξέρει πόση ώρα κλαίω, πότε πρόλαβαν να μαζευτούν τόσα δάκρυα;
Τρέχω όσο φτάνει η ανάσα μου και σωριάζομαι λίγα τετράγωνα παρακάτω σ' ένα παγκάκι.
Ρίχνω πίσω το κεφάλι. Έχω νυχτώσει.
Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια.

.

Ποτέ δεν θα το κάνω, φυσικά. Ποτέ δεν θα σε ξαναδώ, ούτε θα σου ζητήσω ποτέ να μου δώσεις πίσω αυτά που μου πήρες. Δεν θέλω να με θυμηθείς, σίγουρα με έχεις ξεχάσει. Δεν θέλω να βρεθώ στο έλεός σου, δεν θέλω να με οικτίρεις.

Αλλά κάποιες νύχτες που δεν με πιάνει ο ύπνος, στριφογυρίζω στο κρεβάτι και φτιάχνω τέτοιες ηλίθιες φαντασιώσεις.

.

καθήλωση

.

Έχει περάσει πάνω από ένας χρόνος.

Παράξενο αλήθεια.

Σε σκέφτομαι ακόμη, κάθε μέρα, πολλές ώρες τη μέρα. Η σκέψη σου έχει γίνει κάτι σαν καρκίνωμα μέσα στο μυαλό μου, κάπως σαν τον κάλλο στις φτέρνες, που όλο τον κόβεις και όλο ξαναγίνεται. Καμμιά φορά τυχαίνει να συγκεντρωθώ πολύ στη δουλειά μου και να μην σε σκεφτώ καθόλου για δυο ή τρεις ώρες. Ύστερα η σκέψη σου εισβάλει ξανά στο μυαλό μου απότομα, σαν να τραβιέται μια κουρτίνα και να μπαίνει εκτυφλωτικό το φως του ήλιου, ή μήπως το σκοτάδι; Και τότε αντιλαμβάνομαι ότι ποτέ μου δεν σε ειχα ξεχάσει, απλώς είχα ξεχάσει να σε σκέφτομαι.

Τι σκέφτομαι; Πολλά και τίποτα. Σε θέλω ακόμη; Ούτε με σφαίρες. Σε αγαπώ; Αστείο πράγμα. Καλά καλά δεν θυμάμαι την όψη σου, δεν θυμάμαι πια πώς ήσουν, δεν θυμάμαι πια πώς ένιωθα. Δεν θυμάμαι τίποτα σχεδόν, ούτε αισθάνομαι. Έχω κλείσει το μπαούλο κι έχω κάτσει πάνω στο καπάκι με όλο μου το βάρος. Αν τυχόν ανοίξει κατά λάθος μια χαραμάδα, από αφηρημάδα ή από αδυναμία, το πρώτο πράγμα που ξεχύνεται από μέσα είναι πόνος. Υγρός, ψυχρός πόνος που καίει, κάπως σαν υγρό άζωτο ή σαν χυτό πυρακτωμένο μέταλλο.

Καλύτερα λοιπόν να μην αισθάνομαι τίποτα. Δεν αισθάνομαι, αλλά κάνω σκέψεις. Αυτές δεν μπορώ να τις φυλακίσω, είναι σαν τον σκώρο ή σαν τα ασημόψαρα, ξεγλιστρούν από τις χαραμάδες. Τι σκέψεις; Ούτε και ξέρω. Ξαναπαίζω τα γνωστά παλιά σενάρια, τα τελειοποιώ, τα παραλάσσω, φτιάχνω καινούρια. Σενάρια εκδίκησης, σενάρια γεμάτα καυστικές ειρωνικές ατάκες που εξαντλούνται από τις πρώτες κιόλας γραμμές, γιατί σκοντάφτουν πάνω στο αξεπέραστο: κέρδισες κι έχασα. Τι θα μπορούσα ποτέ να πω ή να κάνω που να με κάνει εμένα κερδισμένη;

Ξαναμασώ λοιπόν τις παλές γνωστές τσίχλες, καλύτερα έτσι, απαλλάχτηκα από σένα, έτσι κι αλλιώς δεν οδηγούσε πουθενά, αργά ή γρήγορα εκεί θα καταλήγαμε.

Και ξαναγράφω το σενάριο, μαζεύω το καπέλο μου, το φοράω στραβά στο κεφάλι μου και απομακρύνομαι κόντρα στον ήλιο, για να μη φανούν τα αυλάκια στα μάγουλά μου.

.

Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

φαύλος κύκλος

.

Πρέπει μήπως να πω ότι ακόμα σε ποθώ, ακόμα σε θέλω, ακόμα και τώρα που ξέρω με απόλυτη βεβαιότητα ότι δεν σε θέλω πια;

Υπερβολικά προφανές, έτσι δεν είναι;

Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν σε θέλησα ποτέ πραγματικά, ότι οι καθυστερήσεις και οι αμφιβολίες μου κατά βάθος έδειχναν ότι δεν σε είχα αγαπήσει, ότι ήταν μια επιπόλαιη περαστική ιστορία, ένα πυροτέχνημα που θα διαλυόταν αργά ή γρήγορα.

Μαλακίες.

Σε ήθελα πάνω από κάθε τι άλλο, μου άρεσε τρελά να είμαι μαζί σου, να μιλώ, να γελώ, πάνω από όλα αυτό, αγαπούσα τις κουβέντες μας, αγαπούσα την άνεση και την ελευθερία που ένιωθα κοντά σου, την ελευθερία να είμαι εγώ και να νιώθω αγαπημένη.

Αυτό που μου στοίχισε περισσότερο δεν ήταν τόσο η καθαυτό απώλεια, όσο το σπάσιμο της εμπιστοσύνης. Εμπιστεύτηκα τα αισθήματά μου κι έκανα λάθος. Αισθάνομαι πως δεν θα μπορέσω ποτέ ξανά να τα εμπιστευτώ. Κι αυτό είναι το χειρότερο.

Κατά τα άλλα, σε μισώ, σε φθονώ, σε περιφρονώ, και σ' αγαπώ, και σε θέλω, και μου λείπεις, και όλα αυτά είναι αμβλυμένα από την εξάντληση και το μούδιασμα του πόνου.

Ξέρω καλά πως δεν θα σε ξαναδώ ποτέ, δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ, κι αν κάποτε ιδωθούμε θα είμαστε δυο άλλοι.

Ξέρω καλά πως τίποτε από όλα αυτά δεν έχει σημασία.

Και να που τώρα που έφτασα στο τέλος, μοιάζει να μην έχω κουνήσει ούτ' ένα βήμα απ' την αρχή.

.

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

ανατροπή

.

Ανεβαίνω την Κηφισίας με το παπί. Πιάνω αριστερή, σε λίγο θα στρίψω. Κόβω ταχύτητα, πλησιάζω στο φανάρι. Μια πόρτα ανοίγει ξαφνικά μπροστά μου. Τα χέρια μου εκτελούν τον ελιγμό πριν ο εγκέφαλός μου προλάβει να συνηδειτοποιήσει τι συμβαίνει. Περνάω, μα η άκρη του καθρέφτη αγγίζει την πόρτα. Μια ελάχιστη επαφή. Αρκετή για να χάσω την ισορροπία μου.

Την άλλη στιγμή βρίσκομαι στη άσφαλτο, καυτή και σκληρή. Τρίξιμο λαμαρίνας, καμμένο λάστιχο κι ένας απίστευτος πόνος μου διαπερνά το σώμα. Παγιδευμένη ανάμεσα στη μηχανή και το οδόστρωμα.

Μια πελώρια μαύρη ρόδα στριγγλίζει μπροστά στα μάτια μου. Μετρώ μέσα μου ένα, δύο, τρία.
Σταματά μια πιθαμή από το πρόσωπό μου.

Ξαφνικά με τριγυρίζουν πολλοί άνθρωποι, φωνές, χέρια που σηκώνουν τη μηχανή, με τραβάνε.
- Μη, το πόδι μου, μη.
Όλο μου το σώμα είναι ξεγδαρμένο, διαλυμένο, νιώθω σαν να με έχουν κοπανήσει με το γουδοχέρι. Κάποιος μου βγάζει το κράνος. Ήταν το πρώτο που έσκασε στην άσφαλτο. Πάει για πέταμα τώρα, δεν βαριέσαι, έτσι κι αλλιώς το είχα χρόνια, καλά που δεν είχε λήξει.


Το ασθενοφόρο φτάνει με ταχύτητα κινηματογραφική. Το νοσοκομείο είναι σχεδόν δίπλα. Ακτινογραφίες, εξετάσεις, ράμματα. Ευτυχώς δεν έσπασα τίποτα. Ένα τεράστιο αιμάτωμα σχηματίζεται στο δεξί μου μπούτι. Ο παράμεσος του αριστερού χεριού έχει σκιστεί στα δύο σαν σαρδέλλα. Κατά τα άλλα, μώλωπες και εκδορές, πάει να πει ψιλοπράγματα, μόνο που καίνε κολασμένα.


Τύχη βουνό, λένε όλοι. Πράγματι. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω πάλι τη ρόδα του φορτηγού.

Τι σκέφτομαι;


Τίποτα.


Η ζωή μου δεν πέρασε από τα μάτια μου σαν ταινία σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ίσως επειδή δεν ήτανε η ώρα μου. Περνάει όμως τώρα, όλη, αργά, σαν απογευματινό σήριαλ.

Σκέφτομαι το παιδί μου, τον άντρα μου, τη μάνα μου, την οικογένειά μου. Σκέφτομαι τα χαμένα όνειρα, το παρελθόν, το μέλλον. Το μέλλον που παραλίγο να μην υπήρχε. Δεν σκέφτομαι πια όσα έχασα, μα όσα έχω. Δεν κάνω σχέδια πια, δεν κάνω όνειρα.

Ζω το σήμερα.

Το χτες υπάρχει μόνο μέσα στη μνήμη.
Το αύριο μόνο μέσα στη φαντασία. Εξάλλου, ίσως και να μην έρθει ποτέ.

Τέλος του παραμυθιού, καλημέρα σας.

.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

γεράματα

.

Έχω ακούσει ότι στους γέρους τα συναισθήματα αμβλύνονται.

Μάλλον γερνάω.

.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

υποκατάστατα

.

Όταν απέκτησα τη σκύλα μου, εδώ και οκτώ χρόνια, πήγαινα μαζί της μεγάλες βόλτες σε ένα δασάκι κοντά στο σπίτι μας. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι σε φυσική κατάσταση. Σε μερικά σημεία υπάρχουν ερειπωμένα παλιά κτίρια.

Το μεγαλύτερο μέρος καλύπτεται από ψηλά πεύκα και το υπόλοιπο από πουρνάρια και σκίνα. Ένα πλέγμα μονοπατιών απλώνεται στο δάσος ανάμεσα από τους φαρδείς χωματόδρομους. Υπάρχουν σημεία όπου μπορεί κανείς να χωθεί ανάμεσα στη βλάστηση και να χάσει κάθε επαφή με τον πολιτισμό.

Εκεί βρίσκεσαι μόνος με τη φύση.

Στις βόλτες μου συναντούσα ανθρώπους να κάνουν jogging, ποδήλατο, περίπατο, να βγάζουν βόλτα τον σκύλο τους. Με κάποιους έπιανα κουβέντα, ιδίως όταν τα σκυλιά έπαιζαν μαζί. Μετά από λίγες μέρες ανταλάσσαμε χαμόγελα καλοσωρίσματος, μετά από λίγες εβδομάδες ήμασταν φίλοι.

Σε μια τέτοια κουβέντα με μια φίλη είπα ότι το δάσος αυτό ήταν όμορφο, αλλά δεν ήταν παρά ένα υποκατάστατο. Εγώ λαχταρούσα ένα μεγάλο δάσος, ένα δάσος αληθινό, απέραντο, άγριο, μακριά από την πόλη, όχι ένα δάσος μικρό που σε μια ώρα το φέρνεις βόλτα ολόκληρο, όχι ένα δάσος τσουρούτικο, με πάρκινγκ δίπλα στη λεωφόρο, με πόρτα και μαντρότοιχο. Η φίλη με άκουσε προσεκτικά και είπε:

- Δεν είναι υποκατάστατο. Είναι το δάσος σου. Εδώ ζεις. Εδώ πηγαίνεις την καθημερινή σου βόλτα. Αυτό το δάσος σε ζει, σε τρεφει, σε στηρίζει. Το άλλο, το μεγάλο που λαχταράς, είναι ένα όνειρο, μια φαντασίωση.


Ομολογώ ότι κλονίστηκα. Από τη μέρα εκείνη άρχισα να βλέπω το δάσος με άλλο μάτι. Είδα ότι ήταν μεγάλο και πυκνό, τόσο ακριβώς μεγάλο και πυκνό όσο χρειαζόμουν. Είδα ότι ήταν αγνό και καθαρό και φροντισμένο. Είδα ότι ήταν δροσερό και φιλόξενο, σκιερό όταν ήθελα σκιά, ηλιόλουστο όταν ποθούσα φως. Είδα ότι ήταν εκεί, κοντά μου, παρόν, όταν το χρειαζόμουν. Αγάπησα το δάσος μου. Έμαθα να το βλέπω και να το εκτιμώ όπως ήταν. Έμαθα να το αγκαλιάζω με ευγνωμοσύνη, όπως με αγκάλιαζε κι εκείνο.

...

Τις προάλλες κοίταζα τον άντρα μου.

Τον άντρα που στάθηκε δίπλα μου δεκαπέντε χρόνια. Τον άντρα που τσακωθήκαμε χίλιες φορές και που φιλιώσαμε άλλες τόσες. Τον άντρα που κάναμε έρωτα εκατοντάδες φορές με δεκάδες τρόπους: με πάθος, με θυμό, με θλίψη, με πλήξη, με αγάπη, με στοργή, με απογοήτευση.

Γέννησα το παιδί μου καθισμένη πάνω στα γόνατά του.

Θυμήθηκα τα αδέξια δώρα του, το ζεστό φαγητό τις κρύες νύχτες, τα ερωτικά γράμματα χωμένα στο συρτάρι. Μαζί πέσαμε άπειρες φορές και σηκωθήκαμε ξανά.

Ο άντρας που λατρεύω να μισώ.

Ο άντρας που ζει δίπλα μου βουβά ενόσω εγώ ονειρεύομαι άλλους άντρες.

Ο άντρας μου.


...


Όχι, δεν είναι υποκατάστατο.


Είναι η ζωή μου.

Όλα τα άλλα είναι ένα όνειρο.

...


Η ζωή είναι αυτό που συμβαίνει ενόσω είμαστε απασχολημένοι κάνοντας άλλα σχέδια.

Τζων Λέννον

.

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

στροφή

.

Εκείνη τη μέρα πάλι ξύπνησα κλαίγοντας.

Πλύθηκα, συνήλθα λίγο, έφαγα πρωινό. Φίλησα την κόρη μου που έφευγε για το σχολείο. Ύστερα γύρισα στο κρεβάτι και συνέχισα να κλαίω.

Ο άντρας μου ήρθε δίπλα μου. Αιφνιδιάστηκα. Πάει πολύς καιρός που δεν μιλάμε πια. Κάθησε στην άλλη άκρη του κρεβατιού, με την πλάτη στραμμένη προς τα μένα.

- Ξέρω πως δεν είσαι ευτυχισμένη μαζί μου. Έχω καταλάβει πως δεν με αγαπάς. Δεν ήθελα να το πιστέψω, αλλά είναι φανερό πια. Θέλω να ξέρεις ότι το ξέρω. Δεν σκοπεύω να φύγω, θέλω να είμαι δίπλα στο παιδί μου. Αλλά θέλω να ξέρεις πώς αισθάνομαι.

Πνίγω το πρόσωπό μου στα χέρια μου.

- Θέλω να είσαι καλά, δεν θέλω να σε πληγώσω, θέλω να είσαι καλά...

- Είμαι καλά. Όσο καλά γίνεται τέλος πάντων. Τώρα που το ξεκαθαρίσαμε αυτό, πιστεύω πως θα είμαι καλύτερα.

Θέλω να πω κάτι, μα η φωνή μου δεν βγαίνει.

Σηκώνεται και φεύγει απ' το δωμάτιο.

Μένω μόνη.

...

Κοιτάζω μέσα μου.

Πόσοι μήνες πέρασαν;

Πέντε, έξι, επτά, οκτώ;

Απούσα. Τόσον καιρό ήμουν απούσα. Γύρω μου η ζωή συνεχίζεται, η πραγματική ζωή, κι εγώ χαμένη σε παράλληλους κόσμους. Πόσους μήνες χάνω τη ζωή μου;

...

Βράδυ.

Σβήνω το φως.

Για πρώτη φορά εδώ και μήνες, γυρίζω και αγκαλιάζω τον άντρα μου. Βρίσκω τη γνώριμη ζεστασιά του παρήγορη. Νιώθω την καρδιά μου να κλαίει, τα δάκρυα με ζεσταίνουν. Αφήνομαι να βυθιστώ στον ύπνο, έναν ύπνο βαθύ, ήρεμο, χωρίς όνειρα.

...

Πρωί.

Το σώμα μου τον αποζητάει. Χαϊδεύω τη μέση του, την πλάτη, την κοιλιά, τα πόδια. Αφήνεται. Με τα μάτια κλειστά, σαν κοιμισμένος. Όπως έκανα εγώ τόσες φορές.

Αυτή τη φορά είμαι εγώ που θέλω να προσφέρω.

Για κείνον, όχι για μένα.

...

Έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε.

Είμαι χαρούμενη.

Ζω.

.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2009

spring cleaning

.

Ήρθε η άνοιξη.

Καιρός για ξεκαθάρισμα.

Να βγάλουμε τα καλοκαιρινά, να μαζέψουμε τα μάλλινα στη ναφθαλίνη.

Ανοίγω το κάτω συρτάρι της ντουλάπας μου, εκείνο με τα μαντίλια. Στο βάθος μια σακούλα χωμένη, ανέγγιχτη για μήνες. Το σουτιέν και το κυλοτάκι που μου χάρισες, ο κορσές με τις ζαρτιέρες που αγόρασα για χάρη σου, η μεταξωτή ρόμπα, το δαντελένιο κόκκινο κορμάκι. Σε μιαν άλλη σακούλα, το μπατίκ καλοκαιρινό φόρεμα που μου πήρες στην εκδρομή μας και που δεν πρόλαβα να βάλω ούτε μια φορά.

Μπαίνω στο μπάνιο. Σε μια γωνιά ένα μπουκάλι από σαμπουάν δύο σε ένα, προϊόν από προσφορά συγκευασίας, λέει η ετικέτα. Μ' αυτό λουζόσουν. Μάζεψα το άδειο μπουκάλι όταν το πέταξες και το φύλαξα ευλαβικά σαν ιερό κειμήλιο.

Ξεπλένω το μπουκάλι και το βάζω στην ανακύκλωση.

Παίρνω τη σακούλα με τα εσώρουχα και την αφήνω στο πεζοδρόμιο.

Το φόρεμα θα το στείλω σε μια ξαδέλφη που μένει εξωτερικό, δεν βλεπόμαστε ποτέ. Έχει γενέθλια τον άλλο μήνα. Θα χαρεί που την θυμήθηκα.

Βγάζω τα ρούχα έξω, να αεριστούν.

Πολλή κλεισούρα.

.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2009

διχασμός

.

Δυο γυναίκες κατοικούν εντός μου.

Η μία είναι νέα, ίσαμε είκοσι χρονώ. Ψηλή, μελαχρινή, με μαύρους κύκλους γύρω από τα μάτια. Την πρωτοείδα χρόνια πριν. Ξυπόλητη, ρούχα κουρέλια, χέρια και πόδια γεμάτα γραντζουνιές. Ένα σκισμένο τζην κι ένα μακώ μπλουζάκι.

Δεν μιλούσε. Ποτέ της δεν μίλησε. Μόνο με κοίταζε με βλέμμα καυτό, σκοτεινό, πληγωμένο. Μου προκαλούσε τρόμο και συμπόνια, σαν λαβωμένος λύκος.

Θέλησα να την φροντίσω, να την αγκαλιάσω, να της πλύνω τις πληγές. Δεν μ' άφησε. Μονάχα μια φορά, στα όνειρά μου, την είδα λουσμένη, μ' ένα μπουρνούζι, να στάζει νερά. Αμίλητη πάντα.

Την λέω η Μελαχρινή.

Η άλλη είναι μεσόκοπη, πάντα ήταν. Μικροκαμωμένη, γκρίζα, με φούστα γεροντίστικη και καλοκουμπωμένο κολλαριστό πουκάμισο. Μαλλιά ξεπλυμένα ξανθά, άχρωμα, βλέμμα σβηστό.

Από την πρώτη μου στιγμή την αντιπάθησα. Τίποτε πάνω της δεν ξεχ ωρίζει, τίποτε δεν τραβά την προσοχή, δεν έλκει ούτε απωθεί. Αδιάφορη, απαρατήρητη, ζει τη μικρή ζωή της ανενόχλητη.

Ξέρω πως είναι κομμάτι μου, για τούτο προσπαθώ καμμιά φορά να της μιλήσω, μα δεν έχω τι να της πω. Θέλησα να την ξεφορτωθώ, μα γλιστρά σαν χέλι, δεν πιάνεται από πουθενά. Είναι πάντα εκεί, ήσυχη, βουβή.

Την λέω η Σταχτιά.

Τις προάλλες ξανάδα τη Μελαχρινή. Είχα χρόνια να την δω. Έπλεε στο νερό της μπανιέρας γυμνή με τα μάτια ορθάνοιχτα. Οι πληγές δεν αιμορραγούσαν πια. Δεν είχε μεγαλώσει ούτε μια μέρα από τότε που την πρωτοείδα.

Δεν άπλωσα το χέρι μου να την αγγίξω.

Δεν ξέρω αν θα την ξαναδώ.

.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2009

σαμψών αυτόχειρ

.

Είμαι εξαντλημένη.

Αργά το βράδυ, είναι ώρα να βάλω την μικρή για ύπνο, πάμε μαζί στο μπάνιο. Πλένει τα δόντια της, προσπαθώ να χτενίσω τα μαλλιά μου. Τα μακριά μαλλιά μου. Τα μακριά ως τη μέση μαλλιά μου. Τα μαλλιά που αγαπούσες. Τα μαλλιά που χάιδευες.

Γεμάτα κόμπους.

Η βούρτσα σκοντάφτει.

Μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές.

Κάτι σαν κύμα οργής και απελπισίας.

Πιάνω το ψαλίδι από το ντουλαπάκι του μπάνιου.

- Τι κάνεις μαμά;

- Κόβω τα μαλλιά μου.

Πέντε, δέκα ψαλιδιές. Αυτό ήτανε.

Ούτε μακριά τώρα, ούτε κοντά. Κάπου στη μέση, πάνω απ' τους ώμους, κάτω απ' τα αυτιά. Μεσαία, μέτρια, κοινότυπα. Μαλλιά συνηθισμένα.

Κουνάω το κεφάλι δεξιά-αριστερά.

Νιώθω ακόμη αδύναμη.

Αλλά ανάλαφρη.

.

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2009

ελευθερία

.

Αγαπούσα την ελευθερία μας.

Ελευθερία για μένα σήμαινε να επιλέγω κάθε φορά να είμαι μαζί σου, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλω. Ελευθερία σήμαινε να είσαι κοντά μου όχι δεμένος από μια υπόσχεση, αλλά επειδή το λαχταρούσες. Ελευθερία σήμαινε να φεύγουμε και να γυρίζουμε, να μπορούμε να διαθέτουμε το κορμί και την καρδιά μας όπως θέλαμε. Ελευθερία σήμαινε να είσαι μαζί μου επειδή ήμουν η καλύτερη επιλογή για σένα, όχι επειδή δεν είχες άλλες επιλογές.

Η απόσταση μας εμπόδιζε να βρισκόμασταν όσο συχνά θα θέλαμε. Σε συναντούσα όμως κάθε μέρα μέσα στα γράμματά σου. Μου έγραφες για μια κοπέλα που γνώρισες στη δουλειά, για μια φίλη που πίνατε καφέ και κουβεντιάζατε, για μια συνάδελφο που πήγατε εκδρομή μαζί. Σου έγραφα για τους άντρες που με κοίταζαν, για τις κοπέλες που με μαγνήτιζαν, για τις κοντές φούστες και τις εφαρμοστές μπλούζες, για ένα παθιάρικο χορό με ένα αγόρι που είχε τα μισά μου χρόνια.

Μοιραζόμασταν τα πάντα, κάθε στιγμή της ζωής μας. Ήμουν μαζί σου όταν αγκάλιαζες άλλες γυναίκες, και ήσουν μαζί μου όταν φλέρταρα με άλλους άντρες. Πράμα παράξενο, τώρα που είμαι μόνη, καθόλου δεν θέλω να φλερτάρω, δεν θέλω να δω ούτε άντρα ούτε γυναίκα, ούτε για δείγμα. Όταν ήμουν μαζί σου, θαρρείς και ο ερωτισμός ξεχείλιζε, περίσσευε, ένιωθα τόσο γεμάτη από αισθησιασμό ώστε ήθελα να τον σκορπίσω παντού γύρω, ήθελα να γοητεύσω το σύμπαν με τον καινούριο θηλυκό εαυτό μου.

Μοιραζόμασταν τα πάντα. Τις ιδιοτροπίες, τις αποκλίσεις, τις φαντασιώσεις.

Σου μίλησα για τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, μια κοπέλα με γαλάζιο χαμόγελο και κορακάτη χαίτη, με σώμα πλασμένο από λευκό πηλό. Μου μίλησες για τη δική σου χαμένη αγάπη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με λουλουδάτο όνομα και σχιστά μάτια. Σου μίλησα για το φόβο και το μίσος που έτρεφα από μικρή για τους άντρες, κληρονομιά της μάνας μου, ακατανόμαστη απειλή ανάκατη με ακατανόητη έλξη. Απεχθανόμουν τη γυναικεία φύση μου, προσπάθησα να την ακυρώσω, να την τυλίξω μέσα σε γύψο και επιδέσμους και να της δώσω σχήμα τετράγωνο, αντρικό. Δεν τα κατάφερα, μα ούτε κατάφερα ποτέ να την δεχτώ. Οι άντρες έμοιαζαν να είναι αναγκαίο κακό, μοιραία ευθύνη και έργο καταναγκαστικό. Τους ποθούσα και τους αποστρεφόμουν.

Και μαζί σου για πρώτη φορά αγαπούσα έναν άντρα σαν γυναίκα, και ένιωθα στρογγυλή και μαλακή και δεκτική. Γιατί ήσουν σαν ένα γαλήνιο κύμα που πλημμυρίζει την ακτή. Ενώ όλοι οι άλλοι πάντα φάνταζαν παρείσακτοι, ιππότες πάνοπλοι με τη λόγχη έτοιμη να διαπεράσει τον εχθρό και να κατακτήσει θριαμβευτικά την καρδιά της δέσποινάς τους, εσύ καθόσουν σταυροπόδι ξαρμάτωτος στην πόρτα του κάστρου, με κείνο σου το χαμόγελο, και οι κλειδαριές έλιωναν, οι αμπάρες θρυμματίζονταν, οι βαριές θύρες άνοιγαν διάπλατες από μόνες τους, σπρωγμένες θαρρείς από απαλό αεράκι.

Μαζί σου για πρώτη φορά ένιωσα Γυναίκα, γαμώτο, και τώρα που το γράφω δακρύζω.

Μαζί σου ένιωθα ελεύθερη.

Ελεύθερη να ποθήσω, ελεύθερη να δοθώ.

Σου είπα πόσο λάτρευα τις γυναίκες, πλάσματα αέρινα και καμπυλωτά, καμωμένα από πηλό και ζάχαρη. Πόσο αγαπούσα να εξερευνώ υγρές πτυχές, να γεύομαι τραγανά φρούτα. Πόσο εύκολο μου ήταν να αγαπήσω τις γυναίκες, ίσως επειδή ήμουν κι εγώ η ίδια μια γυναίκα. Ποιος άλλος μπορεί να εισχωρήσει άσφαλτα στο σκοτεινό λαβύρινθο της γυναικείας ψυχής, εκτός από μια γυναίκα; Ποιος άλλος μπορεί να αγγίξει πιο τρυφερά τα φυλλοκάρδια της, φτερά πεταλούδας που διαλύονται αφήνοντας μια πολύχρωμη σκόνη στα δάχτυλα; Ποιος μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα καλύτερα από όσο τη γνωρίζει μια άλλη γυναίκα;

Μαζί σου μπορούσα να μιλώ για όλα αυτά, για άντρες, για γυναίκες, για ηδονή, για έρωτα. Μπορούσα να μοιραστώ πόθους και περιπέτειες, ένιωθα ελεύθερη να τα χαρώ, ξέροντας ότι κι εσύ ήσουν ελεύθερος να κάνεις το ίδιο. Και κάθε φορά που σε συναντούσα, είχα την απερίγραπτη ικανοποίηση να ξέρω ότι γύρισες σε μένα όχι από υποχρέωση, αλλά από λαχτάρα.

Μαζί ήμασταν ελεύθεροι.

Ελεύθεροι να είμαστε μαζί.

Αυτήν την ελευθερία αγάπησα πάνω από κάθε τι άλλο.

Αυτήν την ελευθερία δεν θα την έχανα με τίποτα.

Αυτήν την ελευθερία την κράτησα ως το τέλος.

.

Σάββατο 30 Μαΐου 2009

κουφό ιστολόγιο

.

Τέλος.

Ξημερώνει η πρώτη μέρα χωρίς εσένα στη ζωή μου.

Πώς θα ζήσω χωρίς να σου γράφω;

Σου έγραφα κάθε μέρα, ώρες ολόκληρες. Άπλωνα την ψυχή μου στα γραφτά μου και σου την έστελνα. Πώς μπορώ να πάψω να γράφω;

Δεν μπορώ.

Συνεχίζω να γράφω, μόνη, σε μένα, σε σένα, σε κανέναν. Αυτά που γράφω δεν μπορώ να σου τα στείλω. Μαζεύονται στη μνήμη του υπολογιστή, αρχεία που μεγαλώνουν και απειλούν να με πνίξουν.

Δεν αντέχω να γράφω έτσι.

Τόσο μόνη.

Θέλω να με διαβάζει κάποιος, μα ποιος;

Θέλω να ξέρω πως τα γραφτά μου έχουν έναν παραλήπτη, πως υπάρχει κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής που τα διαβάζει. Μα δεν μπορώ να τα μοιραστώ αυτά με κανέναν, σε ποιον θα μπορούσα να μιλήσω για όλα αυτά;

Μόνο σε αγνώστους.

Ανώνυμοι αναγνώστες διάσπαρτοι στο δίκτυο.

Θέλω να μιλήσω, μα δεν αντέχω να ακούσω τίποτα. Δεν αντέχω συμβουλές, προτροπές, νουθεσίες. Δεν αντέχω οίκτο, λύπη, συμπόνια. Δεν αντέχω μομφές, κρίσεις, κατηγορίες. Δεν αντέχω φιλία, δεν αντέχω έχθρα, δεν αντέχω ανωτερότητα. Δεν αντέχω κανένα άγγιγμα.

Αόρατοι βουβοί αναγνώστες.

Ανοίγω ένα blog.

Χωρίς σχόλια.

Κουφό.

.

Τετάρτη 27 Μαΐου 2009

βάρος

.

Είμαι βαριά.

Πολύ βαριά.

Τόσο βαριά που δεν μπορώ να με σηκώσω.

Με δυσκολία σέρνω τον εαυτό μου στις καθημερινές ασχολίες του. Δουλειά, σπίτι, παιδί, υποχρεώσεις.

Στην αρχή προσπαθούσα να συνεχίσω την ζωή μου απαράλλαχτη, λες και δεν συνέβη τίποτα. Πήγαινα στα μαθήματα χορού, έβγαινα βράδια, έκανα εκδρομές.

Μα ήμουν βαριά.

Τόσο βαριά!

Στάθηκε αδύνατον να σηκώσω το βάρος.

Σταμάτησα σιγά-σιγά να βγαίνω. Οι φίλοι το κατάλαβαν. Το τηλέφωνο έπαψε να χτυπά. Σταμάτησα τα μισά μαθήματα. Πρόσφατα έκοψα και τα μισά από τα υπόλοιπα. Τώρα πηγαίνω μόνο μια μέρα την εβδομάδα. Ίσα-ίσα να περάσω τις εξετάσεις. Στην παράσταση δεν θα λάβω μέρος.

Είμαι πολύ βαριά.

Καμμιά φορά προσπαθώ να πετάξω.

Βλέπω τον ουρανό και τον λαχταρώ.

Είναι τόσο γαλάζιος!

Κι εγώ τόσο βαριά!

Προσπαθώ να πετάξω, απλώνω τα φτερά μου με τη χάρη μιας στρουθοκαμήλου, τρέχω, πηδάω, σταματάω. Γελοία θλιβερή ή μήπως θλιβερά γελοία;

Θυμάμαι κάποτε ήμουν ανάλαφρη.

Πώς πήρα τόσο βάρος;

.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

κι άλλα γραφτά

.

Κι ενώ όλα μοιάζουν να έχουν τελειώσει, μέσα μου ακόμη βράζω.

Και γράφω, γράφω, γράφω, γράφω.

Γράμματα που δεν στέλνω.

.

(προσωπικό αρχείο - γράμμα δέκατο) τέρμα

Αυτό το γράμμα είναι παράρτημα της ανάρτησης με τίτλο"κι άλλα γραφτά"

.

Αναμασώ μονάχη μου το τελευταίο σου γράμμα.

"Έχεις δίκιο όταν λες ότι εγώ έσπασα αυτή τη σχέση, μπορεί να μη το ήθελα να γίνει έτσι, αλλά εγώ τάραξα αυτό που είχαμε."

...«μπορεί να μην το ήθελα να γίνει έτσι»? Είσαι απίστευτος μωρό μου!

Ώστε δεν ήθελες να γίνει έτσι! Τι ήθελες λοιπόν; Να κάνεις ομελέτα χωρίς να σπάσεις αυγά; Πόσο χρόνο αφιέρωσες να σκέφτεσαι τι συνέπειες θα έχει η επιλογή σου να δεσμευτείς με άλλη; Και τι ακριβώς σκέφτηκες; Αν δεν σκέφτηκες ότι μπορεί και να μη με ξαναδείς, είσαι απλώς ηλίθιος. Αν όμως το σκέφτηκες και παρόλα αυτά προχώρησες μαζί της, τότε είσαι υποκριτής. Δεν μπορεί να μου λες «δεν ήθελα να γίνει έτσι» τη στιγμή που έκανες μια επιλογή η οποία είχε σαν πιθανή συνέπεια μεταξύ άλλων και αυτό! Και το ήξερες, φυσικά και το ήξερες. Μου είπες κάποια στιγμή, σε ένα από τα πρώτα γράμματά σου μετά τη γνωριμία σας, ότι «φοβάσαι μήπως με χάσεις από φίλη». Πράγμα που σημαίνει ότι γνώριζες πως υπάρχει το ενδεχόμενο να χαλάσει η σχέση μας. Πράγμα που σημαίνει ότι ήθελες και παραήθελες αυτό που έγινε. Μπορεί ο άμεσος στόχος σου να μην ήταν να διαλύσεις τη σχέση μας, αλλά ο άμεσος στόχος σου είχε σαν άμεση συνέπεια αυτό, και το γνώριζες.

«Νομίζω και εγώ ότι πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά, αν κάποτε θελήσεις να επικοινωνήσεις μαζί μου θα χαρώ, αν μπορέσουμε να ήμαστε πάλι φίλοι θα χαρώ περισσότερο.»

Αγόρι μου, δεν υπάρχει περίπτωση να είμαστε φίλοι ποτέ ξανά. Θα πρέπει να συμβεί κάποια κοσμογονική αλλαγή, την οποία δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ, για να μπορέσω όχι μόνο να συγχωρέσω, όχι μόνο να ξεπεράσω, όχι μόνο να αφήσω πίσω μου τα όσα έγιναν, αλλά και να νιώσω άνετα στην παρουσία σου, και επιπλέον να νιώσω την ανάγκη και την επιθυμία να ανοιχτώ ξανά σε σένα. Αυτή τη στιγμή η εμπιστοσύνη μου στο συναίσθημά σου, στην ευαισθησία σου και στη συνειδητότητά σου έχει καταστραφεί τελείως. Έχεις πέσει τόσο πολύ στην εκτίμησή μου ώστε δεν διαβλέπω να ανεβαίνεις ποτέ ξανά αρκετά ώστε να επιθυμήσω να έχω ξανά σχέση εμπιστοσύνης μαζί σου.

Οπότε ξέχνα το.

«Ότι είπα αυτό τον τελευταίο καιρό το είπα με το σκεπτικό να σε κρατήσω κοντά μου, αλλά με τους δικούς μου όρους και μου άρεσε να πιστεύω ότι θα ήταν αρκετά καλά και για εσένα.»

...«σου άρεσε να πιστεύεις ότι θα ήταν αρκετά καλά και για μένα»? Φυσικά, ο ναυτικός παντρεύεται και φεύγει στα καράβια και του αρέσει να πιστεύει ότι θα είναι αρκετά καλά για τη γυναίκα του να μένει σπίτι με τη μάνα του και να του είναι πιστή. Ο πασάς παίρνει όσες γυναίκες γουστάρει και του αρέσει να πιστεύει ότι είναι αρκετά καλά και για εκείνες να κάθονται κλεισμένες στο χαρέμι και να τρώγονται μεταξύ τους όσο εκείνος κάνει τη ζωή του και τις πηδάει όποτε του έρχεται όρεξη. Βέβαια, γιατί να μην είναι αρκετά καλά και για μένα; Και γιατί να μπεις στον κόπο να με ρωτήσεις και να με μετρήσεις και να με νοιαστείς πριν μου ετοιμάσεις το πλαίσιο όπου έπρεπε να βολευτώ, ήθελα δεν ήθελα; Αφού ήταν αρκετά καλά για μένα!

«Σε ευχαριστώ που βρέθηκες στο δρόμο μου.»

Εγώ αναθεματίζω την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκες στο δικό μου.


Κι ύστερα σιωπή.


Κι ένα μήνα μετά, άλλο ένα γράμμα.


«Έχεις δίκιο, σου συμπεριφέρθηκα άσχημα, το ήξερα αλλά το απωθούσα, απέφευγα να το κοιτάξω. Πριν από λίγες μέρες έκανα μια συνεδρία οργονοθεραπείας για κάτι συμπτώματα που εμφάνισα και ξαφνικά, εκεί που δε το περίμενα μου βγήκε ένα απίστευτο κλάμα με αναφιλητά. Έκλαιγα για τη συμπεριφορά μου απέναντί σου, για τον πόνο που σε προσκάλεσα, για τον χωρισμό μας. Έκλαιγα και δε σταματούσα.

Θέλω μόνο να σου ζητήσω συγνώμη για όλον αυτό τον πόνο, τίποτα άλλο... αυτή τη στιγμή δε μπορώ να γράψω γιατί κλαίω πάλι, ο πόνος αυτού του χωρισμού είναι και δικός μου.»

Όσο και να θέλω, δεν μπορώ να σε συμπονέσω. Ο πόνος σου δεν μου κάνει καμμία εντύπωση. Έκλαψες ένα απόγευμα, πόση ώρα; Δέκα λεπτά; Δεκαπέντε; Μισή ώρα ίσως; Έκλαψες και άλλο ένα απόγευμα, όταν μου έγραφες, φαντάζομαι και πάλι άλλο τόσο. Ίσως να βούρκωσες και κάποιο βράδυ στην αγκαλιά της κοπέλας σου, που θα κοίταξε αμέσως να σε παρηγορήσει, να γλυκάνει τον πόνο σου, να σου θυμίσει ότι όλα αυτά πάνε, πέρασαν πια, ότι στο κάτω-κάτω δεν έφταιγες εσύ, ότι επιτέλους μου ζήτησες συγγνώμη, δεν μπορείς πια να κάνεις τίποτε άλλο. Κι εσύ θα αφέθηκες στο αγκάλιασμά της, στα φιλιά της, θα άφησες να σου διώξει τον πόνο και να βάλει στη θέση του απόλαυση. Και καλά έκανες, τι άλλο να κάνεις άλλωστε;

Εγώ έκλαιγα κάθε νύχτα μια ώρα, δυο ώρες συνέχεια, στις τρεις και στις τέσσερις το ξημέρωμα με πνιχτούς λυγμούς, στον καναπέ για να μην με ακούσει κανείς, για δυο ολόκληρους μήνες. Εγώ ξεσπούσα σε αναφιλητά κάθε ώρα της ημέρας, κάθε στιγμή, την ώρα που μαγείρευα, την ώρα που δούλευα, την ώρα που έπαιζα με το παιδί, την ώρα που ετοίμαζα το πρωινό μας, ξαφνικά από το πουθενά άρχιζαν να αναβλύζουν δάκρυα και ένας λυγμός ανέβαινε στο λαιμό μου, και έσφιγγα τα σαγόνια μου για να τον συγκρατήσω, και απέστρεφα το πρόσωπό μου για να μη με δούνε, και έτρεχα στο μπάνιο και άνοιγα τη βρύση για να κλάψω λίγο με ησυχία, έστω πέντε λεπτά, έστω δέκα, χωρίς να χρειάζεται να συγκρατώ άλλο το θρήνο που ξεχείλιζε.

Δυο μήνες, πολλές φορές τη μέρα, πολλές ώρες τη νύχτα. Μονάχα μετά το προηγούμενο γράμμα που μου έστειλες, εκείνο που έλεγες ότι «ήρθε η ώρα να αποχαιρετιστούμε», μονάχα τότε μπόρεσα να βάλω μέσα μου μια παύλα δίπλα στην τελεία που είχες βάλει εσύ τον Αύγουστο και να ηρεμήσω λίγο. Πέρασα αρκετές μέρες χωρίς κλάμα, μονάχα λίγο βούρκωνα καμμιά φορά, όταν ήμουν μόνη ή αφηρημένη. Νεκρή μέσα μου, έρημη, ξεγυμνωμένη, αποκομμένη από κάθε συναίσθημα.

Και ύστερα ήρθε το γράμμα αυτό, που μου ζητούσες ειλικρινά συγγνώμη.

Ήταν η πρώτη αληθινή κουβέντα που άκουσα από σένα μετά τη γνωριμία σου μαζί της, η πρώτη κουβέντα από καρδιάς. Μου έκανε καλό, γιατί πήρες την ευθύνη σου ολόκληρη, όπως είχα πάρει κι εγώ τη δική μου προηγουμένως, και με ξεκούρασε. Αλλά ταυτόχρονα με μαλάκωσε, έλιωσε λιγάκι τον πάγο μέσα μου, και ξανάρχισα να κλαίω. Όχι τόσο πολύ όσο πριν, ούτε τόσο απεγνωσμένα. Δεν ήταν πια αναφιλητά αλλά βουβά δάκρυα, ένα ήρεμο ποτάμι θλίψης που ξεχυνόταν σε ανύποπτο χρόνο από τα μάτια μου. Τι να σου πρωτοπώ; Τι να σου δώσω να καταλάβεις;

Ως και χθες το βράδυ, μήνες μετά, εκεί που έτρωγα τη σούπα που είχε ετοιμάσει ο άντρας μου, ξαφνικά άρχισαν να κυλάνε δάκρυα και να πέφτουνε στο πιάτο. Δεν είπα τίποτα, ούτε κι εκείνος είπε τίποτα. Έχει συνηθίσει πια να με βλέπει να κλαίω δίχως να του λέω το λόγο. Κουράστηκε πια να ρωτάει και να του απαντώ «δεν θέλω να σου πω».

Κλαίω γιατί έχω μια όμορφη ζωή εδώ, μια όμορφη οικογένεια που με αγαπάει, κι εγώ δεν μπορώ να το χαρώ. Κλαίω γιατί δεν μπορώ να γευτώ αυτή τη νόστιμη σούπα που μου ετοίμασε με αγάπη ένας άντρας που εγώ δεν αγαπώ. Κλαίω γιατί δεν μπόρεσα να κάνω τη ζωή μου όπως την ήθελα, και το μόνο πια που μου απομένει, είναι να μην την εξευτελίσω, που λέει κι ο ποιητής.

Πόσο έκλαψες εσύ; Πόσο πόνεσες; Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις; Λίγα απογεύματα, ένα μοναχικό απομεσήμερο; Πόσο πονάς και πόσο υποφέρεις όταν είσαι μαζί της; Την αγκαλιάζεις και σκέφτεσαι εμένα και πονάς; Σε φιλάει και ξεσπάς σε αναφιλητά; Κάνεις έρωτα μαζί της καταναγκαστικά, για να μην την πληγώσεις, ενώ κατά βάθος θα προτιμούσες να είσαι μόνος; Μετά τον οργασμό βυθίζεσαι σε θλίψη, νιώθεις οργή και απελπισία και αηδία για τον εαυτό σου;

Όχι βέβαια. Απολαμβάνεις και χαίρεσαι την παρουσία της στη ζωή σου.

Εγώ όμως τα κάνω όλα αυτά, αγόρι μου, όλα αυτά και ακόμη παραπάνω. Σέρνω τον εαυτό μου καταναγκαστικά, τον υποχρεώνω να ζήσει, να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, τον υποχρεώνω να μιλά, να χαμογελά. Μου είναι αδύνατον όμως να χαρώ, να γευθώ τη ζωή, να απολαύσω. Δεν πηγαίνω πια εκδρομές, δεν έχω διάθεση. Έχω δυο μήνες που δεν έχω πάει καθόλου για χορό. Τις προάλλες ξεκίνησα πάλι, πιέζοντας τον εαυτό μου να προχωρήσει, να μην αφεθεί. Το σώμα μου βαρύ, δυσκίνητο, άχαρο, έχανα τα βήματα, μα πάνω από όλα έχανα τη διάθεση. Θέλω να παραιτηθώ από όλα, να κουβαριαστώ σε μια γωνιά και να κλαίω, τίποτε άλλο.

Και κουβαλώ παντού σταυρό τον πόνο μου. Έχει καταλαγιάσει κάπως τώρα πια, είναι αλήθεια. Μετά από λίγους μήνες θα είναι υποφερτός. Σε δυο ή τρία χρόνια ίσως να μπορέσω και να σκεφτώ ξανά ότι ίσως θα μπορούσα να είμαι ευτυχισμένη. Αλλά να ερωτευτώ ξανά; Να ερωτευτώ έτσι ολοκληρωτικά, να δοθώ τόσο απόλυτα όπως δόθηκα σε σένα;

Ποτέ πια, μωρό μου. Δεν έχω πλέον ψυχικά αποθέματα, δεν έχω πλέον πίστη στον έρωτα. Το ερωτικό μου κομμάτι είναι οριστικά νεκρό.

Εσύ ζητάς συγγνώμη, ρίχνεις και λίγο κλάμα και καθαρίζεις. Κανείς άλλωστε δεν περιμένει τίποτε παραπάνω από σένα, ούτε καν εγώ η ίδια.

Εγώ όμως μένω ακρωτηριασμένη, και κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα γι’ αυτό.

Όπως είπε σε μια συνέντευξη η κόρη ενός θύματος τρομοκρατικής ενέργειας:

«Ο δολοφόνος μπορεί κάποτε να γίνει μετανοημένος δολοφόνος. Όμως ο νεκρός μένει οριστικά νεκρός.»

.

(προσωπικό αρχείο - γράμμα ένατο) αποστασία

Αυτό το γράμμα είναι παράρτημα της ανάρτησης με τίτλο"κι άλλα γραφτά"

.

Έχω σκεφτεί κάποιες φορές, σε μια προσπάθεια να σε καταλάβω και να σε δικαιολογήσω, ότι ίσως όταν την γνώρισες και αποφάσισες να προχωρήσεις στη σχέση μαζί της να μην συνειδητοποίησες πλήρως ότι μπορεί και να με χάσεις ολοκληρωτικά. Ίσως να μην αντιμετώπισες μέσα σου αυτό το ενδεχόμενο. Ίσως να θεώρησες περίπου δεδομένο ότι θα μπορέσεις να μας κρατήσεις και τις δύο. Τα δυο πρώτα σου γράμματα, άλλωστε, κάτι τέτοιο δείχνουν.

Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα πάρα πολύ όταν στο τρίτο γράμμα σου μου είπες ότι εκείνη θα έχει πρόβλημα να με δεις ιδιωτικά. Εκεί ήταν που πραγματικά ταράχτηκα, εκεί ήταν που πραγματικά κάτι άλλαξε μέσα μου, κάτι μετατέθηκε, μετακινήθηκε, ξεχαρβαλώθηκε. Όπως όταν τραβάς ένα ξυλάκι από έναν πύργο mah jong.

Δεν μπορούσα να καταλάβω.

Αφού εγώ ήμουν το κορίτσι σου, η γυναίκα σου, η νεράιδα σου, πώς ήταν δυνατόν να μην μπορείς να με δεις ιδιωτικά; Φυσικά και μπορούσες! Αν η άλλη είχε πρόβλημα με αυτό, ας κοίταζε να το λύσει, ας κοίταζες κι εσύ πώς θα το χειριστείς. Δεν ήταν δυνατόν να δεχτείς να μη με ξαναδείς ιδιωτικά επειδή έτσι ήθελε η άλλη! Ή μήπως ήταν;

Γι’ αυτό σε ρώτησα τι ακριβώς εννοούσες.

Η απάντησή σου ήταν ξεκάθαρη.

Είναι το κορίτσι μου, είναι η γυναίκα μου, είναι πρώτη προτεραιότητα για μένα. Είναι του χαρακτήρα της δέσμευσης, δέχεται τα ερωτικά παιχνίδια αλλά μόνο μέσα στο πλαίσιο του ζευγαριού. Ανταλλαγή παρτενέρ, τρίγωνα, παρτούζες, πάντα όμως μαζί, σαν ζευγάρι.

Τι θέση θα είχα εγώ εκεί;

Όποια κι αν ήταν η θέση μου, ένα πράμα ήταν τελείως ξεκάθαρο: ότι τη θέση της συζύγου, της συντρόφου, της γυναίκας σου, θα την είχε πάντα και σε κάθε περίπτωση εκείνη. Δεν υπήρχε χώρος για εμένα εκεί.

Τότε σου έγραψα ότι το ερωτικό κομμάτι της σχέσης μας τελείωσε.

Για μένα αυτή ήταν η κρίσιμη στιγμή.

Εκεί, τότε, αν δεν είχες καταλάβει μέχρι τότε ότι μπορούσες να με χάσεις ολοκληρωτικά, εκεί και τότε θα πρέπει να το κατάλαβες.

Και αν μετρούσα για σένα όσο νόμιζα, όσο έλεγες ότι μετρώ, εκεί και τότε θα είχες κάνει κάτι για να με κρατήσεις.

Δεν το έκανες.

Έκανες κάθε τι που περνούσε από το χέρι σου για να κατοχυρώσεις τη θέση της, για να οριοθετήσεις τα δικαιώματά τηςπάνω σου. Ξεκαθάρισες και τόνισες πως ότι σχέση θα είχες, αν είχες, μαζί μου, θα βρισκόταν στο περιθώριο της σχέσης σου με εκείνη.

Αν, ακόμη και τότε, είχες πει ότι με αγαπάς τόσο πολύ ώστε δεν αντέχεις με χάσεις, ότι μπορεί εκείνη να σου καλύπτει κάποιες ανάγκες αλλά ότι έχεις και άλλες που μόνον εγώ μπορώ να καλύψω, ότι έχεις ανάγκη να με κρατήσεις στη ζωή σου και ότι θέλεις να βρούμε μαζί έναν τρόπο να γίνει αυτό, αν είχες τοποθετηθεί έτσι, θα είχα δεχτεί να διαπραγματευτώ, να προσπαθήσω να βρω κι εγώ τρόπους να ισορροπήσουν οι δυο σχέσεις.

Όμως εσύ τοποθετήθηκες αλλιώς.

Νοιάστηκες πάνω απ’ όλα να τονίσεις ότι εσύ και εκείνη είσαστε ζευγάρι, ότι η ανάγκη σου να με δεις δεν είναι τόσο επιτακτική, ότι θα σου άρεσε να με έχεις αλλά μόνο υπό ορισμένους όρους, τους όρους που έθετε εκείνη και που εσύ υιοθετούσες αδιαπραγμάτευτα, γιατί μετρούσε πια τόσο πολύ για σένα ώστε να αντέχεις να με παραγκωνίσεις τελείως, ώστε να αντέχεις στη σκέψη να με χάσεις. Δεν άντεχες να χάσεις εκείνην, άντεχες όμως να χάσεις εμένα. Τι πιο ξεκάθαρο;

Εκεί τελείωσαν λοιπόν όλα.

Και δεν έφταιγε το γεγονός ότι ήμουν ακόμη με τον άντρα μου. Δεν έφταιγε αυτό και το ξέρεις πάρα πολύ καλά. Ήξερες ότι ήθελα να χωρίσω, ότι αμφιταλαντευόμουν αλλά το ήθελα. Θα μπορούσες να με στηρίξεις, να με βοηθήσεις, να μου δώσεις την αγάπη σου για να πιαστώ και να κάνω το βήμα, για να σταθώ στα πόδια μου τις πρώτες δύσκολες μέρες ή εβδομάδες. Θα μπορούσες να περιμένεις λίγο ακόμη, δεν σου λέω μια ζωή, λίγο μόνο, λίγες εβδομάδες, ένα δύο μήνες. Θα μπορούσες επειδή θα το ήθελες, επειδή θα το λαχταρούσες, γι’ αυτό και μόνο.

Αν μετρούσα αρκετά για σένα, θα έκανες μια προσπάθεια να με κρατήσεις, ακόμη κι έτσι, ακόμη και ενόσω ήμουν με τον άντρα μου, ακόμη και αφού γνώρισες εκείνη. Θα έκανες μια προσπάθεια γιατί θα το ήθελες, θα το λαχταρούσες. Αληθινή προσπάθεια, όχι μια πρόταση με δικούς σου όρους, αδιαπραγμάτευτους, και αν δε μου αρέσει τη βόλτα μου. Αληθινή προσπάθεια, με υποχωρήσεις, με διαπραγματεύσεις, με προσεγγίσεις, με θυσίες στην ανάγκη.

Το πράγμα είναι απλό και ξεκάθαρο:

Γούσταρες τη σχέση μαζί της περισσότερο απ’ όσο τη σχέση μαζί μου. Ακόμη και ελεύθερη, εγώ θα ήμουν σε θέση να σου καλύψω ορισμένες ανάγκες σου, όχι όμως όλες, και οπωσδήποτε όχι αρκετές για να νιώθεις ότι δεν χρειάζεσαι άλλη γυναίκα. Η απόσταση και μόνο ήταν ανυπέρβλητο εμπόδιο: άλλο πράγμα μια γυναίκα τόσα χιλιόμετρα μακριά, με υποχρεώσεις να την κρατούν εκεί, με μικρό παιδί, και άλλο μια γυναίκα στην ίδια πόλη με σένα, διαθέσιμη καθημερινά, με τα παιδιά της μεγάλα πια. Αλλά δεν ήταν μόνο η απόσταση, έτσι δεν είναι, μωρό μου; Ήταν και το γεγονός ότι εκείνη σου άρεσε, τη γούσταρες, την έβρισκες μαζί της τουλάχιστον όσο και μαζί μου, και κατά πάσα πιθανότητα περισσότερο. Σου κάλυπτε απόλυτα όλες σου τις ανάγκες, κι αν όχι όλες τουλάχιστον τις περισσότερες, οπωσδήποτε περισσότερες από όσες εγώ, και οπωσδήποτε αρκετές για να θέλεις να την κρατήσεις κοντά σου με κάθε τρόπο, έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έχανες τη σχέση σου μαζί μου.

Να την έχεις να τη χαίρεσαι, λοιπόν, την κοπέλα σου.

Είναι όλη δική σου.

.