Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2009

ελευθερία

.

Αγαπούσα την ελευθερία μας.

Ελευθερία για μένα σήμαινε να επιλέγω κάθε φορά να είμαι μαζί σου, όχι επειδή πρέπει, αλλά επειδή θέλω. Ελευθερία σήμαινε να είσαι κοντά μου όχι δεμένος από μια υπόσχεση, αλλά επειδή το λαχταρούσες. Ελευθερία σήμαινε να φεύγουμε και να γυρίζουμε, να μπορούμε να διαθέτουμε το κορμί και την καρδιά μας όπως θέλαμε. Ελευθερία σήμαινε να είσαι μαζί μου επειδή ήμουν η καλύτερη επιλογή για σένα, όχι επειδή δεν είχες άλλες επιλογές.

Η απόσταση μας εμπόδιζε να βρισκόμασταν όσο συχνά θα θέλαμε. Σε συναντούσα όμως κάθε μέρα μέσα στα γράμματά σου. Μου έγραφες για μια κοπέλα που γνώρισες στη δουλειά, για μια φίλη που πίνατε καφέ και κουβεντιάζατε, για μια συνάδελφο που πήγατε εκδρομή μαζί. Σου έγραφα για τους άντρες που με κοίταζαν, για τις κοπέλες που με μαγνήτιζαν, για τις κοντές φούστες και τις εφαρμοστές μπλούζες, για ένα παθιάρικο χορό με ένα αγόρι που είχε τα μισά μου χρόνια.

Μοιραζόμασταν τα πάντα, κάθε στιγμή της ζωής μας. Ήμουν μαζί σου όταν αγκάλιαζες άλλες γυναίκες, και ήσουν μαζί μου όταν φλέρταρα με άλλους άντρες. Πράμα παράξενο, τώρα που είμαι μόνη, καθόλου δεν θέλω να φλερτάρω, δεν θέλω να δω ούτε άντρα ούτε γυναίκα, ούτε για δείγμα. Όταν ήμουν μαζί σου, θαρρείς και ο ερωτισμός ξεχείλιζε, περίσσευε, ένιωθα τόσο γεμάτη από αισθησιασμό ώστε ήθελα να τον σκορπίσω παντού γύρω, ήθελα να γοητεύσω το σύμπαν με τον καινούριο θηλυκό εαυτό μου.

Μοιραζόμασταν τα πάντα. Τις ιδιοτροπίες, τις αποκλίσεις, τις φαντασιώσεις.

Σου μίλησα για τον μεγάλο έρωτα της ζωής μου, μια κοπέλα με γαλάζιο χαμόγελο και κορακάτη χαίτη, με σώμα πλασμένο από λευκό πηλό. Μου μίλησες για τη δική σου χαμένη αγάπη, ένα μικροκαμωμένο κορίτσι με λουλουδάτο όνομα και σχιστά μάτια. Σου μίλησα για το φόβο και το μίσος που έτρεφα από μικρή για τους άντρες, κληρονομιά της μάνας μου, ακατανόμαστη απειλή ανάκατη με ακατανόητη έλξη. Απεχθανόμουν τη γυναικεία φύση μου, προσπάθησα να την ακυρώσω, να την τυλίξω μέσα σε γύψο και επιδέσμους και να της δώσω σχήμα τετράγωνο, αντρικό. Δεν τα κατάφερα, μα ούτε κατάφερα ποτέ να την δεχτώ. Οι άντρες έμοιαζαν να είναι αναγκαίο κακό, μοιραία ευθύνη και έργο καταναγκαστικό. Τους ποθούσα και τους αποστρεφόμουν.

Και μαζί σου για πρώτη φορά αγαπούσα έναν άντρα σαν γυναίκα, και ένιωθα στρογγυλή και μαλακή και δεκτική. Γιατί ήσουν σαν ένα γαλήνιο κύμα που πλημμυρίζει την ακτή. Ενώ όλοι οι άλλοι πάντα φάνταζαν παρείσακτοι, ιππότες πάνοπλοι με τη λόγχη έτοιμη να διαπεράσει τον εχθρό και να κατακτήσει θριαμβευτικά την καρδιά της δέσποινάς τους, εσύ καθόσουν σταυροπόδι ξαρμάτωτος στην πόρτα του κάστρου, με κείνο σου το χαμόγελο, και οι κλειδαριές έλιωναν, οι αμπάρες θρυμματίζονταν, οι βαριές θύρες άνοιγαν διάπλατες από μόνες τους, σπρωγμένες θαρρείς από απαλό αεράκι.

Μαζί σου για πρώτη φορά ένιωσα Γυναίκα, γαμώτο, και τώρα που το γράφω δακρύζω.

Μαζί σου ένιωθα ελεύθερη.

Ελεύθερη να ποθήσω, ελεύθερη να δοθώ.

Σου είπα πόσο λάτρευα τις γυναίκες, πλάσματα αέρινα και καμπυλωτά, καμωμένα από πηλό και ζάχαρη. Πόσο αγαπούσα να εξερευνώ υγρές πτυχές, να γεύομαι τραγανά φρούτα. Πόσο εύκολο μου ήταν να αγαπήσω τις γυναίκες, ίσως επειδή ήμουν κι εγώ η ίδια μια γυναίκα. Ποιος άλλος μπορεί να εισχωρήσει άσφαλτα στο σκοτεινό λαβύρινθο της γυναικείας ψυχής, εκτός από μια γυναίκα; Ποιος άλλος μπορεί να αγγίξει πιο τρυφερά τα φυλλοκάρδια της, φτερά πεταλούδας που διαλύονται αφήνοντας μια πολύχρωμη σκόνη στα δάχτυλα; Ποιος μπορεί να γνωρίζει μια γυναίκα καλύτερα από όσο τη γνωρίζει μια άλλη γυναίκα;

Μαζί σου μπορούσα να μιλώ για όλα αυτά, για άντρες, για γυναίκες, για ηδονή, για έρωτα. Μπορούσα να μοιραστώ πόθους και περιπέτειες, ένιωθα ελεύθερη να τα χαρώ, ξέροντας ότι κι εσύ ήσουν ελεύθερος να κάνεις το ίδιο. Και κάθε φορά που σε συναντούσα, είχα την απερίγραπτη ικανοποίηση να ξέρω ότι γύρισες σε μένα όχι από υποχρέωση, αλλά από λαχτάρα.

Μαζί ήμασταν ελεύθεροι.

Ελεύθεροι να είμαστε μαζί.

Αυτήν την ελευθερία αγάπησα πάνω από κάθε τι άλλο.

Αυτήν την ελευθερία δεν θα την έχανα με τίποτα.

Αυτήν την ελευθερία την κράτησα ως το τέλος.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: