Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2008

τώρα

Σκαλίζω τη φωτιά. Φυσώ τα κάρβουνα. Τα βλέπω να αναζωπυρώνονται, σαν κάφτρα του τσιγάρου. Μικρές γλώσσες φωτιάς προβάλουν και χορεύουν.

Φυσώ τα ξύλα, πάλι και ξανά, βλέπω τις φλόγες, το πορτοκαλί φως της θράκας να ζωντανεύει από μέσα, να σπιθίζει. Το πρόσωπό μου καίει.

Για μια ατελείωτη στιγμή είμαι στο τώρα.

Nirvana.

Όταν σηκώνω το κεφάλι μου, η ώρα είναι περασμένη. Γυρίζω στη ροή του χρόνου, ανεβαίνω πάλι στο τραινάκι των ονείρων και των αναμνήσεων.

Sansara.

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

απόσταγμα

.

Είναι χριστούγεννα.

Πέρυσι τέτοιον καιρό σε αγαπούσα.

Πέρυσι τέτοιον καιρό με αγαπούσες.

Πέρυσι τέτοιον καιρό ήμουν ζωντανή.

Δεν νιώθω πια πόνο, ούτε θλίψη. Τα νεκρωμένα μέλη δεν πονούν. Με το νυστέρι κόβω τις σάπιες σάρκες χωρίς να νιώθω το παραμικρό. Το τοπίο καθαρίζει. Οι απανθρακωμένοι κορμοί απομακρύνονται. Η πλαγιά προβάλλει γυμνή, άγονη, σκληρή, μέσα στο ανελέητο λευκό φως.

Χώμα πασπαλισμένο με γκρίζα στάχτη, λίπασμα για τους σπόρους τους κρυμμένους στην αγκαλιά της γης. Κάποτε θα φυτρώσουν, μα είναι νωρίς ακόμη. Ακόμη είμαι καμμένη γη.

Αν έχει απομείνει μέσα μου κάτι, είναι το μίσος. Καθαρό μίσος. Απλλαγμένο πια από φθόνους, μικρότητες, μνησικακίες. Μίσος αγνό, ατόφιο, αμόλυντο.

Απόσταγμα μίσους.



Διάβασα πρόσφατα ένα άρθρο για τον Χίμλερ. Στερημένο από συναισθηματική τροφή, το μικρό αγόρι αποσύρθηκε, οχυρώθηκε, γέμισε την ψυχή του αγκαθωτό σύρμα. Όπως γράφει ο ίδιος στο προσωπικό του ημερολόγιο, το οποίο τηρούσε απαρέγκλιτα από παιδί ακόμη, αποφάσισε να πάψει να είναι ευάλωτος. Προκαλώντας πόνο στους άλλους επιβεβαίωνε ξανά και ξανά στον εαυτό του ότι ήταν άτρωτος στα συναισθήματα.

Υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι να πάψεις να είσαι ευάλωτος στον πόνο. Ο ένας είναι να αποφασίσεις να απολαμβάνεις τον πόνο που σου προκαλούν, ο άλλος είναι να αποφασίσεις να απολαμβάνεις τον πόνο που προκαλείς στους άλλους. Πολλοί διαλέγουν και τους δυο.

Εγώ διάλεξα το δρόμο του πολεμιστή.

Κράτησα μέσα μου το μίσος. Το μίσος που εσύ μου χάρισες. Οπλίζει την καρδιά μου.

Ρουφώ ανηδονικά το σπάνιο απόσταγμα.

Ποθώ να το μοιραστώ μαζί σου.

Ανήκει και στους δυο μας.

Καλή μας αντάμωση.

.

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

πέπλα

Ετοιμαζόμουνα από μέρες, από εβδομάδες.

Πρώτα η μουσική. Να την ακούσω πολλές φορές, να την αφήσω να διαποτίσει το μυαλό και το κορμί μου. Να την αφήσω να κινήσει εκείνη τα μέλη μου.

Ύστερα τα πέπλα. Ένα κερασί διάφανο στη μέση. Κι ένα πορτοκαλί με χάντρες για τα χέρια.

Πρόβες πολλές, στιγμές κλεμμένες, με την ψυχή στο στόμα μην έρθει κανείς απροσδόκητα. Μελετώ τις κινήσεις, υπολογίζω τις στροφές, μετρώ, ξαναμετρώ, γυρίζω πίσω και ξαναρχίζω, πολλές φορές. Δοκιμάζω τα πέπλα, τα τυλίγω, τα στριφογυρίζω, καλύπτω και αποκαλύπτω.

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη, στην αρχή με συστολή, ύστερα όλο και πιο θαρρετά. Τολμώ να δω το σώμα μου γυμνό, έτσι όπως θα το δεις εσύ σε λίγες εβδομάδες.

Ξαφνιάζομαι από την ομορφιά του.

Όλα είναι έτοιμα.

Χυμένοι οι δυο μας στο κρεβάτι, αποκαμωμένοι από τα αγκαλιάσματά μας. Πόση χαρά να σε βλέπω πάλι, πόση χαρά να ακόυω τη φωνή σου, το γέλιο σου, το γέλιο μου. Πόσο διψούσα για το γέλιο αυτό.

- Έχω ένα δώρο για σένα.
Χαμογελάς.
- Πήγαινε στο μπάνιο και έλα όταν σε φωνάξω.

Χαμηλώνω τα φώτα, βγάζω το κασετόφωνο, βάζω τα πέπλα.

- Έλα.

Η μουσική αρχίζει.

Όλες οι πρόβες χαμένες, όλα ξεχασμένα, απίστευτη αγωνία, τρέμουν τα γόνατά μου, το στόμα μου στεγνώνει, η καρδιά μου πάει να σπάσει. Δεν θυμάμαι κινήσεις, δεν θυμάμαι πια τίποτα, η μουσική με πνίγει σαν ακράτητο κύμα. Δεν είμαι πια εγώ που χορεύω, είναι μια ερωτευμένη έφηβη, αδέξια και τρυφερά, ντροπαλά και προκλητικά, μόνο για σένα.

Αφήνω το πέπλο να πέσει.

Η μουσική τελειώνει.

Τρέμω ολόκληρη.

Για σένα.


Έλα.



Get Your Own Player!








Ea

de Diana Navarro


Pasaran las horas
también los días
y estará mi corazón
acordándose de ti.

Cerraré los ojos
pa’ no borrarte
y guardarme tu sabor
solamente para mí.

ah, hasta que tu vuelvas
ah, guardaré mi vida
ah, escondida para ti

Cántame al oído
lo que tu quieras
y te esperaré mi amor
todo el tiempo que me dieras.

Soñaré contigo

en la madrugada

y hablaré siempre de ti

corazón siempre de ti.



Έα

της Ντιάνα Ναβάρρο


Πώς περνούν οι ώρες

περνούν κι οι μέρες

κι η καρδιά μου σπαρταρά

μόνο εσένα λαχταρά


Τα μάτια θα κλείσω

να μη σε σβήσω

και τη γεύση σου κρατώ

μες στο στόμα το κλειστό


αχ, μέχρι να γυρίσεις

αχ, θα σε περιμένω

αχ, μοναχά για σένα ζω


Θα μου ψιθυρίσεις

πως θα γυρίσεις

κι εγώ θα σε καρτερώ

γαντζωμένη στον καιρό


Θα ’ρθεις στο όνειρό μου

σαν ξημερώνει

σιωπηλά θα σου μιλώ

και τυφλά θα σ’ αγαπώ




Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2008

καθρέφτης

Θέλω να σε νιώσω κοντά μου πάλι. Και είσαι τόσο μακριά. Τόσο κοντά και τόσο μακριά.

Θα σε γυρέψω μέσα στον καθρέφτη.

Βγάζω από το συρτάρι το κορμάκι και τις ζαρτιέρες. Κουμπώνω τις κόπιτσες. Ανεβάζω αργά τις μαύρες κάλτσες. Λύνω τα μαλλιά μου και τα αφήνω να με χαϊδέψουν. Χαμηλώνω τα φώτα.

Κοιτάζομαι στον καθρέφτη με τα δικά σου μάτια.

Αγγίζω το στήθος μου με τα δικά σου χέρια.

Γνωρίζω το σώμα μου για πρώτη φορά.

Γυρίζω την πλάτη μου στον καθρέφτη και κοιτάζω πάνω από τον ώμο. Νιώθω το βλέμμα σου πάνω μου. Βλέπω μια γυναίκα όμορφη, θηλυκή, αισθησιακή, έτοιμη να μου δοθεί.

Θέλω να την κάνω δική μου.

Θέλω να με κάνεις δική σου.

Εξερευνώ το κορμί μου, το αγγίζω, το γνωρίζω. Είναι τα δικά σου χέρια που με χαϊδεύουν, είναι το δικό σου άγγιγμα που μου ξυπνά τις αισθήσεις. Ανοίγω ελαφρά τα πόδια μου. Το βλέμμα μου καρφωμένο στα μάτια του καθρέφτη.

Τη θέλω αυτή τη γυναίκα, θέλω να την κερδίσω, να την κατακτήσω, να την ερεθίσω.

Νιώθω μια ελαφριά ζάλη, τα πόδια μου δεν πατούν πια στο πάτωμα, βουλιάζω στον αέρα.

Το πρόσωπό μου παραμορφώνεται από μια κραυγή, ένα βαθύ βογκητό μέσα από το στέρνο. Πόσο πρωτόγνωρη είναι αυτή η έκφραση. Μοιάζει λίγο σαν ικεσία, λίγο σαν θρήνος. Πασχίζω να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά.

Πρώτη φορά με αντικρίζω έτσι όπως με αντικρίζεις εσύ.

Είναι μια αλλόκοτη και μαγική στιγμή.

Βλέπω τον εαυτό μου από μέσα.

Βλέπω τον εαυτό μου από έξω.

Η άλλη όψη του καθρέφτη.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

επιστροφή

- Θέλω να μιλήσουμε.

Για κάποιο λόγο μου είναι αδύνατον να του πω όχι. Ξέρω ότι δεν τον θέλω, ξέρω ότι θέλω να μείνω μόνη μου, ξέρω ότι η σχέση αυτή έχει πεθάνει μέσα μου. Όμως παρόλα αυτά ανοίγω πειθήνια την πόρτα, του λέω να περάσει, να καθήσει, μιλώ μαζί του, χαμογελώ.

Τον αγαπάω, τον πονάω, τον νοιάζομαι.

Τόσα χρόνια μαζί, πώς να τα σβήσω μονοκοντυλιά; Τόσα χρόνια χαρές και βάσανα, μίσος και αγάπη, καυγάδες και έρωτες, πώς να τα χώσω στον τενεκέ και να κλείσω αποπάνω το καπάκι;

Και το παιδί; Όχι τόσο για εκείνο, όσο για εκείνον. Πώς να του στερήσω την καθημερινή παρουσία του παιδιού του; Πού να πατήσω; Πώς να αρνηθώ ότι έχει κάνει αγώνα για να είναι καλός πατέρας και σύζυγος, πώς να αρνηθώ ότι μας αγαπάει αληθινά;

- Άσε με να το σκεφτώ, σε παρακαλώ, θέλω να πάρω χρόνο...

Μα ο χρόνος τρέχει σε βάρος μου. Αργά, ανεπαίσθητα, τον βρίσκω να παρεισφρύει στη ζωή μου. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Νιώθω μια τεράστια κούραση, νιώθω ενοχές. Είναι το σπίτι του εδώ, πώς να τον διώξω; Βρήκα τη δύναμη εκείνη τη μέρα, πριν έξι μήνες, μα εκείνη η μέρα πέρασε, και δεν έχω τόση δύναμη ώστε να αντιστέκομαι κάθε μέρα, τόσες μέρες.

Θέλω να πιαστώ από εσένα, μα πώς να το κάνω;

Εσύ είσαι παντρεμένος, έχεις μια δική σου ζωή, χιλιόμετρα μακριά από μένα. Το πρώτο πράγμα που μου είπες ήταν ότι δεν έχεις σκοπό να χωρίσεις, ότι δεν αντέχεις να στερηθείς την παρουσία του παιδιού σου. Πολλές φορές μου ξεκαθάρισες ότι δεν μπορούσα να περιμένω τίποτε από εσένα, ότι δεν είχες τίποτε να μου προσφέρεις πέρα από ελάχιστες στιγμές κλεμμένης ευδαιμονίας, ότι δεν ήθελες να με δεσμεύσεις γιατί δεν μπορούσες να δεσμευτείς.

- Ας μη βιαστούμε, σε παρακαλώ, ας περιμένουμε λίγο ακόμη...

Κάθε μέρα κάτι λίγο. Κάτι μικρό. Ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα βιβλίο, μια οδοντόβουρτσα. Κι ένα βράδυ κοιμήθηκε εδώ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά. Δεν αντιστάθηκα. Δεν υποχώρησα, ούτε αγωνίστηκα. Το δέχτηκα παθητικά, μοιρολατρικά. Μέρος της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

- Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσουμε ξανά μαζί. Θέλω να το σκεφτώ ακόμη, σε παρακαλώ δώσε μου χρόνο.

Κούφια λόγια και το ξέραμε και οι δύο. Είχε ήδη γυρίσει, η επιστροφή είχε συντελεστεί, παρουσία μου και ερήμην μου. Κι εγώ είχα σκύψει το κεφάλι και τον είχα αφήσει να χαϊδέψει τις ορθωμένες αγριεμένες τρίχες στο σβέρκο μου.

- Καλό κορίτσι.
-...
- Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο!

Κατάπια το γρύλισμα και τον άφησα να μου φορέσει ξανά τη γνώριμη αλυσίδα. Γιατί η συνήθεια είναι η ισχυρότερη δύναμη στο σύμπαν.

Αισθάνομαι ότι ολισθαίνω αργά μα αμετάκλητα σε μια πράσινη πλαγιά στρωμένη με μούσκλια, ότι γλιστρώ ανεπαίσθητα προς το γκρεμό. Πάνω μου ο ουρανός καταγάλανος, η φύση γαλήνια, τίποτε δεν προμηνύει την επερχόμενη αναπόφευκτη πτώση.

Μόνον εγώ γνωρίζω. Και παρακολουθώ την καθοδική πορεία μου ακίνητη, παγωμένη, υπνωτισμένη. Αφήνομαι να συρθώ σαν ναρκωμένη.

Ακολουθώ τον αφέντη μου, σαν εξημερωμένος λύκος.

.............................................................................

The she-wolf stood over against her cub, facing the men, with bristling hair, a snarl rumbling deep in her throat. Her face was distorted and malignant with menace, even the bridge of the nose wrinkling from tip to eyes so prodigious was her snarl.

Then it was that a cry went up from one of the men. "Kiche!" was what he uttered. It was an exclamation of surprise. The cub felt his mother wilting at the sound.

"Kiche!" the man cried again, this time with sharpness and authority.

And then the cub saw his mother, the she-wolf, the fearless one, crouching down till her belly touched the ground, whimpering, wagging her tail, making peace signs. ... She, too, rendered submission to the man-animals.

Jack London, White Fang


Η λύκαινα στάθηκε πάνω απ' το κουτάβι της, φάτσα στους άντρες, με τρίχες ορθωμένες, το μουγκρητό έβραζε βαθιά μέσ' στο λαιμό της. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο, άγριο και απειλητικό, η μουσούδα τόσο ζαρωμένη που η μύτη έφτανε ως τα μάτια, τόσο τρομερό ήταν το γρύλισμά της.

Τότε ένας άντρας έβγαλε μια κραυγή. "Κίτσε!" ήταν η λέξη που είπε. Σαν επιφώνημα έκπληξης. Το κουτάβι ένιωσε τη μάνα του να λιώνει στο άκουσμά της.

"Κίτσε!" είπε ξανά ο άντρας, τούτη τη φορά κοφτά κι επιτακτικά.

Και τότε το κουτάβι είδε τη μάνα του, τη λύκαινα, την ατρόμητη, να λουφάζει και να σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα, κλαψουρίζοντας, κουνώντας την ουρά της, σημάδι ανακωχής. ... Κι αυτή ακόμη δήλωνε υποταγή στον Άντρα.

Τζακ Λόντον, Ο Ασπροδόντης

μετάφραση δική μου (κομμάτι ελεύθερη, ομολογώ).

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

δίχως έλεος

- Ρίξε μια ματιά σ' αυτό το βίντεο. Η γκόμενα τραβάει, υπάρχουν κάποιοι κολλημένοι που την παρακολουθούν συνέχεια. Πες μου πώς σου φαίνεται.

Δεν απάντησα. Δεν χρειαζόταν να απαντήσω. Στην επόμενη συνάντησή μας ήξερα τι να κάνω.

Περίμενα να πας στο μπάνιο και έσβησα τα φώτα στο δωμάτιο, αφήνοντας μονάχα το φως του διαδρόμου. Κάθησα πάνω στο διπλό κρεβάτι με τα πόδια λυγισμένα στο πλάι. Γοργόνα της Κοπεγχάγης ντυμένη. Μαύρο κολλητό παντελόνι και μπλούζα λεοπάρδαλη. Τα πόδια και το κεφάλι μου στη σκιά. Μονάχα μια λουρίδα φως στο στήθος.

Κοντοστάθηκες, γυμνός, στο άνοιγμα της πόρτας.

- Ώστε σου αρέσει αυτή η γκομενίτσα;

Γελάς.

- Ώστε γουστάρεις να τη βλέπεις;

Το γέλιο σου έχει μια πινελιά φόβου.

- Ώστε γουστάρεις να υπακούς; Γουστάρεις υποταγή;

Το βλέμμα μου σε οδηγεί στο κρεβάτι. Σε πιάνω από τα χέρια και σε ρίχνω στο στρώμα.

- Είσαι δικός μου τώρα.

Η ανάσα σου βαριά.

- Είσαι δικός μου.
- Ναι!

- Είσαι δεμένος στο κρεβάτι. Είσαι στο έλεός μου.

- Ω ναι!
Χαϊδεύω αργά όλο σου το σώμα. Σπαρταράει κάτω από το άγγιγμά μου. Γελάω.
- Ήσουν κακό παιδί. Πολύ κακό. Και πρέπει να πληρώσεις.
- Ναι.
Σκύβω πάνω σου και σε παίρνω στο στόμα μου. Τα μαλλιά μου χυμένα στην κοιλιά σου. Τα μάτια μου καρφωμένα στα δικά σου.
- Submit and obey.
Μένεις ακίνητος. Καρφωμένος στο στρώμα. Παίζω μαζί σου. Όση ώρα θέλω.
- Δεν μπορείς να σηκωθείς. Δεν μπορείς να κινηθείς.
- Όχι.

- Θα κάνεις ό,τι σου λέω.
- Ναι.
- Μείνε ακίνητος.

Βγάζω τα ρούχα μου και ανεβαίνω πάνω σου. Κάνεις να με αγγίξεις. Πιάνω τα χέρια σου και τα καρφώνω ανοιχτά στο κρεβάτι. Μένεις ακίνητος. Υποταγμένος εσταυρωμένος.

Είναι απίστευτα ηδονική αυτή η αίσθηση του ελέγχου, του ελέγχου στο μυαλό, στο σώμα. Είσαι δικός μου, είσαι το παιχνίδι μου. Και σου αρέσει.

Σε παίρνω πάλι στο στόμα μου. Τραβιέμαι λίγο πίσω και σε κοιτάζω, από πολύ κοντά. Θέλω να κρατήσω αυτήν την εικόνα με κάθε λεπτομέρεια μέσα στο μυαλό μου.

Σε αγγίζω απαλά με τη γλώσσα και σε νιώθω να μου παραδίνεσαι.

Έτσι όπως σε ονειρεύτηκα.

Έτσι όπως σε θέλω.

Στο έλεός μου.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

επαναφορά

Φτάνω στη σχολή, ανεβαίνω τις σκάλες. Πάνω αντηχούν ποδοκροτήματα και ακόρντα κιθάρας. Χώνομαι στα αποδυτήρια προσπαθώντας να περάσω όσο μπορώ πιο απαρατήρητη. Αλλάζω στα γρήγορα, εύχομαι να ήμουν αόρατη.

Μπαίνω στην αίθουσα.

Έκπληξη, γέλια φωνές, πού ήσουν τόσον καιρό, πού χάθηκες; Όλα καλά; Μοιράζω χαμόγελα και ασάφειες δεξιά και αριστερά. Όλα δύσκολα. Το σώμα δυσκίνητο, σκουριασμένο, μήνες αχρησίας. Ασθμαίνω στις ασκήσεις, χάνομαι στις φιγούρες. Όλες γύρω μου πετούν, εγώ σέρνομαι. Πεισματωμένη τιθασεύω την παρόρμηση να τρέξω έξω, μακριά, να φύγω, να παραιτηθώ.

Θέλει χρόνο, λέω μέσα μου.

Πάρε το χρόνο σου.

Σιγά-σιγά.

Πόδια, χέρια, κορμί, όλα παραλυμένα. Μα το πιο δύσκολο είναι το μυαλό. Σκορπισμένο σε χίλιες κατευθύνσεις, νωθρό, παραιτημένο. Αδύνατον να το συγκεντρώσω. Κάποτε έφτανε να δω μια κίνηση μια φορά για να την εκτελέσω. Τώρα, δέκα φορές και πάλι μου φαίνεται άγνωστη.

Κοιτάζω στον καθρέφτη.

Στον μεγάλο καθρέφτη που πιάνει όλο τον τοίχο.

Στον μεγάλο καθρέφτη που για ένα ολόκληρο χρόνο αντίκριζα μια γυναίκα νέα, όμορφη, γεμάτη δύναμη και χάρη.

Στο μεγάλο καθρέφτη που αντίκριζα τη γυναίκα σου.

Τη γυναίκα που εσύ έπλασες μέσα μου.

Εσύ που δεν είσαι πια μαζί μου.

ΣΟΚ.

Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα άχαρη, μεγάλη, κουρασμένη, γερασμένη. Τα γκρίζα της μαλλιά πιασμένα κότσο, το σώμα της βαρύ μέσα στα μαύρα ρούχα.

Απέναντί μου στέκει μια γυναίκα στεγνή, νεκρωμένη.

Απέναντί μου στέκει μια μοιρολογίστρα.

Στέκομαι στην άκρη, κοντά στον τοίχο. Περιμένω τη σειρά μου για να εκτελέσω μια άσκηση. Το μυαλό μου πλανιέται σε μια αχανή παγωμένη έκταση. Αδυνατώ να το φέρω πίσω. Νιώθω τα δάκρυα να με καίνε. Ξεπηδούν ανεξέλεγκτα σαν εμετός. Κάνω πως κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Κρύβω το πρόσωπό μου πίσω από την κουρτίνα.

Ευτυχώς κρατά λίγο.

Πηγαίνω στην τουαλέτα, από εκεί στα αποδυτήρια, αλλάζω, φεύγω.

Μέσα στο αυτοκίνητο, στο δρόμο της επιστροφής, ξερνάω ουρλιαχτά λαβωμένης τίγρης. Οι κραυγές αντηχούν στο μικρό χώρο και με τρομάζουν. Αδύνατον να τις συγκρατήσω. Θέλω να σε πιάσω και να σου πω σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θέλω να υποφέρεις, ποτέ δεν θα υποφέρεις όσο εγώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ'αγαπώ, ποτέ δεν θα αγαπήσω ξανά, μου έκλεψες την αγάπη μου.

Στο σπίτι είναι όλα ήσυχα, φώτα σβηστά.

Κάνω ντους, φορώ την πυτζάμα μου, χώνομαι στις κουβέρτες.

Άλλη μια μέρα τέλειωσε.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2008

ποτέ και πάντα


Όταν μπήκε στο μπαρ, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν εκείνος. Και εκεί ακριβώς βρισκόταν, εκεί που ποτέ δεν θα το περίμενε, γερμένος πάνω στη μπάρα, εκείνος.


Η Άγεδα έβγαλε το παλτό της, κάθησε σε μια καρέκλα, φώναξε το σερβιτόρο, παράγγειλε ένα κούβα λίβρε, άναψε τσιγάρο και, χωρίς να κοιτάξει το μπαρ, μια όγδοη ή ένατη αίσθηση της έδωσε να καταλάβει ότι εκείνος την κοίταζε.


Εκείνη κάποτε ήταν πολύ,

πολύ,

πολύ,

πάρα πολύ ερωτευμένη μ’ αυτόν τον άντρα, και το πρώτο που την ξάφνιασε ήταν η ίδια της η ηρεμία, μια ηρεμία τόσο βαθιά και τόσο απρόσμενη ώστε απ’ έξω μπορεί να θύμιζε αδιαφορία. Δεν ήταν όμως, γιατί η πληγή πονούσε ακόμη, και λογάριαζε πια ότι μάλλον θα την πονούσε για πάντα.


Οι έρωτες που πεθαίνουν μπορεί να είναι τρομεροί, τραγικοί, καταστροφικοί, ακόμη και γελοίοι, μα η ανάμνηση της πληρότητας, όσο σύντομη κι αν ήταν, μένει για πάντα ένας τόπος ζεστός και ρόδινος, μια βελούδινη γωνιά της μνήμης.


Οι χειρότεροι έρωτες είναι αυτοί που δεν ζήσαμε ποτέ, η Άγεδα το ήξερε καλά, και το ήξερε χάρη σ’ εκείνον, που ίσως να ήταν ο πιο ερωτευμένος από τους δυο τους, αλλά που ποτέ του δεν ήξερε καλά-καλά τι να κάνει με τον εαυτό του, με εκείνη, με όλα, με τίποτα.


απόσπασμα από κείμενο της Αλμουδένα Γκράντες

δημοσιεύτηκε στην El País της περασμένης Κυριακής

η μετάφραση δική μου


Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

black and white

ασπρόμαυρη εικόνα

πολύχρωμος πόθος

πουτάνα

Η μέρα της συνάντησης πλησίαζε.

Ο πυρετός της ετοιμασίας με έκαιγε.

Όταν γύρισα σπίτι από το κομμωτήριο όλα τα μάτια καρφώθηκαν έκπληκτα πάνω μου. Ισιωμένα, τα μαλλιά μου φάνταζαν ακόμη πιο μακριά. Μαύρα με γαλαζωπές ανταύγειες, φτερούγα κόρακα. Πετούσα. Θαρρείς και βάδιζα πάνω σε βαμβάκι.



Το απόγευμα έκανα μπάνιο, προσέχοντας πολύ μη βρέξω το κεφάλι μου. Σαπουνίστηκα καλά ανάμεσα στα πόδια μου και πήρα το ξυράφι. Δέκα λεπτά αργότερα ήμουν τόσο απαλή εκεί κάτω όσο και στο υπόλοιπο σώμα. Αφέθηκα να γευτώ τη γλυκιά ζάλη της προσμονής.

Την άλλη μέρα το πρωί έχωσα στο σακίδιό μου τα απαραίτητα. Κορσές, ζαρτιέρες, κάλτσες δικτυωτές, όλα όσα είχα διαλέξει για χάρη σου. Κραγιόν, σκιές, αϊλάινερ, μάσκαρα, άρωμα. Μια ρόμπα ροζ μεταξωτή, κιτσάτη, πρόστυχη.

Ήθελα να γίνω πρόστυχη για σένα, να γίνω αγοραία, να γίνω χυδαία.

Μόνο για σένα.

Έφτασα πρώτη στο δωμάτιο. Πήγα στο μπάνιο και ετοιμάστηκα. Παρήγγειλα δυο καφέδες και σε περίμενα. Μια αιωνιότητα. Τρεις ελαφριοί χτύποι στην πόρτα. Σηκώθηκα ν' ανοίξω.

Έχει νόημα να θυμάμαι το μετά;

Το σμίξιμό μας ήταν πάντα μαγικό, κάθε φορά και με άλλον τρόπο. Αυτή τη φορά ήθελα να νιώσω να με παίρνεις έτσι όπως θέλεις εσύ, να με διατάζεις και να σε υπακούω, όπως η πουτάνα τον πελάτη. Ήθελα να με εκμεταλλευτείς, να με εξευτελίσεις, να με χρησιμοποιήσεις.

Αφέθηκα να γίνω παιχνίδι στα χέρια σου.

Θυμάμαι το έκπληκτο βλέμμα σου όταν τελείωσες για δεύτερη φορά.

Πόσο λάτρεψα αυτό το έκπληκτο βλέμμα.

Μα η στιγμή που πιότερο θυμάμαι, είναι να πίνουμε το καφεδάκι μας με ένα τσιγάρο τρίφυλλο, καθισμένοι γυμνοί ο ένας απέναντι στον άλλον, με τον ήλιο να μας χαϊδεύει την πλάτη μέσα από τις κουρτίνες, με τα δάχτυλα των ποδιών μόλις να αγγίζονται, να μιλάμε.

Πόσο αγαπούσα να μιλώ μαζί σου! Πόσο αγαπούσα τις κουβέντες μας! Τέχνη, φιλοσοφία, ψυχολογία, έρωτας, ανέκδοτα, όλα μαζί κουτρουβαλιάζονταν και μπλέκονταν και ξεχώριζαν απολαυστικά.
Μα πάνω απ' όλα αγαπούσα να γελάμε.

Πόσο μου λείπει αυτο το γέλιο!

Πόσο λαχταρώ να γελάσω μαζί σου!

Πόσο λαχταρώ να με πάρεις, να με εκμεταλλευτείς, να με κάνεις δική σου, να με χαϊδέψεις τρυφερά, να με κάνεις πάλι να γελάσω!


Με αγκάλιασες ξανά μετά από λίγο και με έριξες στο κρεβάτι. Ήσουν πίσω μου, έτοιμος να μπεις πάλι μέσα μου, όταν χτύπησε το κινητό σου.

Όλα θρυμματίστηκαν.

Όταν το έκλεισες και γύρισες κοντά μου, ήσουν αλλού.

- Η γυναίκα μου τηλεφώνησε στο γραφείο και έμαθε ότι δεν είμαι εκεί. Πρέπει να φύγω.
- Έχεις ήδη φύγει.
- Λυπάμαι.

Δεν είπα τίποτα. Τι να έλεγα; Αφού δεν ήσουν εκεί να με ακούσεις.

- Αντίο γλύκα.

Και μένω μόνη μου, με τα εώρουχα σκόρπια, με το μακιγιάζ πασαλειμμένο, με το σώμα γεμάτο υγρά δικά μου και δικά σου. Μόνη.


Σαν πουτάνα ξεβαμμένη.


[σκηνή απο ταινία: Επικίνδυνες σχέσεις (Liaisons dangereuses)
Στο τέλος της ταινίας, η μαρκησία ντε Μερτέιγ, μετά το δημόσιο εξευτελισμό της, κάθεται μπροστά στον καθρέφτη, ανέκφραστη, και με ένα βαμβάκι βγάζει την πούδρα από το πρόσωπό της.
Αυλαία.]

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

θραύσματα

Καλημέρα αγάπη μου!

Έφτιαξα καφεδάκι και κάθομαι να το πιω με ησυχία μπροστά στη τζαμαρία. Έβαλα σε ένα πιάτο δυο κρίθινα παξιμαδάκια, ένα κουλούρι πολύσπορο κι ένα κομμάτι σοκολάτα Ίον αμυγδάλου, την αγαπημένη μου.

Ο ήλιος γλιστρά μέσα από τα φύλλα τις γλυσίνας και με ζεσταίνει. Ρουφάω την πρώτη γουλιά απολαυστικά, κλείνω τα μάτια. Ανασηκώνω ελαφρά το κεφάλι, στρέφω το πρόσωπο, περιμένοντας το πρώτο σου φιλί.

Μια πεταλούδα φτερουγίζει στα βλέφαρά μου.

Όταν τα ξανανοίγω αντικρίζω την απουσία σου.

Σπίτι, ζέστη, έρωτας, όλα έχουν χαθεί. Στον πάτο του φλιτζανιού πικρό το κατακάθι. Η τζαμαρία ραγίζει και σωριάζεται στα πόδια μου. Ο κόσμος θρυμματίζεται.

Θραύσματα ημέρας.



Get Your Own Player!





Out flew the web and floated wide;
The mirror crack'd from side to side;

"The curse is come upon me," cried

The Lady of Shalott.


from the poem "The Lady of Shalott"
by Alfred, lord Tennyson

Το υφαντό στο παραθύρι ανεμίζει
Πέρα ως πέρα ο καθρέφτης της ραγίζει

"Ήρθε η ώρα της κατάρας", ψιθυρίζει

Η Λαίδη του Σάλοτ.

από το ποίημα "Η Λαίδη του Σάλοτ"
του Άλφρεντ, λόρδου Τέννυσον

σε μετάφραση δική μου

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

τίγρη

Σήμερα το πρωί ξύπνησα κλαίγοντας.

Πήγα στο μπάνιο πνίγοντας τους λυγμούς για να μην ξυπνήσω κανέναν.

Πλύθηκα και ξεκίνησα τη μέρα μου.

Δουλειά ως το μεσημέρι, μετά παιχνίδι με την μικρή, μετά μαγείρεμα, ψώνια, λίγο συμμάζεμα, το βράδυ μάθημα χορού και μετά έξοδος, είναι τα γενέθλια ενός φίλου και γιορτάζει. Τα βράδια που μένω σπίτι διαβάζω, γράφω, μελετώ, έχω πολλά θέματα που με απασχολούν και πολλά project στα σκαριά. Να θυμηθώ να πληρώσω τη συνδρομή μου στον ορειβατικό και να κλείσω θέση για την επόμενη εκδρομή.

Δραστήρια, δημιουργική, ικανή, ακάματη.

Πολιτικώς ορθή.

Διάβασα κάποτε την ιστορία μιας τίγρης.

Αιχμάλωτη από μικρή, δεν γνώριζε άλλη ζωή από αυτήν του τσίρκου. Περνούσε μέσα από φλεγόμενα στεφάνια, βρυχώταν, κι έσυβε το κεφάλι για να πάρει το χάδι του θηριοδαμαστή.

Κάποτε η τίγρη γέρασε. Ο θηριοδαμαστής αποφάσισε να μην την ξαναβγάλει στη σκηνή. Εκείνη όμως έβλεπε τα άλλα θηρία να περνούν, και μέσα στο κλουβί της έκλαιγε, θρηνούσε απαρηγόρητα σαν μωρό γατάκι.

Στο τέλος τη λυπήθηκε και την πήρε μαζί με τις άλλες. Αμέσως όρθωσε το κορμί της και ανέβηκε περήφανη στο βάθρο. Έτοιμη να παίξει το ίδιο νούμερο όπως κάθε βράδυ ολόκληρης της αιχμάλωτης ζωής της. Το μόνο που γνώριζε, το μόνο που της δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να κάνει.

Ας μην μου πάρει κανείς τη φασίνα μου, τη ρουτίνα μου, τις κατσαρόλες μου.

Είναι το μόνο στήριγμα σε έναν κόσμο που καταρρέει.

Μην μου ανοίγετε την πόρτα του κλουβιού.

Δεν μπορώ πια ποτέ μου να βαδίσω ελεύθερη.

Τα μονοπάτια της ζούγκλας είναι κλειστά για μένα.

Θα μείνω εδώ, κάνοντας άλματα μέσα από φλεγόμενα στεφάνια.

Τίγρη στο κλουβί.