Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

επιστροφή

- Θέλω να μιλήσουμε.

Για κάποιο λόγο μου είναι αδύνατον να του πω όχι. Ξέρω ότι δεν τον θέλω, ξέρω ότι θέλω να μείνω μόνη μου, ξέρω ότι η σχέση αυτή έχει πεθάνει μέσα μου. Όμως παρόλα αυτά ανοίγω πειθήνια την πόρτα, του λέω να περάσει, να καθήσει, μιλώ μαζί του, χαμογελώ.

Τον αγαπάω, τον πονάω, τον νοιάζομαι.

Τόσα χρόνια μαζί, πώς να τα σβήσω μονοκοντυλιά; Τόσα χρόνια χαρές και βάσανα, μίσος και αγάπη, καυγάδες και έρωτες, πώς να τα χώσω στον τενεκέ και να κλείσω αποπάνω το καπάκι;

Και το παιδί; Όχι τόσο για εκείνο, όσο για εκείνον. Πώς να του στερήσω την καθημερινή παρουσία του παιδιού του; Πού να πατήσω; Πώς να αρνηθώ ότι έχει κάνει αγώνα για να είναι καλός πατέρας και σύζυγος, πώς να αρνηθώ ότι μας αγαπάει αληθινά;

- Άσε με να το σκεφτώ, σε παρακαλώ, θέλω να πάρω χρόνο...

Μα ο χρόνος τρέχει σε βάρος μου. Αργά, ανεπαίσθητα, τον βρίσκω να παρεισφρύει στη ζωή μου. Δεν μπορώ να αντισταθώ. Νιώθω μια τεράστια κούραση, νιώθω ενοχές. Είναι το σπίτι του εδώ, πώς να τον διώξω; Βρήκα τη δύναμη εκείνη τη μέρα, πριν έξι μήνες, μα εκείνη η μέρα πέρασε, και δεν έχω τόση δύναμη ώστε να αντιστέκομαι κάθε μέρα, τόσες μέρες.

Θέλω να πιαστώ από εσένα, μα πώς να το κάνω;

Εσύ είσαι παντρεμένος, έχεις μια δική σου ζωή, χιλιόμετρα μακριά από μένα. Το πρώτο πράγμα που μου είπες ήταν ότι δεν έχεις σκοπό να χωρίσεις, ότι δεν αντέχεις να στερηθείς την παρουσία του παιδιού σου. Πολλές φορές μου ξεκαθάρισες ότι δεν μπορούσα να περιμένω τίποτε από εσένα, ότι δεν είχες τίποτε να μου προσφέρεις πέρα από ελάχιστες στιγμές κλεμμένης ευδαιμονίας, ότι δεν ήθελες να με δεσμεύσεις γιατί δεν μπορούσες να δεσμευτείς.

- Ας μη βιαστούμε, σε παρακαλώ, ας περιμένουμε λίγο ακόμη...

Κάθε μέρα κάτι λίγο. Κάτι μικρό. Ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα βιβλίο, μια οδοντόβουρτσα. Κι ένα βράδυ κοιμήθηκε εδώ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά. Δεν αντιστάθηκα. Δεν υποχώρησα, ούτε αγωνίστηκα. Το δέχτηκα παθητικά, μοιρολατρικά. Μέρος της φυσικής τάξης των πραγμάτων.

- Δεν ξέρω αν θέλω να ζήσουμε ξανά μαζί. Θέλω να το σκεφτώ ακόμη, σε παρακαλώ δώσε μου χρόνο.

Κούφια λόγια και το ξέραμε και οι δύο. Είχε ήδη γυρίσει, η επιστροφή είχε συντελεστεί, παρουσία μου και ερήμην μου. Κι εγώ είχα σκύψει το κεφάλι και τον είχα αφήσει να χαϊδέψει τις ορθωμένες αγριεμένες τρίχες στο σβέρκο μου.

- Καλό κορίτσι.
-...
- Είδες; Δεν ήταν τόσο δύσκολο!

Κατάπια το γρύλισμα και τον άφησα να μου φορέσει ξανά τη γνώριμη αλυσίδα. Γιατί η συνήθεια είναι η ισχυρότερη δύναμη στο σύμπαν.

Αισθάνομαι ότι ολισθαίνω αργά μα αμετάκλητα σε μια πράσινη πλαγιά στρωμένη με μούσκλια, ότι γλιστρώ ανεπαίσθητα προς το γκρεμό. Πάνω μου ο ουρανός καταγάλανος, η φύση γαλήνια, τίποτε δεν προμηνύει την επερχόμενη αναπόφευκτη πτώση.

Μόνον εγώ γνωρίζω. Και παρακολουθώ την καθοδική πορεία μου ακίνητη, παγωμένη, υπνωτισμένη. Αφήνομαι να συρθώ σαν ναρκωμένη.

Ακολουθώ τον αφέντη μου, σαν εξημερωμένος λύκος.

.............................................................................

The she-wolf stood over against her cub, facing the men, with bristling hair, a snarl rumbling deep in her throat. Her face was distorted and malignant with menace, even the bridge of the nose wrinkling from tip to eyes so prodigious was her snarl.

Then it was that a cry went up from one of the men. "Kiche!" was what he uttered. It was an exclamation of surprise. The cub felt his mother wilting at the sound.

"Kiche!" the man cried again, this time with sharpness and authority.

And then the cub saw his mother, the she-wolf, the fearless one, crouching down till her belly touched the ground, whimpering, wagging her tail, making peace signs. ... She, too, rendered submission to the man-animals.

Jack London, White Fang


Η λύκαινα στάθηκε πάνω απ' το κουτάβι της, φάτσα στους άντρες, με τρίχες ορθωμένες, το μουγκρητό έβραζε βαθιά μέσ' στο λαιμό της. Το πρόσωπό της παραμορφωμένο, άγριο και απειλητικό, η μουσούδα τόσο ζαρωμένη που η μύτη έφτανε ως τα μάτια, τόσο τρομερό ήταν το γρύλισμά της.

Τότε ένας άντρας έβγαλε μια κραυγή. "Κίτσε!" ήταν η λέξη που είπε. Σαν επιφώνημα έκπληξης. Το κουτάβι ένιωσε τη μάνα του να λιώνει στο άκουσμά της.

"Κίτσε!" είπε ξανά ο άντρας, τούτη τη φορά κοφτά κι επιτακτικά.

Και τότε το κουτάβι είδε τη μάνα του, τη λύκαινα, την ατρόμητη, να λουφάζει και να σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα, κλαψουρίζοντας, κουνώντας την ουρά της, σημάδι ανακωχής. ... Κι αυτή ακόμη δήλωνε υποταγή στον Άντρα.

Τζακ Λόντον, Ο Ασπροδόντης

μετάφραση δική μου (κομμάτι ελεύθερη, ομολογώ).

Δεν υπάρχουν σχόλια: