Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

esprit d'escalier

.


Έτσι λένε οι γάλλοι όλες εκείνες τις εξυπνάδες που μας έρχονται στο μυαλό όταν είναι πια πολύ αργά, καθώς κατεβαίνουμε την σκάλα αφότου μας έχουν πετάξει έξω. Όλες εκείνες τις φοβερές ατάκες που δεν σταθήκαμε ικανοί να κατεβάσουμε όσο ήταν ακόμα καιρός, και αναμασάμε τώρα σκαλί σκαλί, φτιάχνοντας φανταστικούς διαλόγους, ολόκληρα σενάρια.


Και τότε θα μου είπες, και θα σου είπα, και θα μου απάντησες, και θα σε αποστόμωσα. Και μετά ξύπνησα, και μετά άντε πάλι μέχρι να το σιχαθώ. Βρε δε μας παρατάς πλέον που θα ασχολούμαι μαζί σου. Σιγά τον μπαγλαμά.


Εδώ ρίχνω και μια λαθραία ματιά πάνω απ' τον ώμο μου, μην τυχόν πήρε κανείς χαμπάρι ότι καθόλου υπεράνω δεν είμαι, το παίζω μόνο. Όμφακες εισίν, που έλεγε κι αλεπού του Αίσωπου.


Ή όπως λέμε στα ελληνικά, άντε γαμήσου κι εσύ κι ο γρύλος σου.


.

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

ηλίθια φαντασίωση νο.2

.

Παίζω πολλά σενάρια για συνάντηση, εννοείται. Τώρα, αργότερα, μόνοι, με άλλους, στο δρόμο, στο σπίτι σου, σε ταβέρνα. Το επικρατέστερο είναι αυτό με τον γάμο. Το φτιάχνω μέσα στο κεφάλι μου κάπως έτσι: άμα μεγαλώσουν τα παιδιά και παντρευτούνε, αναγκαστικά θα πάμε και οι δύο στη δεξίωση. Μπορώ να αποφύγω τις οικογενειακές συναντήσεις, τις καλοκαιρινές διακοπές, τις μαζώξεις των φίλων, αλλά για τους γάμους δεν θα μπορέσω να βρω δικαιολογία, θα χτυπήσει άσχημα, τόσα χρόνια φίλοι και να μην πάω;

Εσύ φυσικά θα είσαι εκεί με τη γυναίκα σου, απαστράπτουσα και σαγηνευτική, θα με πλησιάσεις και θα με χαιρετήσεις χαμογελαστός, αφελέστατος, ίσως και χαρούμενος, επιτέλους βρε παιδί να σφίξουμε τα χέρια, περασμένα ξεχασμένα, αφήνω που μάλλον θα τα 'χεις στ' αλήθεια ξεχάσει.

- Τι κάνεις;

- Κουκιά σπέρνω.

Με χαμόγελο αυτό, βέβαια, με χαμόγελο δεξίωσης του πρέσβη, τσιμπώντας το φερρέρο ροσέ από τον δίσκο. Στρέφομαι σε κείνη.

- Και σεις;

- Εεεε... καλά, καλά... παρομοίως.

Γελάει λίγο αμήχανα, αναρωτιέται αν πρέπει να θυμώσει ή να παραστήσει την πνευματώδη, εσύ ξεκαρδίζεσαι στα γέλια, θυμάμαι παλιά μ' άρεσε αυτό, αυτό σου το χάρισμα να τα ρίχνεις όλα στο αστείο, να γελάς ακόμα και με τον εαυτό σου, αλλά βέβαια τότε το γέλιο σου δεν στρεφόταν κατά πάνω μου. Θυμάμαι το μοναδικό τηλεφώνημα που σου έκανα μετά τον χωρισμό μας, την αγωνία μου, το στεγνό στόμα, τη ζάλη, την ταχυπαλμία, τις σαρκαστικές ατάκες που πετούσα για να αμυνθώ, και το γέλιο σου, τόσο ανόητο, τόσο άκαιρο. Ίσως αν είχες κλάψει τότε αντί να γελάσεις, ίσως αν είχες πονέσει έστω για μια στιγμή, ίσως να μην είχα πληγωθεί τόσο.

Κοιτώ δεξιά κι αριστερά, όλοι γελούν, χαμογελούν, διασκεδάζουν. Γυρνώ σε σένα γελαστή.

- Μια που δεν έχουμε κοινό, λέω να ρίξουμε αυλαία.

Γυρνώ την πλάτη και φεύγω.

Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου.

Δεύτερου, όχι πρώτου, ποτέ πρώτου.

Μια ζωή καρατερίστα.

.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

πιασμένη ανάσα

.
Σε είδα στον ύπνο μου απόψε.
Παράξενο δεν είναι; Πάνω που λες, τον ξέχασα - οκέι, όχι εντελώς, αλλά τέλος πάντων αρκετά, δεν τον σκέφτομαι όλη την ώρα, μπορεί να περάσει και μια ώρα χωρίς να τον σκεφτώ ή και δύο, αν τύχει να βρεθώ με παρέα μπορεί να περάσει μια ολόκληρη βραδιά ευλογημένης λήθης, κι άλλωστε δεν νιώθω πια το ίδιο, ακόμα κι όταν τον σκέφτομαι δεν νιώθω το ίδιο, δεν τον νοσταλγώ ούτε τον επιθυμώ, ούτε καν τον μισώ, νιώθω μόνο κάτι σαν περιφρόνηση, σαν απαξίωση. Δυσπιστώ βέβαια απέναντι στα συναισθήματά μου, τα εξετάζω εξονυχιστικά, τα διαμελίζω, αυτή η περιφρόνηση είναι κάπως ύποπτη, όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, ωστόσο καλύτερα έτσι παρά αλλιώς.
Έχω ένα δυο μήνες τώρα που κοιμάμαι. Εντάξει, όχι κάθε νύχτα, αλλά τις περισσότερες. Πέφτω νωρίς και κοιμάμαι σε ρει ως το πρωί, καμμιά φορά κι εννιά, και δέκα ώρες. Τίποτα δεν ταράζει τον ύπνο μου, τέρμα οι εφιάλτες, τέρμα η αγωνία - τέλος πάντων δεν ξέρω αν φύγαν εντελώς ή όχι, τουλάχιστον όμως δεν με ξυπνούν πια. Καμμιά φορά τυχαίνει να ξυπνήσω ιδρωμένη στη μέση της νύχτας, όμως αυτό συμβαίνει πια πολύ σπάνια, μια φορά στις δέκα μέρες ή και λιγότερο. Κοιμάμαι, κοιμάμαι συνέχεια, αναπαύομαι, αναρρώνω.
Και πάνω που έχω πάρει λίγο τα πάνω μου, αυτό το όνειρο.
Πετάχτηκα πάνω, αγωνιζόμουν να πάρω ανάσα, σα να πνιγόμουν με το μαξιλάρι. Μα όχι, ήσουν εσύ, η αποπνιχτική σου παρουσία, τα γλυκερά σου λόγια, κολλώδη σαν το νέκταρ σαρκοβόρου φυτού. Και πάλι το σκοτάδι της κάμαρας, και πάλι η ήσυχη ανάσα του κοιμισμένου σπιτιού.
Να πω κι ότι το θυμάμαι, ψέμα θα πω. Εκείνη την ώρα βέβαια το θυμόμουν ολοκάθαρα, μα δεν είχα τρόπο να το καταγράψω, ούτε κι όρεξη, να λέμε την αλήθεια. Τώρα πια είναι μια θολούρα σκέτη, μια δυο εικόνες και τρεις λέξεις, ένα τίποτα. Με πήρες, λέει, τηλέφωνο, για να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη. Άκου συγγνώμη! Αν είχα γέλια κονσέρβα θα τα κόλλαγα εδώ. Εσύ, να μου ζητήσεις, λέει, συγγνώμη! Τέλος πάντων κάτι τέτοιο. Το όνειρο κάθε παρατημένης γκόμενας. Πρωτοτυπία μηδέν.
Ένας γνωστός μου είπε κάποτε πως διαβάζει την ιστορία μου σαν αρχέτυπο, γιατί δεν υπάρχει, λέει, τίποτε πιο κοινό από τον έρωτα.
Πραγματικά, ποτέ στην ζωή μου δεν έχω νιώσει πιο κοινότυπη.
.