Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

πεζοπορία

.

Την εκδρομή στο φαράγγι την ονειρευόμουν μήνες.

Για πρώτη φορά θα σε είχα κοντά μου όχι μόνο για λίγες ώρες σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, όχι μόνο για μια διαδρομή με αυτοκίνητο ή για έναν καφέ, αλλά για δυο ολόκληρες μέρες. θα τρώγαμε μαζί, θα κοιμόμασταν μαζί, και το πρωί μόλις ξυπνούσα θα αντίκριζα το αγαπημένο σου πρόσωπο στο μαξιλάρι πλάι μου.



Το Σάββατο σηκωθήκαμε νωρίς. Το λεωφορείο της γραμμής μας άφησε στο τέρμα, σε κάποιο ορεινό χωριό. Βαδίσαμε ως το ξεκίνημα του φαραγγιού και αρχίσαμε την κατάβαση. Η πυκνή βλάστηση σκίαζε το μονοπάτι και φιλτράριζε γλυκά το φως του ήλιου.



Ανάμεσα στα δέντρα περνοδιάβαιναν νύμφες και ξωτικά του δάσους. Οι γελαστοί τους ψίθυροι μου χάιδευαν τα αυτιά. Κάθε φορά που γυρνούσα το κεφάλι μου να τους τσακώσω, τρύπωναν στους κρυψώνες τους, σπήλαια και κοίλα αιωνόβια δέντρα.



Το μονοπάτι κατηφόριζε ήρεμα, γλυκά, συντροφεύοντας το ποτάμι. Στρωμένα ξερά φύλλα που έπνιγαν τις πατημασιές και σκορούσαν τριγύρω το απαλό τους θρόισμα. Πόσο αγαπώ να περπατώ πλάι πλάι με έναν αγαπημένο άνθρωπο!



Τα πλατιά άσπρα βράχια πλάι στο ποταμάκι μας προσκαλούν να ξαποστάσουμε. Είναι ζεστά και λεία, νανουριστικά. Το κελάρυσμα του νερού ξεπλένει τις σκέψεις. Μπλε λιβελούλες αστράφτουν μεταλλικές στον ήλιο. Οι ήχοι λιγοστεύουν, κελαηδήματα πουλιών, κοάσματα βατράχων. Κυριαρχεί η ροή του νερού.



Καθόμαστε ώρα πολλή και μιλάμε, μιλάμε για μας, για τον κόσμο, για το αύριο. Πλέκουμε όνειρα και σχέδια, τα στολίζουμε, τα πλουμίζουμε. Χαράζουμε μελλοντικές πορείες. Παρατηρούμε ο ένας το θαύμα της ύπαρξης του άλλου, έκθαμβοι, γεμάτοι ευγνωμοσύνη.



Μεσημεριάζει.

Κοντεύουμε στην παραλία.

Λίγο πριν τις εκβολές, μέσα στην πυκνή βλάστηση, το εντυπωσιακό σε μέγεθος και σχήμα άνθος του φιδόχορτου, ευθυτενής φαλλός, ορθώνεται περήφανα μπροστά μας, μέσα στον πορφυρό μανδύα του.




Στις εκβολές πετάμε ρούχα και παπούτσια, ακολουθούμε το ρεύμα με τα πόδια μέσα στο νερό, τονωτική δροσιά, γελάμε συνεπαρμένοι, τρέχουμε στο κύμα. Η παραλία είναι ολοάδεια, καθόμαστε στην πέρα άκρη, πίσω από δυο μεγάλα βράχια, πάνω σε λευκά βότσαλα.

Πόσο ονειρευόμουν να αντικρίσω έτσι το κορμί σου!

Τι πολυτέλεια, θεέ μου, να σε χορταίνω όλη νύχτα, να σε έχω πλάι μου όλη μέρα, να πορευόμαστε μαζί και να ξαπλώνουμε μαζί κάτω από τον ήλιο!

Το αγκάλιασμά μας είναι αργό, νωχελικό, παιχνιδιάρικο. Έχουμε χορτάσει τον έρωτα, αλλά θέλουμε να γευτούμε λίγο ακόμη, ένα κερασάκι, ένα μύγδαλο, μια δαχτυλιά κρέμα, λίγα τρίμματα σοκολάτας.

Λαίμαργοι, ναι, άπληστοι, ναι, λάγνοι, ναι, όλες οι θανάσιμες αμαρτίες μαζί, πόσο μου λείπει τώρα που γράφω εκείνη η πολυτέλεια, εκείνος ο ακόρεστος πόθος που μόνο εσύ έσβηνες και μόνο εσύ έτρεφες.

Τεντωνόμαστε πάνω στα βράχια, λαγοκοιμόμαστε, ακραγγιζόμαστε ράθυμα, σαν αφηρημένα, άλλωστε ξέρουμε ότι το βράδυ θα είμαστε πάλι μαζί, χαζεύουμε ο ένας το κορμί του άλλου, αυτό το απίστευτο θαύμα της φύσης που μας έχει δοθεί η χάρη να χαρούμε, το ένα μισό αποζητά το άλλο.

Φυσά ένα δροσερό αεράκι, είναι ώρα να φεύγουμε, σε λίγο θα έρθει το λεωφορείο, πεινάμε, πεινάω, θέλω να σε καταβροχθίσω, πόση ώρα πέρασε από τότε που σε κρατούσα πάνω μου;

Υπάρχει μεγαλύτερη απόλαυση από την πείνα που ξέρεις ότι σύντομα θα κορεστεί;

Ανηφορίζουμε την παραλία προς τα σακίδια, αφημένα δίπλα δίπλα.

Ας ήταν να κρατούσε αυτή η πορεία για πάντα.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: