Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2009

ενύπνιον

.


Απόψε ήρθες στο όνειρό μου.


Είχα ανέβει, λέει, επάνω, για κάποιον γάμο ή κάποια βαφτίσια, τέλος πάντων κάποιο κοινωνικό γεγονός. Ήταν παρόντες όλοι οι γνωστοί και φίλοι, τα αδέλφια σου, οι γονείς σου, η παρέα μας.


Συναντηθήκαμε μέσα στον κόσμο, δεν είχα άλλη επιλογή παρά να σε χαιρετήσω. Με ξάφνιασε το θλιμμένο βλέμμα σου, ποτέ μου δεν σε είχα δει θλιμμένο. Μονάχα μια φορά, στο τέλος της πρώτης μας εκδρομής, βούρκωσες την ώρα του αποχαιρετισμού. Τώρα όμως γιατί να λυπάσαι; Ευτυχισμένος με την καινούρια σου αγάπη, τι λόγο είχες να θλίβεσαι;



Με πήρες και πήγαμε μια βόλτα οι δυο μας με το αυτοκίνητο, να κουβεντιάσουμε. Δεν ήθελα να σε ακολουθήσω, μα επέμενες. Ήθελες να μιλήσουμε, να μιλήσεις, να με ακούσεις. Ήθελες να μου εξηγήσεις, να μου δώσεις να καταλάβω, να καταλάβω τι; Με λυπάται, σκέφτηκα, θέλει να με παρηγορήσει.


Πάρκαρες κάπου και συνεχίσαμε με τα πόδια, κουβεντιάζοντας. Ήμουν ήρεμη, θλιμμένη και απόμακρη, όλα αυτά σχεδόν δεν με άγγιζαν. Ξαφνικά από την είσοδο μιας πολυκατοικίας βγήκε μια γυναίκα. Εκείνη, σκέφτηκα. Αιφνιδιάστηκε κι αυτή όσο κι εγώ. Απέστρεψε το βλέμμα της. Μετά από μια στιγμή δισταγμού, της έτεινα το χέρι. Το αγνόησε και πέρασε δίπλα μου, όχι με αλαζονεία αλλά με αγωνία. Τι φοβάται; σκέφτηκα.


Λίγα μέτρα πιο πέρα, κάτω από μια αψίδα, κατέβηκε δυο τρία σκαλιά, γύρισε και με κοίταξε. Μου φάνηκε άσχημη και κοινότυπη, θύμιζε άλλες γυναίκες που αντιπαθούσα, λίγο την πρώην σύζυγό σου, λίγο μια γκόμενα που είχες όταν ήμασταν φοιτητές.


Περίμενα ότι θα έφευγες μαζί της, αλλά έμεινες. Της έκανες νόημα ότι θα βρεθείτε αργότερα. Με πήρες απ’ το μπράτσο και περπατήσαμε κατά μήκος ενός μαντρότοιχου ή ενός μώλου. Εξακολουθούσα να μην ξέρω τι θέλεις.


Κάποια στιγμή τα λόγια εξαντλήθηκαν. Στάθηκα και σε κοίταξα. Ήταν η ώρα του αποχαιρετισμού. Για άλλη μια φορά. Αναζήτησα τις αιτίες βαθιά μέσα στα μάτια σου. Σαν κάτι να ζητούσες.


Και τότε κατάλαβα.


Αυτή η συνάντηση δεν έγινε για μένα, μα για σένα. Για να απαλύνει το δικό σου πόνο. Τον πόνο της δικής σου απώλειας. Τον πόνο της δικής σου ευθύνης. Τον πόνο της δικής σου αμφιβολίας.


Γιατί κι εσύ με αγάπησες, όπως σε αγάπησα κι εγώ. Και αμφέβαλες, και δίσταζες, και τολμούσες, και δείλιαζες. Και άνοιξες την καρδιά σου, και δεν μπήκα. Στάθηκα τρέμοντας στο κατώφλι, παραπαίοντας, έρμαιο του ίλιγγου. Και πληγώθηκες, και κλείστηκες, και ζάρωσες στο καβούκι σου. Αμφέβαλες για μένα. Και θέλησες να προστατέψεις τον εαυτό σου. Και αποτραβήχτηκες.


Ήθελες να μου δώσεις να καταλάβω. Γιατί σε πλήγωνε το μίσος μου, η οργή μου, η απόγνωσή μου. Γιατί κι εσύ είχες το δικό σου σταυρό να σηκώσεις.


Η καρδιά μου μαλάκωσε. Δεν ήσουν παρά ένα παιδί, ένα ανόητο αγόρι, κι εγώ ένα ανόητο κορίτσι. Παίξαμε με τη φωτιά και καψαλιστήκαμε, αυτό ήταν όλο. Και τώρα μουτρωμένοι δείχναμε ο ένας τον άλλον με το δάχτυλο και λέγαμε

«εσύ φταις».


Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο σου.


Κοιταχτήκαμε.


Η σκιά ενός χαμόγελου πλανήθηκε ανάμεσά μας.


Αντίο, αγόρι μου.


.

Δεν υπάρχουν σχόλια: