Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

μαργαρίτα

.

Η κολόνα των αυτοκινήτων είναι σχεδόν ακίνητη εδώ και ένα τέταρτο. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα είχα τσιτώσει. Τώρα όμως είμαι μαζί σου. Ο χρόνος είναι δικός μας. Μουσικούλα και κουβεντούλα και η συντροφιά σου όλη δική μου.


- Πεινάω.
- Κι εγώ.
- Έχουμε τίποτα;
- Κάτσε να δω το ψυγειάκι.
Τρία καρότα, ένα λεμόνι, αλάτι και νερό. Ξεφλουδίζω τα καρότα με το σουγιά και τα μασουλάμε με γέλια.
-Μπορούμε να στίψουμε και λεμονάδα.
-Έχουμε κι αλάτι, αν είχαμε τεκίλα θα φτιάχναμε μαργαρίτα.

- Τρελαίνομαι για αλάτι και λεμόνι.
-Μμμ, κι εγώ.

Στίβω το μισό λεμόνι μέσα στο μπουκάλι με το νερό και μοιραζόμαστε τις γουλιές.

Το μποτιλιάρισμα συνεχίζεται ως εκεί που φτάνει το μάτι. Όλη η εθνική κλειστή. Καθώς προχωράμε με βήμα σαλίγκαρου, αριστερά μας φαίνεται μια έξοδος.
-Δεν πάμε από δω;
-Βγάζει άραγε;

-Κάπου θα βγάζει.

Παίρνουμε την παλιά εθνική. Στενή και αργοκίνητη, μας ταξιδεύει μέσα από μικρά χωριά με ανθισμένα γεράνια και βουκαμβίλιες. Χαμηλά σπίτια με αυλές και εξοχή. Μισή ώρα μετά φτάνουμε σε ένα χωριό παραθαλασσιο. Δέκα σπίτια, μια ταβέρνα, ένα μπαρ κι ένα ξενοδοχείο.

Ανεβαίνουμε στο δωμάτιο. Μπαίνω για ντους πρώτη εγώ. Όταν βγαίνεις από το μπάνιο σε περιμένω με την αλατιέρα και το λεμόνι στο κομοδίνο. Γελάς.
-Είσαι απίστευτη.
-Κερνάω μαργαρίτα.


Λίγες σταγόνες λεμόνι, λίγοι κόκκοι αλατιού.
Τρελαίνομαι για αλάτι και λεμόνι.

Πρώτα εσύ, μετά εγώ.
Στήθος, κοιλιά, αφαλός.
Κι ύστερα πιο χαμηλά.



Ξυνό, αλμυρό, γλυκό.
Η γεύση του κορμιού σου.
Η αψιά μυρωδιά σου με ζαλίζει.

Η γλώσσα μου καίει ερεθισμένη.
Η αλμύρα με ξεσηκώνει.
Φουσκώνω σαν κύμα και σε συναντώ.

Σεντόνια μουσκεμένα με έρωτα.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: