Τετάρτη, 20 Μαΐου 2009

παρανάλωμα

.

Σηκώνω το καπάκι. Ανακατεύω. Θέλει λίγο ακόμα. Αλλά πρέπει να πάω λαϊκή και σουπερμάρκετ. Θα το σβήσω λίγο πριν βγω, και θα γίνει με τη ζέστη του ματιού.

Κάλτσες, παπούτσια, λεφτά... το πουλόβερ μου, πού είναι; Στη σιδερώστρα. Τσάντα, μπουφάν, κλειδιά. Έτοιμη. Έφυγα.

Γυρνώ φορτωμένη σακούλες. Από το ασανσέρ με παίρνει η μυρωδιά. Ακούω φωνές στο κλιμακοστάσιο "καπνός", "πυροσβεστική", "από πού έρχεται;".

Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. Βγάζω τα κλειδιά, αφήνω τις σακούλες. Κινούμαι αργά, βασανιστικά, τα μέλη μουδιασμένα, όπως στα όνειρα εκείνα που σε καταδιώκουν και δεν μπορείς να τρέξεις.

Μόλις ανοίγω την πόρτα, ο σκύλος πετάγεται έξω και ροβολάει τη σκάλα κατά κάτω. Ούτε που ακούει τις φωνές μου, αρνείται να γυρίσει. Το σπίτι είναι ντουμάνι, δεν βλέπω μπροστά μου. Σκεπάζω το πρόσωπο με το μπουφάν, τρέχω στην κουζίνα, σβήνω το μάτι. Ανοίγω μπαλκονόπορτες. Ο κρύος αέρας φέρνει μια γεύση πραγματικότητας.

Ο καπνός δεν λέει να φύγει. Πιάνω την κατσαρόλα με πετσέτες και την χώνω στον νεροχύτη. Τσιτσιρίζει απειλητικά. Είναι κατάμαυρη. Ανοίγω την βρύση.

Αφήνω όλες τις πόρτες διάπλατα ανοιχτές.

Σωριάζομαι στο κρεβάτι.

Η μυρωδιά της κάπνας πλανιέται στο σπίτι για μέρες.

.

Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην Όλα θα πάνε καλά.

Πού ξέρεις, μπορεί και να πάνε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: